Προς μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Προς μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό

Πώς η εγγυοδοσία, η δικαιοδοσία και οι κυρώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά στην Κύπρο

Πρέπει να υπάρχουν εγγυήσεις σε περίπτωση συνολικής διευθέτησης του Κυπριακού; Αν ναι, θα πρέπει αυτές οι εγγυήσεις να διαφοροποιηθούν σε σχέση με την Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960; Αν δοθούν εγγυήσεις, ποιος εγγυάται τους εγγυητές; Τι εννοούμε με τον όρο εγγύηση και πώς σχετίζεται με την βιωσιμότητα της λύσης;

Το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων φαίνεται να είναι το μεγάλο ζήτημα που απομένει να επιλυθεί για την συνολική διευθέτηση του Κυπριακού. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ), Νίκος Αναστασιάδης, και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Μουσταφά Ακιντζί, φαίνεται να έχουν συμφωνήσει σχεδόν επί όλων των διαπραγματευτικών κεφαλαίων του Κυπριακού, βρίσκονται σε απόσταση συμφωνίας στο εδαφικό, και έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν σε διεθνή διάσκεψη στις 12 Ιανουαρίου 2017 στην Γενεύη για διαβούλευση με τις «εγγυήτριες δυνάμεις». Δύο από τις εγγυήτριες δυνάμεις, η Ελλάδα και η Τουρκία, έχουν δημοσιοποιήσει εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις επί του θέματος –η πρώτη είναι υπέρ της κατάργησης των εγγυήσεων και η δεύτερη επιθυμεί την συνέχισή τους. Η τρίτη εγγυήτρια δύναμη, το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ), δεν ενδιαφέρεται να παραμείνει εγγυήτρια εκτός και αν της ζητηθεί, αλλά έχει ξεκαθαρίσει ότι οι στρατιωτικές βάσεις της στην Κύπρο, που εκχωρήθηκαν με την Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, πρέπει να διατηρηθούν.

Η συζήτηση όσον αφορά την εγγυοδοσία είναι ιδιαίτερα έντονη μεταξύ των Κυπρίων, όπως άλλωστε αναμενόταν. Πολλοί θεωρούν τις εγγυήσεις αναχρονιστικές σε ένα μετα-αποικιακό κόσμο, σε μια μοντέρνα, μη-ιεραρχούμενη κοινωνία κρατών. Επίσης υποστηρίζουν ότι οι εγγυήσεις δεν συνάδουν με το ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Αυτή είναι η επίσημη θέση της ελληνοκυπριακής (Ε/Κ) πλευράς και της πλειοψηφίας αν όχι όλων των Ε/Κ κομμάτων. Άλλοι θεωρούν τις εγγυήσεις ως υφιστάμενη νομική δέσμευση που πρέπει να διατηρηθεί και ως ένα αποτελεσματικό σύστημα παροχής ασφάλειας στον κυπριακό λαό ή σε συγκεκριμένη κοινότητά του. Αυτή είναι η επίσημη θέση της τουρκοκυπριακής (Τ/Κ) πλευράς και της πλειοψηφίας των Τ/Κ κομμάτων, παρόλο που υπάρχουν ενδείξεις αποδοχής διαφοροποιήσεων του συστήματος εγγύησης, όχι όμως πλήρους κατάργησης τους.

03012017-1.jpg

Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι σε πορεία ειρήνης έξω από το Προεδρικό Μέγαρο στην Λευκωσία, στις 14 Δεκεμβρίου 2016. REUTERS/Yiannis Kourtoglou
------------------------------------------------------------------

Οι πιο πάνω θέσεις βασίζονται σε αφηγήσεις και αναλύσεις του τι έχει συμβεί στο παρελθόν και πρέπει να αποφευχθεί στο μέλλον –εισβολή ή ειρηνευτική επιχείρηση το 1974, τουρκανταρσία ή βίαιη καταστολή των Τ/Κ το 1963-4, κλπ.. Οι διαφορετικές νοηματοδοτήσεις του κυπριακού προβλήματος εξηγούν και τις διαφορετικές απόψεις ως προς την χρησιμότητα ή επικινδυνότητα της εγγυοδοσίας, όπως και την χρησιμότητα ή επικινδυνότητα των χωρών που έχουν προσφέρει αυτές τις «εγγυήσεις» και επιθυμούν να συνεχίσουν να τις προσφέρουν. Η εγγυοδοσία δημιουργεί, ως αποτέλεσμα, ασφάλεια ή ανασφάλεια σε διαφορετικούς δρώντες.

Συναφές με το θέμα των εγγυήσεων είναι η βιωσιμότητα της λύσης εάν και όταν συμφωνηθεί. Είναι θέμα που επίσης απασχολεί σοβαρά τους Κύπριους πολίτες από τους οποίους θα ζητηθεί η επικύρωση της συμφωνίας μέσω δημοψηφισμάτων και οι οποίοι τελικά θα ζήσουν την όποια ενδεχόμενη λύση. Το ιστορικό της κυπριακής διένεξης σαφώς δημιουργεί εύλογες ανησυχίες. Υπήρχε μια καθόλα συμφωνημένη διευθέτηση το 1960 με την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, με Συνθήκες Εγγυήσεως [παράρτημα Α] και Συμμαχίας [παράρτημα Β], μέσα από τις οποίες υποτίθεται ότι θα ελεγχόταν η εφαρμογή της λύσης και θα δημιουργούνταν συνθήκες ασφάλειας στο νησί. Η δικοινοτική διακυβέρνηση όμως κατέρρευσε το 1963, τρία χρόνια μετά την ανεξαρτησία, μέσα από σοβαρές διακοινοτικές συρράξεις, Ε/Κ και Τ/Κ παραστρατιωτικές οργανώσεις, δημιουργία οδοφραγμάτων και θυλάκων, αλλά και αργότερα με το ελληνικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974 που βίαια διαίρεσε το νησί. Αυτή την ντε φάκτο κατάσταση καλείται να αναιρέσει η νέα διευθέτηση επανενώνοντας την Κύπρο αλλά και δημιουργώντας νέες συνθήκες ασφάλειας και βιώσιμης συνύπαρξης.

Για να επιτευχθεί η επιθυμητή βιωσιμότητα θεωρώ ότι είναι άκρως σημαντικό να θεσμοθετηθούν εγγυητικοί μηχανισμοί. Θέτω εξαρχής και ξεκάθαρα ότι είμαι εντελώς αντίθετος με την φιλολογία που έχει αναπτυχθεί από την ελληνική και Ε/Κ πλευρά, τουλάχιστον στον δημόσιο λόγο, για πλήρη κατάργηση των εγγυήσεων. Είμαι επίσης κάθετα εναντίον της πάγιας θέσης της τουρκικής και Τ/Κ πλευράς, η οποία διατηρείται στον δημόσιο λόγο, για δικαίωμα μονομερούς στρατιωτικής επέμβασης και μόνιμη παρουσία στρατευμάτων ως εγγυητική μέθοδο. Θα εξηγήσω πιο κάτω σε ποια θέματα θεωρώ ότι πρέπει να επιδιωχθεί η εξασφάλιση εγγυήσεων, αλλά και τι είδους εγγυήσεις πρέπει να επιζητούμε. Ιδιαίτερα με ενδιαφέρουν οι υποχρεώσεις των εγγυητριών δυνάμεων καθώς και η κατοχύρωση μηχανισμών επίλυσης διαφορών μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. Είναι επίσης σημαντικό να καλλιεργηθούν κουλτούρες ειρηνικής συμβίωσης, αλληλοκατανόησης, ενεργές κοινωνίες των πολιτών και διπλωματίες της καθημερινότητας, θέματα που δεν θα απασχολήσουν αυτό το άρθρο, αλλά απολύτως αναγκαία, κοινωνική και κινηματική «εγγυοδοσία» για την βιωσιμότητα οποιασδήποτε διευθέτησης [1].

ΒΙΩΣΙΜΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑ

Προς ανάδειξη της ανάγκης προσεκτικής μελέτης διεθνών συνθηκών, θέτω το εξής ερώτημα στους νέους φοιτητές διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Πόσες και ποιες είναι οι εγγυήτριες χώρες στην Κύπρο με βάση την Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960;

Η απάντηση είναι φαινομενικά εύκολη. Τρεις χώρες – το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα και η Τουρκία. Αυτό είναι που γνωρίζουμε όλοι και αυτό είναι που σχεδόν όλοι απαντούν και επιμένουν. Μετά τους ζητώ να διαβάσουν προσεκτικά την Συνθήκη Εγγυήσεως, και συγκεκριμένα το Άρθρο 3. Διαφαίνεται ότι υπάρχει και τέταρτη χώρα –η Κυπριακή Δημοκρατία– η οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος στην Συνθήκη Εγγυήσεως. Η Κυπριακή Δημοκρατία πέραν της δέσμευσης διατήρησης της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της συνταγματικής της τάξης «εγγυάται… την χρήση και απόλαυση των δικαιωμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου που του εξασφαλίζει η Κυπριακή Δημοκρατία» όσον αφορά τις στρατιωτικές βάσεις που παρέμειναν υπό βρετανική κυριαρχία μετά το 1960. Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις άλλες τρεις εγγυήτριες χώρες. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν «διατηρεί δικαίωμα δράσης», «σε περίπτωση παραβίασης των προνοιών της παρούσας Συνθήκης» (Άρθρο 4) [“reserves the right to take action”, “in the event of a breach of the provisions of the present Treaty”]. Με άλλα λόγια, η ΚΔ είναι εγγυήτρια χωρίς επεμβατικά δικαιώματα στην επικράτεια των άλλων τριών χωρών ή στο έδαφος των κυρίαρχων Βρετανικών Βάσεων, επεμβατικό δικαίωμα που αντιθέτως οι άλλες τρεις χώρες έχουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιος άλλος εγγυητικός μηχανισμός σε σχέση με τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις αν παραβούν τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις τους.

Μέσα από αυτή την ανάγνωση αναδύονται τα διαφορετικά είδη εγγυήσεων σε σχέση με την Κύπρο. Όμως και γενικότερα δεν πρέπει να βλέπουμε την ιδέα της εγγύησης μονοδιάστατα και ισοπεδωτικά. Ως ελάχιστο η έννοια της εγγύησης στο διεθνές δίκαιο αφορά «ανάληψη υποχρέωσης» από ένα ή περισσότερα κράτη «να εξασφαλίσουν με νόμιμα μέσα ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα» προς ένα άλλο κράτος ή κράτη [2]. Η έμφαση νομολογικά είναι στην ανάληψη υποχρέωσης, όχι στα δικαιώματα ή προνόμια του εγγυητή. Υπάρχουν εγγυήσεις που επιζητούν από κράτη – μικρά, μεγάλα ή μεσαίου μεγέθους – κατοχυρώσεις και εξασφαλίσεις σε σχέση με κεκτημένα ή δικαιώματα που έχουν λάβει για να προχωρήσουν σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων. Υπάρχουν όμως και εγγυήσεις οι οποίες είναι αποικιακά κατάλοιπα, νομικές επικαλύψεις που θεσμοθετούν προνόμια, π.χ. επιτρέπουν σε ιμπεριαλιστικές ή περιφερειακές δυνάμεις να διατηρήσουν επεμβατικά δικαιώματα σε χώρες που θέλουν να ελέγχουν. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί αυτή η εννοιολογική διαφορά: (α) η εγγύηση ως προνομιακή δυνατότητα επεμβατικής δράσης του εγγυητή (η οποία συχνά ενέχει μια σκοτεινή πτυχή) και (β) η εγγύηση ως νομική δέσμευση πραγματοποίησης μιας συμφωνίας, ως εξασφάλιση που καθορίζει, περιορίζει και ελέγχει την δράση των συμβαλλομένων μερών (η οποία είναι καθόλα θετική και πρέπει να επιζητείται).

Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα από τον προηγούμενο αιώνα σε σχέση με εγγυητικά-επεμβατικά δικαιώματα τα οποία στην πράξη δημιούργησαν κράτη «περιορισμένης ανεξαρτησίας». Παραδείγματα επεμβατικής μορφής εγγυήσεων, τα οποία εξελικτικά αναιρέθηκαν, ήταν αυτά των ΗΠΑ στον Παναμά, Κούβα και Αϊτή σε σχέση με την «ανεξαρτησία» τους, και της Ρωσίας, Γερμανίας, Γαλλίας και ΗΒ, σε σχέση με την «ακεραιότητα» της Νορβηγίας [3]. Επεμβατικά δικαιώματα μπορούν να δοθούν όχι μόνο μέσα από Συνθήκες Εγγυήσεως αλλά και μέσα από Συνθήκες Φιλίας: όπως η Συνθήκη Ειρήνης και Φιλίας Ινδίας-Νεπάλ (1950) ή σε μεγαλύτερο βαθμό οι Συνθήκες Φιλίας Ινδίας-Μπουτάν (1949 και 2007) ή σε μέγιστο και μοιραίο βαθμό προτεκτορατοποίησης η Συνθήκη Ινδίας-Σικκίμ (1950) [4]. Τέτοια συστήματα εγγύησης – που χρησιμοποιούν τον όρο αυτούσια ή τον αντικαθιστούν με ευφημισμούς – περιορίζουν την ανεξαρτησία και ποδηγετούν ή κηδεμονεύουν νέα κράτη. Γενικά, σκληρή εγγυοδοσία αυτού του είδους –δηλαδή δικαίωμα ελέγχου ή/και κατοχύρωση επέμβασης τρίτης χώρας και ενίοτε χρήσης βίας για προσφορά ασφάλειας– είναι αναχρονιστικό και νεο-αποικιακό μοντέλο, και δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα να συνυπάρξει με το διεθνές δίκαιο όπως έχει εδραιωθεί μετά το 1945 (περισσότερα πιο κάτω).

Σε σχέση με εγγυητικούς μηχανισμούς που ελέγχουν τις διεθνείς συνθήκες μέσα από διαβεβαιώσεις εφαρμογής των συμφωνηθέντων και δεσμεύσεις υποχρεωτικής διευθέτησης, και πάλι υπάρχουν πολλά παραδείγματα από την διεθνή πρακτική [5]. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιου εγγυητικού μηχανισμού είναι η υποχρεωτική εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΑΔ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), την οποία τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν αποδεχθεί και τις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν σε περίπτωση παραβίασης. Το Άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Βασικών Ελευθεριών, καθορίζει την δεσμευτικότητα και την υποχρεωτική εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΑΔ, την επίβλεψη της εφαρμογής, καθώς και τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν σε περίπτωση παραβίασης των συμφωνηθέντων [6]. Άλλο παράδειγμα νομικής εξασφάλισης είναι η αποδοχή της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΔΔ) σε σχέση με την ερμηνεία ή/και εφαρμογή συνθηκών. Πέραν ρητρών σε συγκεκριμένες διεθνείς συμβάσεις για υποχρεωτική παραπομπή στο ΔΔ, μέχρι τώρα 72 κράτη έχουν καταθέσει δηλώσεις αποδοχής ελέγχου της νομιμότητας της δράσης τους από το ΔΔ – στις πλείστες των περιπτώσεων με όρους, περιορισμούς και εξαιρέσεις. Υπάρχουν όμως και φωτεινά παραδείγματα, όπως της Ελβετίας, της Κόστα Ρίκα και μερικών άλλων χωρών, που αποδέχονται την δικαιοδοσία του ΔΔ, για εξέταση επί οποιουδήποτε θέματος, χωρίς κανέναν όρο ή περιορισμό [7]. Αυτά είναι παραδείγματα ήπιας εγγυοδοσίας που ενισχύουν την λειτουργία του διεθνούς συστήματος, την ειρηνική επίλυση διαφορών και την διατήρηση παραγωγικών διεθνών σχέσεων.

