Ο εξτρεμισμός υπό τον Σίσι | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο εξτρεμισμός υπό τον Σίσι

Οι κατασταλτικές πολιτικές του έχουν επιδεινώσει το πρόβλημα
Περίληψη: 

Η πλειοψηφία των νεαρών Αιγυπτίων που ανέτρεψε τον πρόεδρο Χόσνι Μουμπάρακ το 2011, θέλουν ελευθερία λόγου και απασχόληση. Θέλουν μια καλύτερη ζωή. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν γίνει πικρόχολοι και περιθωριοποιημένοι υπό την διακυβέρνηση Σίσι, κάτι που δίνει ευχέρεια στους ριζοσπάστες και τους εξτρεμιστές.

Ο KHALIL AL-ANANI είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Ινστιτούτο Μεταπτυχιακών Σπουδών της Ντόχα στο Κατάρ. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Muslim Brotherhood: Religion, Identity, and Politics (Oxford University Press, 2016).

Όποιος αναζητά αποδείξεις για υφέρπουσα ισλαμική ριζοσπαστικοποίηση στην Αίγυπτο υπό το καταπιεστικό καθεστώς του προέδρου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι δεν χρειάζεται δεν δει μακρύτερα από την βομβιστική επίθεση [1] στην Κοπτική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Κάιρο στις 10 Δεκεμβρίου. Στην επίθεση, για την οποία ανέλαβε την ευθύνη το Ισλαμικό Κράτος (επίσης γνωστό ως ISIS), σκοτώθηκαν 25 και τραυματίστηκαν περίπου 50. Ο ύποπτος ως βομβιστής αυτοκτονίας, ο 22χρονος Μαχμούντ Σαφίκ Μοχάμεντ Μουσταφά, είχε συλληφθεί το 2014 από τις δυνάμεις ασφαλείας της Αιγύπτου, όταν εκείνος και ένας από τους συμμαθητές του, περνούσαν κοντά από [2] μια διαδήλωση της αντιπολίτευσης. Βασανίστηκε και πέρασε ένα χρόνο στην φυλακή χωρίς να κατηγορηθεί για τυχόν πραγματικά εγκλήματα, σύμφωνα με έναν από τους δικηγόρους του [3]. Η διαδρομή του Μουσταφά προς την ριζοσπαστικοποίηση αποκαλύπτει την ευκολία με την οποία οι εξτρεμιστές επωφελούνται από τις κατασταλτικές πολιτικές του Σίσι για να αντλήσουν υποστήριξη από νεαρούς Αιγύπτιους.

Αν και οι πολιτικοί και κοινωνικοί επιστήμονες έχουν εκτενώς διαφωνήσει [4] σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της κρατικής καταστολής και της ριζοσπαστικοποίησης, υπάρχουν άφθονα στοιχεία [5] ότι αυτά τα δύο συσχετίζονται στις περιπτώσεις της Αλγερίας, της Τσετσενίας, της Αιγύπτου και της Λιβύης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η Κίνα, το Καζακστάν, και το Ιράκ υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν, οι μελετητές έχουν διαπιστώσει ότι [6] η σοβαρή καταστολή μπορεί να μειώσει την διαφωνία και την εξέγερση. Σε άλλες χώρες, όπως η Αίγυπτος, προκαλεί ριζοσπαστική και βίαιη συμπεριφορά.

Η Αίγυπτος έχει μια μακρά ιστορία τρομοκρατίας και πολιτικής βίας, η οποία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, έχει πλέον φτάσει σε ένα πρωτοφανές επίπεδο για πάνω από δύο δεκαετίες. Από τότε που ο Σίσι ανέλαβε την προεδρία το 2014, οι τρομοκράτες έχουν βομβαρδίσει κτίρια ασφάλειας [7], δολοφόνησαν ανώτερους αξιωματούχους [8] και στρατιωτικό προσωπικό [9], κατέστρεψαν στρατιωτικά οχήματα [10], και απήγαγαν και εκτέλεσαν και στρατιώτες [11] και πολίτες [12 ]. Σύμφωνα με διάφορες τεκμηριωμένες αναφορές [13], ο αριθμός των θυμάτων και των επιθέσεων έχει αυξηθεί κατά τα τελευταία δύο χρόνια. Όπως σημειώνει ο Δείκτης της Παγκόσμιας Τρομοκρατίας (Global Terrorism Index) [14], η τρομοκρατία στην Αίγυπτο είναι σε υψηλότερο επίπεδο από το 2000. «Το 2015 υπήρχαν 662 θάνατοι, μια αύξηση της τάξης του 260% από το 2014. Σε αντίθεση, από το 2000 έως το 2012, οι περισσότεροι θάνατοι που καταγράφηκαν σε ένα έτος ήταν 92, και τούτο ήταν το 2005».

