Δολοφονία στην Άγκυρα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Δολοφονία στην Άγκυρα

Η Ρωσία, το ΝΑΤΟ και η βίαιη πολιτική της Τουρκίας
Περίληψη: 

Οι τουρκικές υπηρεσίες ασφαλείας, ή οποιαδήποτε στοιχεία μέσα σε αυτές, το λεγόμενο «βαθύ κράτος», έχουν μια ιστορία αξιοποίησης της δεξαμενής της δεξιάς ιδεολογίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Τουρκία δεν θα αποκλίνει από την παραδοσιακή στρατηγική της πορεία: Να διατηρήσει την επαγρύπνηση ενάντια στον ιστορικό εχθρό της, την Ρωσία.

Ο HALIL KARAVELI είναι βασικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Κεντρικής Ασίας – Καυκάσου και στο Κοινό Κέντρο του Προγράμματος Σπουδών «Δρόμου του Μεταξιού», όπου ηγείται της Πρωτοβουλίας για την Τουρκία. Είναι επίσης συντάκτης του Turkey Analyst [1].

Στις 19 Δεκεμβρίου, ο Mevlut Mert Altintas, ένας Τούρκος αξιωματικός της αστυνομίας, δολοφόνησε τον Andrei Karlov, τον πρεσβευτή της Ρωσίας στην Τουρκία. Η δράση του προφανώς εξελήφθη ως αντίποινα για τις ρωσικές βομβιστικές επιθέσεις στο ανατολικό Χαλέπι, και αυτός είναι ο τελευταίος από μια σειρά ακροδεξιών τρομοκρατών στην Τουρκία [2] των οποίων οι πράξεις χρησιμοποιήθηκαν για να τραβήξουν την Άγκυρα πίσω προς την Δύση. Λιγότερο από δύο εβδομάδες μετά την δολοφονία, τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Ιανουαρίου, ένας οπλοφόρος που πιστεύεται ότι είναι συνδεδεμένος με το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) σκότωσε τουλάχιστον 39 ανθρώπους σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης της Κωνσταντινούπολης [3]. Αν συνεχιστούν αυτές οι επιθέσεις, όπως είναι πολύ πιθανό, θα μπορούσε να υπονομευθεί η λαβή του Ερντογάν στην εξουσία, το οποίο είναι ακριβώς αυτό που αφορά το κύμα της τρομοκρατίας, ακόμη και αν οι δράστες είναι διαφορετικοί.

Σε αυτό το στάδιο, είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς την ακριβή πρόθεση του Altintas, αν ήταν ένας «μοναχικός λύκος» [4] ή καθοδηγήθηκε από άλλους, και ποιες συνέπειες θα έχει η δολοφονία. Αλλά τα ιστορικά μοτίβα προσφέρουν κάποιες ενδείξεις. Πρώτον, η Τουρκία έχει δει μια μακρά σειρά δολοφονιών υψηλού επιπέδου να διεξάγονται από την δεξιά πτέρυγα της χώρας, που αποτελείται από Σουνίτες ισλαμιστές [5] και Τούρκους εθνικιστές, οι οποίοι ήταν πάντα ευθυγραμμισμένοι με την τουρκική πολιτική [6]. Οι δολοφόνοι είχαν συνήθως διασυνδέσεις -άμεσες στην περίπτωση του Altintas, ο οποίος ήταν αξιωματικός των «ΜΑΤ»- με τις υπηρεσίες ασφαλείας της χώρας. Δεύτερον, οι δολοφονίες έχουν την τάση να λαμβάνουν χώρα σε ειδικές γεωπολιτικές περιστάσεις, δηλαδή όποτε η μακροχρόνια δέσμευση της Τουρκίας με την Δυτική συμμαχία ασφαλείας φάνηκε να μπαίνει σε κίνδυνο.

Το πρώτο κύμα ήρθε στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν η αριστερά ήταν ανοδική στην Τουρκία. Τότε φαινόταν ως σαν η χώρα, μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952, να μπορούσε να καταλήξει να προσελκυσθεί στην τροχιά της Σοβιετικής Ένωσης. Η βία -δολοφονίες και σφαγές- έφτασε στο αποκορύφωμά της στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στοίχισε πάνω από πέντε χιλιάδες ζωές. Οι στόχοι ήταν αριστεροί διανοούμενοι, φοιτητές, συνδικαλιστές, και Αλεβίτες, η αριστερόστροφη, ετεροδόξη μουσουλμανική μειονότητα. Αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, φατρίες στο εσωτερικό του τουρκικού στρατού –ο οποίος κατά τα άλλα είναι ένθερμος υποστηρικτής του ΝΑΤΟ- τάχθηκαν υπέρ του αναπροσανατολισμού μακριά από την Δύση και υπέρ της ανάπτυξης δεσμών ασφαλείας με την Ρωσία και την Κίνα. Ακολούθησε μια σειρά από θεαματικές δολοφονίες Χριστιανών.