Αυτή η τάση επίλυσης διαφορών μέσω υποχρεωτικής αποδοχής δικαστικών διαδικασιών, αν και όπου υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες δικαίου ή/και αδυναμία συμφωνίας μετά από διαπραγμάτευση, είναι μια σημαντική πτυχή του τι έχω ονομάσει αλλού ως «βιώσιμη διπλωματία» [8]. Σε αντίθεση με την συμβατική διπλωματία η οποία προσεγγίζεται αποκλειστικά ως μέθοδος επίτευξης των στόχων της εξωτερικής πολιτικής –οποιοιδήποτε και να είναι αυτοί οι στόχοι όπως περιοδικά καθορίζονται από κέντρα εξουσίας– η βιώσιμη διπλωματία προωθεί την αποδοχή και διαμεσολάβηση της ετερότητας, την συνύπαρξη εν μέσω διαφορετικών προσεγγίσεων αλλά και συγκρουόμενων στόχων και συμφερόντων. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται η ειρηνική συμβίωση και επίλυση διενέξεων ως η πλέον σημαντική διεθνής στόχευση αλλά και ως εθνική στόχευση. Δηλαδή στόχευση που υποστηρίζει τα μακροπρόθεσμα εθνικά συμφέροντα, όχι τα βραχυπρόθεσμα και κοντόφθαλμα ή δημαγωγικά συμφέροντα.

Μέσα από μηχανισμούς που εγγυώνται την διαρκή επίλυση προβλημάτων, συμφωνούν τα μέρη εκ των πρότερων το πώς θα επιλύουν μελλοντικές διαφορές και προβλήματα που ενδεχομένως να ανακύψουν το μέλλον. Με άλλα λόγια, η βιώσιμη διπλωματία προωθεί αναστοχασμό σε σχέση με τους επιδιωκόμενους εθνικούς στόχους και τα προκαθορισμένα ή «ζωτικά» συμφέροντα της εξωτερικής πολιτικής, και προσφέρει εγγυητικούς μηχανισμούς οι οποίοι μπορούν να ενεργοποιηθούν για επίλυση δύσκολων και πολιτικά ευαίσθητων προβλημάτων. Είναι ένας τρόπος τιθάσευσης ή περιορισμού του σκληρού ρεαλισμού, αλλά και θετικής αναδόμησης του διεθνούς συστήματος και συμμόρφωσης μέσα από συναινετικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών [9]. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό για λιγότερο ισχυρές χώρες που δεν έχουν την δυνατότητα να επιβάλουν την θέση ή το «δίκιο» τους.

Σε σχέση με την Κύπρο, θεωρώ ότι το θέμα της εγγυοδοσίας προσεγγίζεται σε γενικές γραμμές ισοπεδωτικά και λιγότερο από την σκοπιά της βιώσιμης διπλωματίας που ανέφερα πιο πάνω. Συνδυάζεται αποκλειστικά με τα επεμβατικά δικαιώματα τα οποία το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα και η Τουρκία θεωρούν ότι έχουν αποκτήσει με την Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 και όχι τόσο με τις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που έχουν αυτές οι χώρες –όπως και η Κυπριακή Δημοκρατία– για εφαρμογή των συμφωνηθέντων.

Πιο κάτω υποστηρίζω ότι ενώ τα επεμβατικά δικαιώματα, και δει τα μονομερή, πρέπει να αναιρεθούν, οι εγγυήσεις ως νομικές δεσμεύσεις και υποχρεώσεις πρέπει να ενισχυθούν. Θα εξετάσω καταρχήν τι είδους εγγυήσεις δεν χρειαζόμαστε και πρέπει να αναιρέσουμε σε σχέση με την επίλυση του Κυπριακού. Μετά θα εξετάσω τις εγγυήσεις που θα πρέπει να επιδιωχθούν για βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού.

ΤΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ

(1) Επεμβατικό Δικαίωμα Χρήσης Βίας

Η Συνθήκη Εγγυήσεως (1960) λανθασμένα ερμηνεύεται ότι δίνει το δικαίωμα χρήσης βίας στις «εγγυήτριες δυνάμεις». Είναι γεγονός ότι η πρόνοια είναι ασαφής και αμφίσημη. Παραθέτω πλήρως, στο αγγλικό πρωτότυπο, το Άρθρο 4: “In the event of a breach of the provisions of the present Treaty, Greece, Turkey and the United Kingdom undertake to consult together with respect to the representations or measure necessary to ensure observance of those provisions. In so far as common or concerted action may not prove possible, each of the three guaranteeing Powers reserves the right to take action with the sole aim of re-establishing the state of affairs created by the present Treaty.”

Η «διατήρηση του δικαιώματος να αναλάβει δράση» μονομερώς οποιαδήποτε από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις έχει ερμηνευθεί από την Τουρκία ότι της δίνει την δυνατότητα χρήσης βίας. Τον Ιούλιο του 1974, και μετά από το πραξικόπημα της Χούντας στην Κύπρο, η Τουρκία διαβουλεύθηκε με το Ηνωμένο Βασίλειο και μετά επενέβη στρατιωτικά με βάση το Άρθρο 4.

Η χρήση βίας δεν αναφέρεται ρητά αλλά ούτε φαίνεται να αποκλείεται από το Άρθρο 4. Προς στήριξη του επιχειρήματός της η Τουρκία μπορεί να ισχυριστεί ότι η χρήση βίας, ακόμη και μέσα από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (ΗΕ) δεν αναφέρεται ρητά – το σύνηθες λεκτικό είναι «χρήση όλων των αναγκαίων μέσων». Άρα με αυτό το σκεπτικό και η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 επιτρέπει την χρήση βίας χωρίς ρητή αναφορά, και το γεγονός ότι είχε επιτραπεί μέσω της Συνθήκης Συμμαχίας, η μόνιμη παρουσία ελληνικών και τουρκικών στρατευμάτων στο νησί φαίνεται να ενισχύει το δικαίωμα της συλλογικής ή μονομερούς χρήσης στρατιωτικής βίας.

Αυτή η ανάγνωση έχει όμως ένα σοβαρό πρόβλημα: Το Άρθρο 2(4) του Χάρτη των ΗΕ, το οποίο ρητά απαγορεύει την απειλή ή χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις. Το εν λόγω άρθρο είναι θεμελιώδης-αναγκαστικός κανόνας (peremptory norm) διεθνούς δικαίου, και δεν μπορεί να θεσμοθετηθεί αναίρεσή του ούτε μέσα από νέες συμβάσεις οι οποίες παράγουν δίκαιο. Σύμφωνα με το Άρθρο 53 της Σύμβασης της Βιέννης περί Διεθνών Συνθηκών (1969) –το οποίο βασικά θεσμοθέτησε το εθιμικό δίκαιο επί του συγκεκριμένου ζητήματος–, συνθήκη η οποία παραβιάζει θεμελιώδη-αναγκαστικό κανόνα του διεθνούς δικαίου είναι άκυρη. Γι΄ αυτό και η ερμηνεία περί αυτόματου και μονομερούς δικαιώματος χρήσης βίας των εγγυητριών δυνάμεων στην Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 είναι νομικά έωλη.