Η άνευ προηγουμένου καταστολή του Σίσι στην ειρηνική και μη βίαιη αντιπολίτευση έχει δημιουργήσει ένα γόνιμο περιβάλλον για τους εξτρεμιστές και τις ριζοσπαστικές ιδεολογίες. Οι περισσότερες από τις επιθέσεις από τότε που ο Σίσι πήρε την εξουσία έχουν πραγματοποιηθεί από την Wilayat Sinai [15], το αιγυπτιακό παρακλάδι του ISIS. Πριν από το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2013, η οργάνωση (που αρχικά ονομαζόταν Ansar Beit al-Maqdis) είχε εστιάσει τις δραστηριότητές της στο Σινά και κυρίως στόχευε το Ισραήλ. Ωστόσο, μετά το πραξικόπημα, επεξέτεινε τις δραστηριότητές της στην ηπειρωτική Αίγυπτο, όπου στόχευε σταθερά αξιωματούχους του καθεστώτος και των δυνάμεων ασφαλείας. Η επιθέσεις έχουν στερήσει πόρους από την διοίκηση του Σίσι και έχουν βλάψει τη δημόσια εικόνα της ως ένα ισχυρό και σταθερό καθεστώς.

Άλλοι απογοητευμένοι ισλαμιστές έχουν δημιουργήσει τις δικές τους ανταρτικές ομάδες και δίκτυα που στοχεύουν κυβερνητικούς αξιωματούχους, θεσμούς και υποστηρικτές. Κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων ετών, μια ντουζίνα ριζοσπαστικές και βίαιες ομάδες και δίκτυα έχουν αναδυθεί και αναπτυχθεί, ανάμεσά τους οι Ajnad Misr (Στρατιώτες της Αιγύπτου), το Κίνημα Μολότοφ, και το Liwaa al-Thawra (Κίνημα της Ταξιαρχίας της Επανάσταση). Αυτές οι ομάδες χρησιμοποιούν διαφορετικές τακτικές, όπως η ανασυγκρότηση και η αλλαγή του ονόματός τους για να αποφύγουν την καθεστωτική καταπίεση και να αντεπιτεθούν ενάντια στην καταστολή, και έχουν αποδειχθεί σημαντικοί πραγματιστές και κοστοβόροι για το καθεστώς Σίσι.

Σε αντίθεση με την Wilayat Sinai, της οποίας την εξτρεμιστική ιδεολογία απορρίπτουν και καταδικάζουν πολλοί ισλαμιστές στην Αίγυπτο, αυτά τα νέα, χαμηλής κλίμακας δίκτυα έχουν ως κίνητρο κυρίως τα πολιτικά παράπονα. Οι υποστηρικτές τους εντός των ισλαμιστικών κύκλων τα βλέπουν ως πρωτοπόρους εναντίον του καθεστώτος, και πολλοί νέοι ισλαμιστές χαιρετίζουν τις επιχειρήσεις τους εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας. Αυτές οι ομάδες έχουν την τάση να αντλούν υποστήριξη και να στρατολογούν νέα μέλη από εκείνους που καταπιέζονται από το καθεστώς Σίσι και εκείνους που θα μπορούσαν να έχουν χάσει κάποιους από τους συγγενείς τους και τα μέλη της οικογένειάς τους στον απόηχο του πραξικοπήματος, ιδίως μετά την σφαγή της Rabaa [16], όπου σκοτώθηκαν περίπου 800 άνθρωποι στις 14 Αυγούστου του 2013. Μερικοί από αυτούς ύψωσαν το σήμα της Rabaa (τέσσερα δάχτυλα) στις δηλώσεις τους [17] για να νομιμοποιήσουν τις επιθέσεις τους.

11012017-1.jpg

Ένα στρατιωτικό ελικόπτερο πετά πάνω από την εκκλησία της Παναγίας κατά την διάρκεια της κηδείας των θυμάτων που σκοτώθηκαν στην βομβιστική επίθεση κατά του κύριου Κοπτικού καθεδρικού ναού του Καΐρου, τον Δεκέμβριο του 2016. AMR ABDALLAH DALSH / REUTERS
----------------------------------------------------