Προς μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Προς μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό

Πώς η εγγυοδοσία, η δικαιοδοσία και οι κυρώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά στην Κύπρο

Η απάντηση είναι φαινομενικά εύκολη. Τρεις χώρες – το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα και η Τουρκία. Αυτό είναι που γνωρίζουμε όλοι και αυτό είναι που σχεδόν όλοι απαντούν και επιμένουν. Μετά τους ζητώ να διαβάσουν προσεκτικά την Συνθήκη Εγγυήσεως, και συγκεκριμένα το Άρθρο 3. Διαφαίνεται ότι υπάρχει και τέταρτη χώρα –η Κυπριακή Δημοκρατία– η οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος στην Συνθήκη Εγγυήσεως. Η Κυπριακή Δημοκρατία πέραν της δέσμευσης διατήρησης της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της συνταγματικής της τάξης «εγγυάται… την χρήση και απόλαυση των δικαιωμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου που του εξασφαλίζει η Κυπριακή Δημοκρατία» όσον αφορά τις στρατιωτικές βάσεις που παρέμειναν υπό βρετανική κυριαρχία μετά το 1960. Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις άλλες τρεις εγγυήτριες χώρες. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν «διατηρεί δικαίωμα δράσης», «σε περίπτωση παραβίασης των προνοιών της παρούσας Συνθήκης» (Άρθρο 4) [“reserves the right to take action”, “in the event of a breach of the provisions of the present Treaty”]. Με άλλα λόγια, η ΚΔ είναι εγγυήτρια χωρίς επεμβατικά δικαιώματα στην επικράτεια των άλλων τριών χωρών ή στο έδαφος των κυρίαρχων Βρετανικών Βάσεων, επεμβατικό δικαίωμα που αντιθέτως οι άλλες τρεις χώρες έχουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιος άλλος εγγυητικός μηχανισμός σε σχέση με τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις αν παραβούν τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις τους.

Μέσα από αυτή την ανάγνωση αναδύονται τα διαφορετικά είδη εγγυήσεων σε σχέση με την Κύπρο. Όμως και γενικότερα δεν πρέπει να βλέπουμε την ιδέα της εγγύησης μονοδιάστατα και ισοπεδωτικά. Ως ελάχιστο η έννοια της εγγύησης στο διεθνές δίκαιο αφορά «ανάληψη υποχρέωσης» από ένα ή περισσότερα κράτη «να εξασφαλίσουν με νόμιμα μέσα ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα» προς ένα άλλο κράτος ή κράτη [2]. Η έμφαση νομολογικά είναι στην ανάληψη υποχρέωσης, όχι στα δικαιώματα ή προνόμια του εγγυητή. Υπάρχουν εγγυήσεις που επιζητούν από κράτη – μικρά, μεγάλα ή μεσαίου μεγέθους – κατοχυρώσεις και εξασφαλίσεις σε σχέση με κεκτημένα ή δικαιώματα που έχουν λάβει για να προχωρήσουν σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων. Υπάρχουν όμως και εγγυήσεις οι οποίες είναι αποικιακά κατάλοιπα, νομικές επικαλύψεις που θεσμοθετούν προνόμια, π.χ. επιτρέπουν σε ιμπεριαλιστικές ή περιφερειακές δυνάμεις να διατηρήσουν επεμβατικά δικαιώματα σε χώρες που θέλουν να ελέγχουν. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί αυτή η εννοιολογική διαφορά: (α) η εγγύηση ως προνομιακή δυνατότητα επεμβατικής δράσης του εγγυητή (η οποία συχνά ενέχει μια σκοτεινή πτυχή) και (β) η εγγύηση ως νομική δέσμευση πραγματοποίησης μιας συμφωνίας, ως εξασφάλιση που καθορίζει, περιορίζει και ελέγχει την δράση των συμβαλλομένων μερών (η οποία είναι καθόλα θετική και πρέπει να επιζητείται).

Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα από τον προηγούμενο αιώνα σε σχέση με εγγυητικά-επεμβατικά δικαιώματα τα οποία στην πράξη δημιούργησαν κράτη «περιορισμένης ανεξαρτησίας». Παραδείγματα επεμβατικής μορφής εγγυήσεων, τα οποία εξελικτικά αναιρέθηκαν, ήταν αυτά των ΗΠΑ στον Παναμά, Κούβα και Αϊτή σε σχέση με την «ανεξαρτησία» τους, και της Ρωσίας, Γερμανίας, Γαλλίας και ΗΒ, σε σχέση με την «ακεραιότητα» της Νορβηγίας [3]. Επεμβατικά δικαιώματα μπορούν να δοθούν όχι μόνο μέσα από Συνθήκες Εγγυήσεως αλλά και μέσα από Συνθήκες Φιλίας: όπως η Συνθήκη Ειρήνης και Φιλίας Ινδίας-Νεπάλ (1950) ή σε μεγαλύτερο βαθμό οι Συνθήκες Φιλίας Ινδίας-Μπουτάν (1949 και 2007) ή σε μέγιστο και μοιραίο βαθμό προτεκτορατοποίησης η Συνθήκη Ινδίας-Σικκίμ (1950) [4]. Τέτοια συστήματα εγγύησης – που χρησιμοποιούν τον όρο αυτούσια ή τον αντικαθιστούν με ευφημισμούς – περιορίζουν την ανεξαρτησία και ποδηγετούν ή κηδεμονεύουν νέα κράτη. Γενικά, σκληρή εγγυοδοσία αυτού του είδους –δηλαδή δικαίωμα ελέγχου ή/και κατοχύρωση επέμβασης τρίτης χώρας και ενίοτε χρήσης βίας για προσφορά ασφάλειας– είναι αναχρονιστικό και νεο-αποικιακό μοντέλο, και δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα να συνυπάρξει με το διεθνές δίκαιο όπως έχει εδραιωθεί μετά το 1945 (περισσότερα πιο κάτω).

Σε σχέση με εγγυητικούς μηχανισμούς που ελέγχουν τις διεθνείς συνθήκες μέσα από διαβεβαιώσεις εφαρμογής των συμφωνηθέντων και δεσμεύσεις υποχρεωτικής διευθέτησης, και πάλι υπάρχουν πολλά παραδείγματα από την διεθνή πρακτική [5]. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιου εγγυητικού μηχανισμού είναι η υποχρεωτική εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΑΔ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), την οποία τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν αποδεχθεί και τις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν σε περίπτωση παραβίασης. Το Άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Βασικών Ελευθεριών, καθορίζει την δεσμευτικότητα και την υποχρεωτική εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΑΔ, την επίβλεψη της εφαρμογής, καθώς και τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν σε περίπτωση παραβίασης των συμφωνηθέντων [6]. Άλλο παράδειγμα νομικής εξασφάλισης είναι η αποδοχή της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΔΔ) σε σχέση με την ερμηνεία ή/και εφαρμογή συνθηκών. Πέραν ρητρών σε συγκεκριμένες διεθνείς συμβάσεις για υποχρεωτική παραπομπή στο ΔΔ, μέχρι τώρα 72 κράτη έχουν καταθέσει δηλώσεις αποδοχής ελέγχου της νομιμότητας της δράσης τους από το ΔΔ – στις πλείστες των περιπτώσεων με όρους, περιορισμούς και εξαιρέσεις. Υπάρχουν όμως και φωτεινά παραδείγματα, όπως της Ελβετίας, της Κόστα Ρίκα και μερικών άλλων χωρών, που αποδέχονται την δικαιοδοσία του ΔΔ, για εξέταση επί οποιουδήποτε θέματος, χωρίς κανέναν όρο ή περιορισμό [7]. Αυτά είναι παραδείγματα ήπιας εγγυοδοσίας που ενισχύουν την λειτουργία του διεθνούς συστήματος, την ειρηνική επίλυση διαφορών και την διατήρηση παραγωγικών διεθνών σχέσεων.