Αυτή είναι και η γνωμάτευση του Hans Kelsen η οποία δόθηκε στις 12 Μαΐου του 1959 στα ΗΕ, τα οποία εξέταζαν κατά πόσον οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου (1959) δημιουργούσαν ένα ανεξάρτητο κράτος ή ένα κράτος υπό κηδεμονία, δηλαδή κατά πόσο η ΚΔ είχε την δυνατότητα ένταξης στον ΟΗΕ ή όχι. Ο Kelsen γνωμάτευσε ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως δεν εκχωρεί στους εγγυητές «δικαίωμα άνευ όρων για επέμβαση με χρήση στρατιωτικής βίας σε περίπτωση παραβίασης των προνοιών της συνθήκης [an unqualified right to intervene by the use of armed force in the event of a breach of the provisions of the Treaty]», παρ’όλο που άφησε και μια ουρά για ενδεχόμενο «ακραίας άποψης» με την οποία ο ίδιος δεν συμφωνούσε [10]. Ο ΟΗΕ αποδέχθηκε την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος μέλος του με βάση αυτή την γνωμάτευση. Άρα είναι σημαντική η διασαφήνιση ότι οι οποιοιδήποτε «εγγυητές» δεν δύνανται να έχουν δικαιώματα που παραβιάζουν θεμελιώδεις κανόνες του διεθνούς δικαίου και ούτε δύνανται να προσφέρουν εγγυοδοσία μέσα από μονομερείς αξιολογήσεις και προνόμια χρήσης βίας. Τουλάχιστον όπως καθορίζει ο Χάρτης των ΗΕ, οποιοδήποτε δικαίωμα χρήσης βίας, πέραν της αυτοάμυνας (Άρθρο 51), πρέπει να εξουσιοδοτείται και να εποπτεύεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Όχι ότι οι εξουσιοδοτήσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν ενέχουν ρίσκα, αλλά τουλάχιστον δεν αυτοματοποιείται η χρήση βίας όπως ασαφώς και αμφίσημα φαίνεται να προσφέρεται μέσα από την υφιστάμενη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960.

(2) Μόνιμη Παρουσία Ξένων Στρατευμάτων

Η Συνθήκη Συμμαχίας (1960) μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδος και της Τουρκίας είχε σκοπό να προστατεύσει την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα του νεοσύστατου κράτους της Κύπρου. Δημιούργησε ένα τριμερές στρατιωτικό επιτελείο στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατοχύρωσε την μόνιμη παρουσία Ελληνικής Στρατιωτικής Δύναμης (ΕΛΔΥΚ) 950 μελών και Τουρκικής Στρατιωτικής Δύναμης (ΤΟΥΡΔΥΚ) 650 μελών στο νησί. Βάσει της Συνθήκης Συμμαχίας, στόχος της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ, πέραν από την εκπαίδευση του νεοσύστατου Κυπριακού Στρατού, ήταν «η διατήρηση της ειρήνης και της ασφάλειας» όπως καθορίζονταν στους «σκοπούς και τους κανόνες του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

Εκ του αποτελέσματος, διαφαίνεται ότι η Συνθήκη Συμμαχίας παραβιάστηκε και απέτυχε παταγωδώς. Ήταν εξαρχής μια παρωδία η οποία τελικά εξελίχθηκε σε τραγωδία. Στη πράξη δεν ενισχύθηκε καθόλου ο δικοινοτικός κυπριακός στρατός, αλλά εθνοτικές παραστρατιωτικές οργανώσεις με άμεσες διασυνδέσεις με τις «Μητέρες Πατρίδες». Η ΕΛΔΥΚ ενισχύθηκε με επιπρόσθετη μεραρχία κατά παράβαση της συνθήκης, η οποία τελικά αποχώρησε μετά από τις απειλές της Τουρκίας για δική της στρατιωτική επέμβαση. Η πιο σημαντική παραβίαση της ΕΛΔΥΚ ήταν το πραξικόπημα εναντίον της κυβέρνησης Μακαρίου στις 15 Ιουλίου του 1974. Η ΤΟΥΡΔΥΚ μαζί με στρατιωτικές ενισχύσεις από την Τουρκία επενέβη στις 20 Ιουλίου 1974 για αναίρεση του ελληνικού τετελεσμένου. Η Τουρκία κατέλαβε το βόρειο τμήμα της Κύπρου και διχοτόμησε ντε φάκτο το νησί, με τραγικές και μακροχρόνιες συνέπειες. Με άλλα λόγια, οι «σύμμαχοι» και «εγγυητές» παραβίασαν και στο γράμμα και στο πνεύμα τις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας του 1960.

Λόγω του πιο πάνω ιστορικού, η μόνιμη παρουσία ξένων στρατευμάτων στην Κύπρο δεν δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας αλλά αντίθετα δημιουργεί ανασφάλεια. Αναγνωρίζοντας επίσης ότι ρόλο σε αυτό το ιστορικό έχουν διαδραματίσει όχι μόνο τα ξένα στρατεύματα αλλά και οι τοπικές παραστρατιωτικές οργανώσεις και των δύο πλευρών, κάτι που νομιμοποιεί ιδιαίτερα για αρκετούς Τουρκοκυπρίους τις εξασφαλίσεις που τους προσφέρει ο τουρκικός στρατός επειδή είναι η μειοψηφία. Η Ελλάδα δεν επιθυμεί να διατηρήσει στρατεύματα ή επεμβατικού τύπου εγγυήσεις. Η Τουρκία το επιθυμεί. Όμως ούτε η Τουρκία έχει, ούτε η Ελλάδα αν επιθυμούσε θα είχε, ηθικά ή νομικά ερείσματα να διεκδικεί μόνιμη παρουσία ξένων στρατευμάτων στο νησί. Ενδεχομένως η Τουρκία να είχε ηθικό έρεισμα, αν μετά την στρατιωτική της επέμβαση το καλοκαίρι του 1974, «επανέφερε την κατάσταση πραγμάτων» σε αυτή του 1960 όπως προνοεί το Άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως, αντί να εφαρμόσει και να επιβάλει την μακροχρόνια ντε φάκτο διχοτόμηση του νησιού.

Με δεδομένο τις συμβατικές καταχρήσεις της Συνθήκης Συμμαχίας, η Τριμερής (και εκ των πραγμάτων αποτυχημένη) Συμμαχία πρέπει να καταργηθεί. Το συμβατικό δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης ελληνικών και τουρκικών στρατευμάτων, όπως δίδεται στο Πρωτόκολλο 1 της Συνθήκης Συμμαχίας πρέπει επίσης να καταργηθεί. Αν η Τουρκική-Τ/Κ πλευρά επιμένει στην παρουσία τουρκικών στρατευμάτων για ασφάλεια της τουρκοκυπριακής κοινότητας τότε θα μπορούσε να μείνει ένας περιορισμένος αριθμός υπό την διοίκηση των ΗΕ για την μεταβατική περίοδο που θα παραμείνει η Ειρηνευτική Αποστολή των ΗΕ στην Κύπρο (θέμα που εξετάζω πιο κάτω). Το ζήτημα της ασφάλειας που θέτουν οι Τουρκοκύπριοι (Τ/Κ) δεν είναι ανιστόρητο, λαμβάνοντας υπόψη της βιαιοπραγίες και τον αποκλεισμό τους σε θύλακες την περίοδο 1963-1974. Όπως δεν είναι ανιστόρητο το ζήτημα της ασφάλειας ούτε για τους Ελληνοκύπριους που βίωσαν τις βιαιοπραγίες και μακροχρόνιες επιπτώσεις της εισβολής του 1974.