Με την άνοδο του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), η Τουρκία φάνηκε να βάζει τον εαυτό της πάλι σε μια Δυτική πορεία. Παρά το γεγονός ότι το ΑΚΡ ήταν μετριοπαθές ισλαμιστικό, καλλιέργησε στενούς δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της Τουρκίας. Οι αξιωματικοί του στρατού οι οποίοι υποστήριξαν τον ευρασιατικό προσανατολισμό εκκαθαρίστηκαν και φυλακίστηκαν, κατηγορούμενοι ότι σχεδίαζαν ένα πραξικόπημα.

Αλλά η διολίσθηση του καθεστώτος ΑΚΡ στον αυταρχισμό [7] από το 2012, έχει κάνει τις σχέσεις Τουρκίας-Δύσης τεταμένες. Κατά κάποιο τρόπο, η μετατόπιση της Τουρκίας προς τα ανατολικά θα έπρεπε να την έχει φέρει πιο κοντά στην Ρωσία [8], η οποία ήταν κι εκείνη σε αυξανόμενη αντίθεση με την Δύση. Όμως, οι δύο χώρες ήταν κλειδωμένες στην μάχη στην Συρία, με την Άγκυρα να υποστηρίζει τους αντάρτες ισλαμιστές και την Ρωσία αποφασισμένη να κρατήσει τον σύμμαχό της, τον ηγέτη της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, στην εξουσία.

Ωστόσο, η Τουρκία έπρεπε σταδιακά να εγκαταλείψει τον φαινομενικά ακατόρθωτο στόχο της ανατροπής του Άσαντ. Ακολούθως, κατέληξε σε μια ύφεση με την Ρωσία με την ελπίδα να έχει τουλάχιστον κάποια επιρροή στις μελλοντικές εξελίξεις στην Συρία, πάνω απ’ όλα για να αποτρέψει τους Κούρδους της Συρίας από την ίδρυση μιας αυτο-διοικούμενης συνεχούς [εδαφικής] ζώνης [δίπλα] στα τουρκικά σύνορα. Επίσης, η άμβλυνση των εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών (που είχαν φτάσει σε νέα ύψη μετά την κατάρριψη από την Τουρκία ενός ρωσικού πολεμικού αεροπλάνου πάνω από την Συρία στα τέλη του περασμένου έτους) διευκολύνθηκε από την αυξανόμενη αποξένωση της Άγκυρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν [9] το καλοκαίρι.

Ο Ερντογάν δεν έχει κρύψει την απογοήτευσή του με την αντίδραση των ΗΠΑ στην προσπάθεια να τον ανατρέψουν. Ο ίδιος εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος, σε αντίθεση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, έσπευσε να εκφράσει την υποστήριξή του στον Ερντογάν καθώς εξελισσόταν το πραξικόπημα. Φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης στην Τουρκία μέχρι που υποστήριξαν ότι η Ρωσία βοήθησε να εκτροχιαστεί το πραξικόπημα.

Το τουρκικό καθεστώς έχει την τάση να εκλαμβάνει την άρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να εκδώσει τον κληρικό Fethullah Gulen [10], τον οποίο η Άγκυρα θεωρεί υπεύθυνο για την απόπειρα πραξικοπήματος, ως απόδειξη της αμερικανικής συνενοχής. Περαιτέρω, η αμερικανική βοήθεια στους Κούρδους αντάρτες στην Συρία, οι οποίοι είναι στενοί σύμμαχοι του μαχητικού Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ) που έχει εξαπολύσει μια εξέγερση εναντίον της Άγκυρας από το 1984, θεωρείται ως μια ακόμη έκφραση της αμερικανικής εχθρότητας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα τουρκικών μέσων ενημέρωσης, στοιχεία εντός του κρατικού οικοδομήματος ενθαρρύνουν τον Ερντογάν να διακόψει τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη και να ευθυγραμμίσει πληρέστερα την Τουρκία με την Ρωσία. Το αποτυχημένο πραξικόπημα μπορεί να ενίσχυσε την λαβή της στρατιωτικής ομάδας που υποστηρίζει μια τέτοια ευθυγράμμιση˙ αυτό που είναι σαφές είναι ότι οι εκκαθαρίσεις στον απόηχο της απόπειρας πραξικοπήματος έχουν εξαντλήσει τις τάξεις των πιο φιλο-ΝΑΤΟϊκών αξιωματικών.