Τέλος, ένα θέμα που δεν συζητείται είναι η μόνιμη παρουσία των δύο βάσεων του βρετανικού στρατού στην Κύπρο. Οι περιοχές των κυρίαρχων βρετανικών Βάσεων, δεν θεωρούνται εδάφη της Κυπριακή Δημοκρατία αλλά ούτε της ΕΕ, και δυστυχώς λόγω της εθνοτικής διένεξης στο νησί το ζήτημα αυτό δεν τυγχάνει διπλωματικού ενδιαφέροντος, λόγω «σοβαρότερων» ζητημάτων που πρέπει να επιλυθούν. Θα πρέπει φυσικά να τεθεί διότι το καθεστώς των βάσεων είναι ένα αναχρονιστικό και νεο-αποικιακό καθεστώς [11]. Το καθεστώς των βάσεων είναι σοφότερο να τεθεί και να συζητηθεί μετά την επίτευξη καταρχήν συμφωνίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Κατά πόσον αυτό θα είναι δυνατό να συζητηθεί στην προσεχή Διάσκεψη της Γενεύης του Γενάρη 2017, μάλλον φαίνεται δύσκολο λόγω των πολλών ζητημάτων που έχουν συσσωρευθεί και καλούνται οι ηγέτες να συμφωνήσουν. Είναι και νομικά πολύπλοκο θέμα διότι θα πρέπει να αναθεωρηθεί η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, κάτι που η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θέλει να αγγίξει στο παρόν στάδιο, μιας και είναι η ισχύουσα Συνθήκη Εγκαθίδρυσης που κατ’ ουσία επιβεβαιώνει την μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ομόσπονδο κράτος, αντίθετα με την θέση για την δημιουργία νέου κράτους αν επιτευχθεί συμφωνία.

Παρ’όλα αυτά θεωρώ ότι το θέμα της «κυριαρχίας» των βρετανικών Βάσεων θα πρέπει να τύχει αρχικής επαναδιαπραγμάτευσης, ή τουλάχιστον να δοθεί δέσμευση επαναδιαπραγμάτευσης στο εγγύς μέλλον, πριν την επικύρωση οποιασδήποτε νέας συμφωνίας με δημοψηφίσματα. Αυτό για να μην παρουσιάζεται ως πρόθεση αποδοχής της κυριαρχίας τους εσαεί η ενδεχόμενη λαϊκή επικύρωση που θα δοθεί μέσα από τα δημοψηφίσματα. Θα μπορούσε επίσης να γίνει μια Δήλωση εκ μέρους των Βρετανών για επαναδιαπραγμάτευση στο μέλλον ή υπογραφή ενός Μνημονίου Συναντίληψης. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη την αποχώρηση των βρετανικών Βάσεων στο εγγύς μέλλον, διότι μια μακροχρόνια μίσθωση θα μπορούσε να συμφωνηθεί με το ΗΒ για να συναινέσει στην «επιστροφή» της κυριαρχίας που έχει λάβει το 1960 με την Συνθήκη Εγκαθίδρυσης. Η βρετανική πρόταση για επιστροφή περίπου των μισών εδαφών των βάσεων στην Ομόσπονδη Κύπρο σε περίπτωση λύσης, είναι μεν καλοδεχούμενη αλλά δεν αγγίζει την ουσία του προβλήματος [12].

ΤΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙ Η ΚΥΠΡΟΣ

(1) Απαγορεύσεις, Δεσμεύσεις, Κυρώσεις

Όπως στην Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, χρειάζεται τα συμβαλλόμενα μέρη να αποδεχθούν ρητές απαγορεύσεις σε σχέση με αλλαγές ή διαφοροποιήσεις της νέας κατάστασης πραγμάτων που θα προσυπογράψουν και επικυρώσουν. Ιδιαίτερα επειδή γίνονται δημόσιες δηλώσεις από αξιωματούχους για «νέο κράτος» ή «ιδρυτικά κράτη» που δημιουργούν τη νέα κατάσταση πραγμάτων ή διαιρέσεις ή/και διαβαθμίσεις κυριαρχίας, θεωρώ ότι πρέπει να καταγραφούν ξεκάθαρα τα ακόλουθα:

(α) Απαγόρευση ένωσης με άλλο κράτος ή απόσχισης ή προσάρτησης μέρος του νησιού σε άλλο κράτος.
(β) Απαγόρευση εποικισμού και δημογραφικής αλλοίωσης των πληθυσμιακών αναλογιών που θα συμφωνηθούν.
(γ) Απαγόρευση μονομερούς αλλαγής των βασικών προνοιών του συντάγματος.
(δ) Δέσμευση πλήρους εφαρμογής των συμφωνηθέντων κατά τη μεταβατική περίοδο.
(ε) Δέσμευση ότι ενδεχόμενες καταστάσεις εξαίρεσης σε σχέση με συνταγματικές πρόνοιες και ελευθερίες, σε ομοσπονδιακό επίπεδο ή επίπεδο πολιτειών, θα τυγχάνουν περιοδικού ελέγχου από Ευρωπαϊκό ή Διεθνές Δικαστήριο, και θα αναιρούνται αν δεν τυγχάνουν έγκρισης από αυτό.

03012017-2.jpg

Ελληνοκύπριοι φοιτητές κρατούν σημαίες της Κύπρου κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας στην επέτειο της μονομερούς διακήρυξης της ανεξαρτησίας από τους Τουρκοκυπρίους, στην Λευκωσία, στις 15 Νοεμβρίου 2016. REUTERS/Yiannis Kourtoglou
---------------------------------------------------------------------------

Σε αντίθεση με την Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 θα πρέπει να υπάρχουν σαφείς και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης ενός ή περισσοτέρων από τα πιο πάνω. Για την Ομόσπονδη Κύπρο και τις συνιστώσες πολιτείες ξεχωριστά, όπως και για κράτη-μέλη της ΕΕ, θα μπορούσε να θεσμοθετηθεί ρήτρα για αυτόματη και υποχρεωτική επιβολή οικονομικών ή/και άλλων κυρώσεων μέσω των ευρωπαϊκών θεσμών. Σε σχέση με συμβαλλόμενα μέρη που δεν είναι μέλη της ΕΕ, θα μπορούσε να ενεργοποιείται αυτόματα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την επιβολή οικονομικών ή/και άλλων κυρώσεων από την ΕΕ.

(2) Υποχρεωτική Παραπομπή Επίλυσης Διαφορών σε Δικαστική Διαδικασία

Είναι σημαντικό επίσης να υπάρχουν γραπτές διαβεβαιώσεις και έλεγχος πραγματοποίησης του τι θα συμφωνηθεί. Αυτό σημαίνει ρήτρα υποχρεωτικής παραπομπής στο Διεθνές Δικαστήριο, αν και όπου υπάρχουν διαφορές ερμηνείας ή πραγματοποίησης των συμφωνηθέντων οι οποίες δεν μπορούν να επιλυθούν μετά από διαβούλευση. Αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί πέραν από τους εσωτερικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφόρων και αφορά την διεθνή διάσταση των συμφωνιών.

Αυτή είναι η απόλυτα θετική διάσταση της ήπιας εγγυοδοσίας η οποία και λόγω του ιστορικού της κυπριακής διένεξης θα πρέπει να ενισχυθεί. Ένας από τους τρόπους μέσα από τους οποίους τα ισχυρά κράτη διατηρούν ευελιξία κινήσεων και πειθαναγκασμό, είναι ακριβώς μέσα από την αποφυγή δικαστικού ελέγχου της δράσης τους ακόμη και στην περίπτωση συνθηκών που έχουν προσυπογράψει και επιζητούν από τα άλλα κράτη να εφαρμόσουν. Για παράδειγμα το Ηνωμένο Βασίλειο, παρόλο που προς τιμήν του είναι το μόνο κράτος μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας που έχει καταθέσει δήλωση αποδοχής της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου για εξέταση διαφορών με οποιοδήποτε άλλο κράτος, έχει αποκλείσει περιπτώσεις που αφορούν μέλη ή πρώην μέλη της Κοινοπολιτείας. Με άλλα λόγια, έχει αποκλείσει την εξέταση όλων των υποθέσεων που αφορούν πρώην αποικίες του Ηνωμένου Βασιλείου και θεραπείες σε σχέση με προβλήματα που δημιούργησαν οι αποικιακοί θεσμοί ή/και η νεο-αποικιακή παρουσία τους σήμερα.

Γι’ αυτό οι νέες Συμφωνίες Διευθέτησης του Κυπριακού πρέπει να επιτρέπουν τον δικαστικό έλεγχο αν υπάρχουν διαφωνίες οι οποίες δεν μπορούν να επιλυθούν μετά από διαβούλευση και διαπραγμάτευση. Συγκεκριμένα ακολουθώντας την πρακτική κρατών που προκρίνουν βιώσιμες και όχι πεπαλαιωμένες και κοντόφθαλμες μορφές διπλωματίας, μπορεί να συμπεριληφθεί ρήτρα η οποία να επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο και υποχρεωτική εφαρμογή των αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου σε σχέση με τα ακόλουθα:

(α) την ερμηνεία οποιασδήποτε πρόνοιας των Συμφωνιών.
(β) την εξέταση οποιωνδήποτε ερωτημάτων διεθνούς δικαίου που είναι συνυφασμένα με την εφαρμογή των Συμφωνιών.
(γ) την εξέταση οποιουδήποτε γεγονότος, που αν διαπιστωθεί, θα συνιστά παραβίαση διεθνούς υποχρέωσης.
(δ) την φύση της θεραπείας και τον βαθμό της αποκατάστασης/αποζημίωσης για την παραβίαση της διεθνούς υποχρέωσης.

Αυτή είναι η νέα τάση σε σχέση με χώρες που δεν θέλουν να ακολουθούν μια στείρα εθνικιστική εξωτερική πολιτική χωρίς έλεγχο. Χώρες που στοχεύουν να επιλύουν τις διαφορές τους με ειρηνικά μέσα και που επιθυμούν να ενισχύουν την απόδοση δικαιοσύνης στην πράξη και όχι απλά ρητορικά [13]. Αν η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν επιθυμούν να το κάνουν αυτό στην πληρότητα των διεθνών τους σχέσεων πιστεύω ότι, τουλάχιστον σε σχέση με τις νέες διευθετήσεις στην Κύπρο και στη βάση των προβλημάτων του παρελθόντος και της εγγυοδοσίας που καλούνται να προσφέρουν, πρέπει να τους ζητηθεί και να επιδιωχθεί από τους Αναστασιάδη και Ακιντζί.

Ένα θέμα που πρέπει να μας ανησυχεί ιδιαίτερα είναι η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών (Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης [ΑΟΖ] ή/και Υφαλοκρηπίδας) δυτικά και βόρεια της Κύπρου. Εν τη απουσία συμφωνίας οριοθέτησης μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδος και Κύπρου, αυτή την στιγμή απλά κυκλοφορούν χάρτες με θαλάσσιες ζώνες τις οποίες διεκδικεί η κάθε πλευρά ως χώρους κυριαρχίας ή αποκλειστικής χρήσης. Υπάρχουν, όπως είναι αναμενόμενο, συγκρουόμενες διεκδικήσεις και ως αποτέλεσμα δημόσιες εξάρσεις και αλληλοκατηγορίες για παραβιάσεις από τη μια ή την άλλη πλευρά.

Δεν είμαι βέβαιος ότι ακόμη και με την λύση του Κυπριακού η οριοθέτηση αυτών των θαλασσίων ζωνών θα είναι εύκολη υπόθεση. Αντίθετα, ενδέχεται οι αλληλοδιεκδικήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας να δημιουργήσουν τριβές στις δύο κοινότητες στην Κύπρο, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως δυτικά της Κύπρου, όπου θα πρέπει η Ομοσπονδιακή Κυπριακή κυβέρνηση να πάρει θέση και να οριοθετήσει την δική της ΑΟΖ με τις «Μητέρες Πατρίδες». Παρόλο που το θέμα είναι πολύπλοκο, η διαδικασία επίλυσης διαφορών στην βάση της Σύμβασης του Δίκαιου της Θάλασσας (1982) είναι απλή και ξεκάθαρη – συμφωνία μέσω διαπραγμάτευσης και αν αυτό δεν είναι δυνατό σε εύλογο χρόνο τότε παραπομπή σε δικαστική διαδικασία.

Παρόλο που η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση του 1982, φαίνεται να είχε αποδεχθεί την διαδικασία που προέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι (1999) για επίλυση «εκκρεμών συνοριακών διαφορών και άλλων σχετικών θεμάτων [“… any outstanding border disputes and other related issues”]» με διαπραγμάτευση, και αν αυτό δεν γινόταν κατορθωτό σε εύλογο χρόνο τότε με δικαστική διαδικασία [14]. Από τότε η Ελλάδα φαίνεται να είναι πλέον διστακτική να ενεργοποιήσει την δικαστική διαδικασία, ενδεχομένως και λόγω της νομολογίας περί ευθυδικίας που έχει αναπτυχθεί για περιπτώσεις οριοθέτησης για μικρά νησιά και βραχονησίδες. Ούτε για την Τουρκία η δικαστική διαδικασία προωθείται, αφού προτιμά να διαπραγματεύεται το ζήτημα από θέση ισχύος. Επί του πρακτέου όμως και σε σχέση με ότι αφορά την Κύπρο θεωρώ ότι τουλάχιστον πρέπει να αποφασισθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη ό,τι η περιοχή που συνορεύει με την κυπριακή ΑΟΖ θα πρέπει να παραπεμφθεί στο ΔΔ αν δεν οριοθετηθεί με συμφωνία μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου σε εύλογο χρόνο. Είναι απολύτως αναγκαία αυτή η εγγυοδοσία, η οποία δεν είναι κάτι περισσότερο από την αποδοχή της διαδικασίας που καθορίζει το Δίκαιο της Θάλασσας. Χρειάζεται αυτός ο εγγυητικός μηχανισμός για να μη μετεξελιχθεί το Κυπριακό σε νέο πρόβλημα θαλάσσιων ζωνών και υδρογονανθράκων.

(3) Παρουσία Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών

Η ασφάλεια και η εμπιστοσύνη δεν θα ανακτηθεί από την πρώτη μέρα της λύσης και θα πρέπει να υπάρχει αστυνόμευση των περιοχών που θα επιστραφούν και προστασία για τους ανθρώπους που θα επιστρέψουν. Στην Κύπρο, τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εμπλακεί επί του εδάφους με ειρηνευτική δύναμη και σημαντική προσφορά για περισσότερο από 50 χρόνια. Υπάρχουν μηχανισμοί εποπτείας μέσω της Γραμματείας και του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ.

Είναι σημαντικό να υπάρχει ένα ξεκάθαρο ψήφισμα από το Συμβούλιο Ασφαλείας για τον ρόλο που θα επιτελέσουν τα ΗΕ στη μετά την λύση εποχή, με ξεκάθαρους όρους εντολής και επιχειρησιακής εμπλοκής, το οποίο θα βοηθήσει τη μεταβατική περίοδο και θα εγγυηθεί την εφαρμογή των συμφωνηθέντων. Η μη χρήση ενός υφιστάμενου και αναβαθμισμένου συστήματος ασφάλειας, όπως αυτό που προσφέρει η UNFICYP, ενδεχομένως να δημιουργήσει ανησυχίες.

Οι αρμοδιότητες της UNFICYP για την μεταβατική περίοδο θα πρέπει να είναι διευρυμένες, ιδιαίτερα σε σχέση με πιθανά ζητήματα τάξης και αναταραχών λόγω εδαφικών και περιουσιακών αναπροσαρμογών. Όπως και σε παρόμοιες μεταβατικές καταστάσεις όπου η ειρηνευτική αποστολή ανέλαβε κάποιας μορφής διακυβερνητικό έργο, π.χ. στο Ανατολικό Τιμόρ, έτσι και στην Κύπρο το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας που θα εξουσιοδοτεί την αναθεωρημένη δύναμη των ΗΕ, θα μπορούσε να ληφθεί στην βάση του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των ΗΕ. Δηλαδή με την δυνατότητα «δράσεων επιβολής» (enforcement action) την οποία η Τ/Κ κοινότητα φαίνεται να επιζητεί και να επιμένει μέσω των επεμβατικών στρατιωτικών εγγυήσεων της Τουρκίας. Η βασική διαφορά όμως, σε σχέση με τα επεμβατικά δικαιώματα της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960, είναι ότι: (α) η στρατιωτική δύναμη θα είναι πολυεθνική, (β) όλα τα εθνικά στρατεύματα θα πρέπει να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του στρατιωτικού διοικητή των ΗΕ, (γ) η αποστολή θα παραμείνει υπό την εποπτεία του Συμβουλίου Ασφαλείας (δ) με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και (ε) υπό την αίρεση ανανέωσης της θητείας της πέρα από την μεταβατική περίοδο μόνο μετά από την αξιολόγηση της ανάγκης της παρουσίας της.

Αυτή η εγγυοδοσία συνάδει και με την αναδυόμενη νόρμα στην διεθνή κοινότητα, της Ευθύνης Προστασίας (Responsibility to Protect). Η νέα νόρμα επαναπροσδιορίζει την έννοια της κρατικής κυριαρχίας και θέτει την προστασία των πολιτών ως υποχρέωση του κράτους, την οποία υποχρέωση όμως εγγυάται τώρα η διεθνής κοινότητα, μέσω ενός πιο ενεργού και επεμβατικού ΟΗΕ [15]. Συγκεκριμένα, η νόρμα της Ευθύνης Προστασίας αποδίδει στα κράτη την πρωταρχική ευθύνη προστασίας του πληθυσμού τους και στην διεθνή κοινότητα την υποχρέωση να τα βοηθήσει, και εάν και όπου χρειαστεί η διεθνής κοινότητα «οφείλει να προστατεύσει με διπλωματικά, οικονομικά, ανθρωπιστικά και στρατιωτικά μέσα πληθυσμούς που δεν προστατεύονται από τα κράτη τους» [16]. Τα κράτη δεν διατηρούν πλέον προνόμιο μη επέμβασης στα εσωτερικά τους όσον αφορά την ανθρώπινη ασφάλεια, αντίθετα η υποχρέωση προστασίας των πολιτών τους που απορρέει από την εδαφική κυριαρχία υπερτερεί και νομιμοποιεί επεμβάσεις αν δεν εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση. Ειρωνικά και παράδοξα, κάπως όπως το Άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960, με την ουσιώδη διαφορά ότι τώρα δεν είναι κάποια εγγυήτρια χώρα αλλά η διεθνής κοινότητα που «διατηρεί το δικαίωμα να αναλάβει δράση» για προσφορά ανθρώπινης ασφάλειας.

Η ενεργοποίηση αυτής της Ευθύνης Προστασίας είναι το τι καλείται το Συμβούλιο Ασφαλείας να πράξει στην περίπτωση της Κύπρου και πώς συγκεκριμένα αυτό θα λάβει χώρα για μια μεταβατική περίοδο, προληπτικά και υποβοηθητικά. Όπως δηλαδή και στην περίπτωση οποιασδήποτε άλλης διένεξης όπου το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πρέπει να κρίνει το πρόβλημα και τα μέσα που πρέπει να αναληφθούν για προστασία των ανθρώπων. Στην περίπτωση της Κύπρου αυτό θα γίνει εκ των προτέρων (προληπτικά) λαμβάνοντας υπόψη και προβλήματα αναποτελεσματικότητας που έχουν παρουσιαστεί σε άλλες περιπτώσεις, ούτως ώστε το σύστημα ασφάλειας να είναι μεν συλλογικό αλλά και αποτελεσματικό. Αυτό είναι το σύγχρονο και αποδεκτό μοντέλο σκληρής εγγυοδοσίας και ανθρώπινης ασφάλειας, και μέσα σε αυτό το πλαίσιο κρίνω ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα πρέπει να διαπραγματευθούν μια νέα Συνθήκη Ασφάλειας και Εγγυήσεων.

ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΠΕΡΑΝ ΤΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ

Το σύστημα εγγυήσεων που εφαρμόστηκε στην Κύπρο έχει αποτύχει. Όλα τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν παραβιάσει πρόνοιες της Συνθήκης Εγγυήσεως – η Ελλάδα μέσω του πραξικοπήματος και η Τουρκία μέσω της εισβολής, αλλά και οι δύο κοινότητες της Κύπρου μέσω της συνέργειάς τους με τις «Μητέρες Πατρίδες» για Ένωση ή Διχοτόμηση, στόχοι που ρητά απαγορεύονται από την Συνθήκη Εγγυήσεως. Ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, που δεν προσπάθησε να αλλάξει την συνταγματική τάξη, ή να επιδιώξει προσάρτηση ή διχοτόμηση, θα μπορούσε να ελεγχθεί νομικά σε σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Συνθήκη Εγγυήσεως και σε ποιο βαθμό τις υλοποίησε. Φυσικά το ΗΒ κρύφτηκε πίσω από τα κυριαρχικά δικαιώματα των Βάσεων και δεν είχε λόγους επέμβασης στον βαθμό που αυτά δεν επηρεάζονταν από τις διακοινοτικές εχθροπραξίες και τη ντε φάκτο διαίρεση του νησιού. Με άλλα λόγια, όλοι οι εγγυητές εστίασαν περισσότερο στα δικαιώματα που έλαβαν και στις παραβιάσεις των άλλων μερών, και λιγότερο στις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει το 1960.

Σε αυτό το άρθρο επιχειρηματολόγησα ότι η εγγυοδοσία χρήζει αναθεώρησης, όχι όμως κατάργησης. Ο γενικόλογος και υπεραπλουστευμένος τρόπος με τον οποίο ζητείται δημόσια η κατάργηση των εγγυήσεων, ενδεχομένως να δημιουργήσει άλλα προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα, ως παράπλευρη απώλεια να αναιρέσει την ήπια εγγυοδοσία ή να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις υποχρεώσεις που τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν και τις νομικές εξασφαλίσεις και ρήτρες που πρέπει να τους ζητηθούν και να αποδεχθούν για πραγματοποίηση των συμφωνηθέντων σε μια ενδεχόμενη λύση. Από την άλλη πλευρά, η απροβλημάτιστη ρητορική της διατήρησης μονομερών επεμβατικών-στρατιωτικών προνομίων στερείται νομικών και ηθικών ερεισμάτων και είναι επικίνδυνη όπως εξήγησα πιο πάνω. Χρειάζονται εγγυητικοί μηχανισμοί οι οποίοι σε δικαστικό επίπεδο θα μπορούν να ενεργοποιούνται μονομερώς, αλλά σε στρατιωτικό επίπεδο πολυμερώς, μέσα από θεσμοθετημένα όργανα όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ.

Εν κατακλείδι, πρέπει να καταγραφούν και να κατοχυρωθούν οι διαβεβαιώσεις και εξασφαλίσεις που θα δοθούν από όλες τις πλευρές για μια συνολική και βιώσιμη διευθέτηση του Κυπριακού. Φυσικά πιο πάνω έχω εισηγηθεί απλά ένα γενικό πλαίσιο το οποίο θα πρέπει να αναπτυχθεί και συγγραφεί εμπεριστατωμένα και με διπλωματική ακρίβεια. Όμως, την ίδια στιγμή είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι στην διεθνή πολιτική, όπως και στην ζωή γενικότερα, δεν υπάρχει απόλυτη ασφάλεια, απόλυτη εγγύηση ότι δεν θα αναδυθούν κίνδυνοι και προβλήματα στη νέα τάξη πραγμάτων, επειδή θα έχουν δοθεί νομικές εξασφαλίσεις. Όπως ούτε μπορούν να δοθούν εγγυήσεις ότι δεν θα αναδυθούν κίνδυνοι με την διατήρηση του στάτους κβο, κατάσταση που ενέχει τις δικές της επισφάλειες. Πρέπει οι Κύπριοι να εργαστούν σκληρά ούτως ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι στην πράξη. Σε αυτό τον τομέα σημαντική είναι η καλλιέργεια κουλτούρων συνύπαρξης, διαπαιδαγώγησης σε σχέση με συμβίωση με «μακροχρόνιους εχθρούς», και συμβίωσης σε περιβάλλον όπου υπάρχουν και θα υπάρχουν διαφορές, αντιπαλότητα και αβεβαιότητα [17].

Αυτή είναι μια ιστορική αλλά και διαχρονική πρόκληση. Όπως μας θυμίζει ο Αρχίλοχος, ο λυρικός ποιητής του 7ου αιώνα π.Χ., είναι ένα κατεξοχήν θυμικό, εσωτερικό εγχείρημα να «δοκιμάσεις να εγκατασταθείς κοντά στους εχθρούς σου με ασφάλεια» [18]. Είναι τελικά η πιο μεγάλη, η πιο δύσκολη μάχη. Πέραν της εξουδετέρωσης και ελαχιστοποίησης του κινδύνου, πέραν της συμφιλίωσης με τον εχθρό αν και όταν επιτευχθεί, να υπάρχει δηλαδή και κάποιου είδους συμφιλίωση με τον κίνδυνο, εξοικείωση με την ιδέα ανυπαρξίας ολοκληρωτικής ασφάλειας. Διαφορετικά δεν παίρνεις το ρίσκο της συνύπαρξης με αντιπάλους που ενδεχομένως και πάλι μπορεί να βρεθείς σε διαμάχη. Παραμένεις με αυτό τον τρόπο όχι απλά σε εγρήγορση μάχης αλλά εσωτερικά ανασφαλής, μαχητής των κυρίαρχων φόβων και εχθρών, όχι μαχητής της ζωής και της δύσκολης προσπάθειας συνύπαρξης.

Πέραν της εγγυοδοσίας, η προσπάθεια συντονισμού του πολιτικού λόγου στον ψυχικό ρυθμό του ποιητή –μια αναμφίβολα δύσκολη και εξιδανικευμένη κατάσταση– θεωρώ ότι είναι χρήσιμη για την βιωσιμότητα της λύσης του Κυπριακού. Κρίνω επίσης ότι χρειάζεται και στην περίπτωση της μη λύσης.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[Παράρτημα Α] Συνθήκη Εγγυήσεως (1960)
part_a_Treaty_of_Guarantee.pdf

[Παράρτημα Β] Συνθήκη Συμμαχίας (1960)
part_b_Treaty_of_Alliance_with_additionnal_protocols.pdf

[1] Για εφαρμογή σε διαφορετικά πεδία δράσης, βλέπε, μεταξύ άλλων, Zembylas, Michalinos, and Hakan Karahasan. "The politics of memory and forgetting in pedagogical practices: Towards pedagogies of reconciliation and peace in divided Cyprus." 18.2 (2006), Trimikliniotis, Nicos. "Reconciliation and social action in Cyprus: Citizens’ inertia and the protracted state of limbo." Cyprus Review 19.1 (2007), Papadakis, Yiannis. "Narrative, Memory and History Education in Divided Cyprus: A Comparison of Schoolbooks on the" History of Cyprus"." History & Memory 20.2 (2008): 128-148, Hadjipavlou, Maria. Women and change in Cyprus: Feminisms and gender in conflict (IB Tauris, 2010) and Constantinou, Costas M. "Multidirectional Diplomacy and the Privatization of Settlement." Peace Review 24.4 (2012): 454-461.
[2] Jennings, Robert, and Arthur Watts. Oppenheim’s International Law. Volume 1, Peace. (Longman 1995), σελ. 1322-1323.
[3] Jennings, Robert, and Arthur Watts. Oppenheim’s International Law. Volume 1, Peace. (Longman 1995), σελ. 1323-1324.
[4] Rustomji, Nari. Enchanted Frontiers: Sikkim, Bhutan and India's North-eastern Borderlands (Oxford University Press, 1973), σε σχέση με το ζήτημα της κυριαρχίας Constantinou, Costas M. "Before the summit: representations of sovereignty on the Himalayas." Millennium: Journal of International Studies 27.1 (1998): 23-53, και Abraham, Itty, How India Became Territorial: Foreign Policy, Diaspora, Geopolitics (Stanford University Press, 2014)
[5] Aust, Anthony. Modern Treaty Law and Practice. Cambridge University Press, 2000.
[6] http://www.echr.coe.int/Documents/Convention_ENG.pdf
[7] http://www.icj-cij.org/jurisdiction/?p1=5&p2=1&p3=3
[8] Constantinou, Costas M., and Der Derian, James, ‘Sustaining Global Hope: Sovereignty, Power and the Transformation of Diplomacy’ in C.M. Constantinou and J. Der Derian, eds. Sustainable Diplomacies (Palgrave Macmillan, 2010), pp. 1-22.
[9] Raustiala, K. and Slaughter, A. M. ‘International Law, International Relations and Compliance’ in Walter Carlsnaes, Thomas Risse, and Beth Simmons, eds, Handbook of International Relations (Sage 2002)
[10] Για το κείμενο της Γνωμάτευσης του Hans Kelsen στα ΗΕ, στο Soulioti Stella (ed.), Fettered Independence, Cyprus 1878-1964, Volume Two: The Documents (Minneapolis: Minnesota Mediterranean and East European Monographs, 2006), pp. 253-260.
[11] Constantinou, Costas M., and Oliver P. Richmond. "The long mile of empire: power, legitimation and the UK bases in Cyprus." Mediterranean Politics 10.1 (2005): 65-84.
[12] Περαιτέρω για το μέλλον των βρετανικών Βάσεων, βλέπε Dodds, Klaus, Jensen, Rikke, and Constantinou, Costas M. "Signposts: Cyprus, UK and the Future of the SBAs." The RUSI Journal 160.5 (2015): 36-45.
[13] Βλέπε Handbook on Accepting the Jurisdiction of the International Court of Justice διαθέσιμο στο http://legal.un.org/avl/pdf/rs/other_resources/Manual%20sobre%20la%20ace...
[14] http://www.europarl.europa.eu/summits/hel1_en.htm
[15] Βλέπε Thakur, Ramesh. The United Nations, Peace and Security: From Collective Security to the Responsibility to Protect. Cambridge University Press, 2006, και για κριτικές προσεγγίσεις επί του θέματος Chandler, David. "The responsibility to protect? Imposing the ‘Liberal Peace’." International peacekeeping 11.1 (2004): 59-81 και Bellamy, Alex J. "The Responsibility to Protect and the problem of military intervention." International Affairs 84.4 (2008): 615-639.
[16] http://www.un.org/en/preventgenocide/adviser/responsibility.shtml
[17] Για προσεγγίσεις από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, βλέπε De Rivera, Joseph, ed., Handbook on building cultures of peace (Springer, 2009), MacGinty, Roger. International peacebuilding and local resistance: hybrid forms of peace (Palgrave Macmillan, 2011) and Psaltis, E. B. C., Gillespie, A., & Perret-Clermont, A. N., eds, Social Relations in Human and Societal Development (Palgrave Macmillan, 2015)
[18] “ἐνδοκοισιν ἐχθρῶν πλησίον κατασταθεὶς ἀσφαλέως» στο αρχαίο κείμενο. Για ανάλυση του ποιήματος του Αρχίλοχου και την εναλλακτική κατανόηση ασφάλειας που υιοθετεί, βλέπε, Constantinou, Costas M. States of Political Discourse: Words, Regimes, Seditions. (Routledge, 2004). pp. 70-73.

Copyright © 2015 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition