Κοιτάζοντας προς την Γερμανία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κοιτάζοντας προς την Γερμανία

Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει το Βερολίνο για την φιλελεύθερη τάξη

Με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump, αποφασισμένο να τραβήξει τις Ηνωμένες Πολιτείες έξω από την παγκόσμια ηγεσία και με το Ηνωμένο Βασίλειο βυθισμένο σε μια μπερδεμένη αναχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γερμανία έχει αναδειχθεί ως η κεντρική οικονομική και πολιτική δύναμη στην Ευρώπη. Από την πολυ-επαινεμένη ομιλία του προέδρου της Γερμανίας, Joachim Gauck, στην Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου [1] το 2014 – «Ας μην κάνουμε τα στραβά μάτια», δήλωσε τόνισε με έμφαση, «να μην αποφύγουμε τις απειλές, αλλά αντ’ αυτού να σταθούμε ακλόνητοι»- η χώρα έχει δείξει την δέσμευσή της να διασφαλίσει την δική της ασφάλεια και της ηπείρου. Συμφώνησε να αυξήσει σταδιακά τις αμυντικές δαπάνες της ώστε να επιτύχει τον ΝΑΤΟϊκό στόχο του 2% επί του ΑΕΠ για την δημιουργία ενός αξιόπιστου ευρωπαϊκού συστήματος άμυνας. Πήρε μια μονομερή απόφαση στις αρχές του 2015, να στείλει τον Bundeswehr σε μια εκπαιδευτική αποστολή στο βόρειο τμήμα του Ιράκ και να ενταχθεί στην στρατιωτική εκστρατεία εναντίον του Ισλαμικού Κράτους (επίσης γνωστού ως ISIS) [2] αφότου η Γαλλία επικαλέστηκε την αμοιβαία αμυντική ρήτρα της Συνθήκης της Λισαβόνας της ΕΕ μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι τον Νοέμβριο του 2015. Το Βερολίνο συνέχισε να βοηθά στην διαχείριση της κρίσης στη νότια περιφέρεια της Ευρώπης, στην Συρία και το Ιράκ, αναδεικνυόμενο σε έναν αξιόπιστο εταίρο της Ουάσιγκτον σε μια εποχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κάνει σημαντικές περικοπές υπό τον πρώην πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα.

Η ελπίδα πολλών αγχωμένων Ευρωπαίων και Αμερικανών [3], ανήσυχων για την τύχη της φιλελεύθερης τάξης και την διατλαντική σχέση, είναι ότι η Γερμανία θα πάρει την θέση των Ηνωμένων Πολιτειών ως ηγέτης της φιλελεύθερης τάξης. Αλλά αυτό είναι ευσεβής πόθος.

Η Γερμανία έχει ήδη κατακλυστεί από κρίσεις εγχωρίως και στα σύνορά της. Και δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ ως φιλελεύθερη ηγέτις του κόσμου για τον απλό λόγο ότι δεν είναι τέτοια. Το 2015, είχε έναν αμυντικό προϋπολογισμό που ήταν το ένα εικοστό του μεγέθους των Ηνωμένων Πολιτειών, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών. Δεν είναι πυρηνική δύναμη και έχει συγκριτικά μικρότερες φιλοδοξίες να προσφέρει για το κοινό καλό στην παγκόσμια σκηνή από όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Αλλά ούτε το Βερολίνο εφησυχάζει [4], και υπάρχουν πολλά που μπορεί και είναι διατεθειμένο να κάνει για να εξασφαλίσει ότι η Ευρώπη παραμένει ενωμένη, ιδιαίτερα σχετικά με την άμυνα. Για πρώτη φορά μετά την επανένωση, η Γερμανία έχει ετοιμαστεί να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό της, μια αύξηση 8% από το 2016. Και επίσης κινείται για την προώθηση της αμυντικής συνεργασίας της ΕΕ. Στην πραγματικότητα, ακόμα κι αν η Γερμανία είναι απίθανο να αναλάβει την ευρωπαϊκή άμυνα αντί για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή και οι συνεργάτες της μπορούν να βρουν πολλές ευκαιρίες στις απειλές Trump ώστε να ξεπεράσουν τις δικές τους πολιτικές κακουχίες.

ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Trump την περασμένη εβδομάδα, η Βρετανίδα πρωθυπουργός Theresa May δήλωσε ότι ο ηγέτης των ΗΠΑ ήταν «100% υποστηρικτικός του ΝΑΤΟ». Αλλά εάν οι λέξεις της [προεκλογικής] εκστρατείας του Trump αντανακλούν την σκοπούμενη πολιτική του ως πρόεδρος, η υποστήριξη των ΗΠΑ προς το ΝΑΤΟ θα συρρικνωθεί και η υποστήριξη προς την Ρωσία θα καλλιεργηθεί. Από τη μια πλευρά, αυτό θα δώσει στην Ρωσία την ευκαιρία να εδραιωθεί στην Ανατολική Ευρώπη και θα σημαίνει το πιθανό τέλος της ένταξης στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ για την Ουκρανία και άλλες πιθανές υποψήφιες χώρες. Αλλά από την άλλη πλευρά, η Ρωσία δεν έχει καμία πρόθεση να προκαλέσει ένα μέλος του ΝΑΤΟ να επικαλεσθεί το άρθρο 5 (την διάταξη περί της συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ), με δεδομένο τον τρόπο που η κρίση στην Ουκρανία αναζωογόνησε την οργάνωση το 2014. Η Μόσχα δεν έχει τα οικονομικά ή στρατιωτικά μέσα για την καταπολέμηση του ΝΑΤΟ, πράγμα που σημαίνει ότι κύρια ανησυχία της Γερμανίας θα είναι η χρήση από την Μόσχα του πιο αποδοτικού υβριδικού πολέμου στην άμεση γειτονιά της.

Η πιθανή αντίδραση του Βερολίνου, λοιπόν, θα είναι να συνεχιστεί η διττή προσέγγιση του να είναι και σκληρό και εξυπηρετικό ως προς την Μόσχα. Όσον αφορά το πρώτο, το Βερολίνο έχει δείξει μεγάλη προθυμία να πείσει τους Ευρωπαίους εταίρους του να διατηρήσουν τις κυρώσεις τους για την Ρωσία, ή ακόμα και να τις επεκτείνουν, δεδομένων των επιδρομών της Μόσχας στην Συρία, ακόμη και αν η νέα διοίκηση των ΗΠΑ διακόψει τις δικές της. Όσον αφορά το τελευταίο, το Βερολίνο θα πρέπει σταδιακά να εγκαταλείψει την επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα ανατολικά και να αποδεχθεί, με όρους de facto, τις ρωσικές σφαίρες επιρροής στην Κεντρική Ασία, τον Καύκασο, και, πιο πρόσφατα, στην Ουκρανία. Το ΝΑΤΟ θα μπορούσε επίσης να προσπαθήσει να διευθετήσει τα ρωσικά συμφέροντα, παραιτούμενο από την διεύρυνση, και (ίσως) από την κατασκευή του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας στην Ρουμανία και την Πολωνία, κάτι που έχει προγραμματιστεί για το 2018. Υπάρχουν ισχυρά τμήματα του γερμανικού κομματικού συστήματος που θα ήταν πρόθυμα να υποστηρίξουν αυτά τα βήματα. Πιστεύουν ότι η ευρωπαϊκή αντιπυραυλική άμυνα είναι στενά συνδεδεμένη με τις μελλοντικές συνομιλίες για τους εξοπλισμούς με την Ρωσία, οι οποίες έχουν καθυστερήσει τα τελευταία χρόνια, καθώς οι δύο πλευρές επιδιώκουν προγράμματα εκσυγχρονισμού των πυρηνικών τους όπλων.

Αλλά τέτοιες συμφωνίες πρέπει να περιλαμβάνουν ένα σαφές μήνυμα προς την Μόσχα ότι η ύφεση [στις σχέσεις] δεν σημαίνει αδυναμία, σε περίπτωση που η Ρωσία έχει μπει στον πειρασμό να κλιμακώσει τις εντάσεις στην Ανατολική Ευρώπη για να δοκιμάσει τα όρια της νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, οι Ευρωπαίοι, με το Βερολίνο και το Παρίσι να αναλαμβάνουν την ηγεσία, θα πρέπει να χτίσουν στα ήδη υπάρχοντα σχέδια για μια μόνιμη και πιο αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη της ΕΕ και να αναπτύξουν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τις χώρες της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει, τουλάχιστον, μια σοβαρή δέσμευση συνεισφοράς στο ΝΑΤΟ στο 2% του ΑΕΠ τους. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει υποστήριξη του Βερολίνου στο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να απομακρύνει όλες τις περιττές δομές και μονάδες της ευρωπαϊκής άμυνας. Περίπου το 80% των αμυντικών προμηθειών γίνονται σε καθαρά εθνικό επίπεδο, κάτι που οδηγεί σε δαπανηρές επικαλύψεις στρατιωτικών δυνατοτήτων (κατ’ εκτίμηση από 27 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι 107 δισεκατομμύρια ετησίως, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Και θα πρέπει να περιλαμβάνει στρατηγικές επενδύσεις σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη, από αέρος ανεφοδιασμό, δορυφορικές επικοινωνίες και ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, που μέχρι τώρα η Ουάσιγκτον αναγκαζόταν να παρέχει σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή στρατιωτική επιχείρηση, ακόμη και στην Λιβύη, όπου η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο πήραν την ηγεσία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Το Βερολίνο υπήρξε επίσης ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της ανάπτυξης κοινού πολιτικο-στρατιωτικού σχεδιασμού για την διαχείριση κρίσεων και την οικοδόμηση ενός στρατιωτικού αρχηγείου της ΕΕ προετοιμασμένου για απειλές όπως αυτές στην Λιβύη και να συντονίζει κοινές πολιτικο-στρατιωτικές επιχειρήσεις. Τέλος, οι συνεχιζόμενες προσπάθειες του Βερολίνου να συμβάλει στην αποτρεπτική δύναμη του ΝΑΤΟ στις χώρες της Βαλτικής και την Πολωνία -ένα βήμα που είναι περισσότερο από συμβολικό, δεδομένου ότι θα βάλει τους Γερμανούς στρατιώτες στην πρώτη γραμμή σε μια ένοπλη σύγκρουση- μέχρι στιγμής έχουν αντιμετωπιστεί με σκεπτικισμό, αλλά ίσως τώρα να εκτιμηθούν στην Ευρώπη, δεδομένης της ανάγκης για μεγαλύτερη συνεργασία πάνω στην άμυνα.

ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Αλλά η Γερμανία δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την γαλλική συνεργασία. Μαζί, θα πρέπει να πάρουν το προβάδισμα στο να κάνουν την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας της Ευρώπης πιο λειτουργική. Το Βερολίνο μπορεί να εξετάσει τις προτάσεις του Παρισιού να εξαιρεθούν οι αμυντικές δαπάνες από τους υπολογισμούς του ελλείμματος, κάτι που θα επιτρέψει περισσότερες δαπάνες χωρίς να καταπατηθούν οι περιορισμοί του ελλείμματος που προβλέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ [5], και να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό Αμυντικό Ταμείο που θα επιτρέψει στους Ευρωπαίους εταίρους να ενοποιήσουν σχετικές επενδύσεις.

Αν και η ενίσχυση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων πυρηνικής αποτροπής φαίνεται ρεαλιστική, είναι πιθανό ότι η Γαλλία θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο πιο σοβαρά αφότου το Ηνωμένο Βασίλειο φύγει από την ΕΕ. Τα γαλλικά και τα βρετανικά πυρηνικά όπλα ήταν τμήμα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αποτροπής από την εποχή της ΝΑΤΟϊκής Διακήρυξης της Οττάβα το 1974, στην οποία οι δύο πυρηνικές δυνάμεις εξέφρασαν την προθυμία τους να συμβάλλουν «στην συνολική ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της Συμμαχίας». Δεδομένου ότι η Γερμανία έχει συμφωνήσει να μην αναπτύξει και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα στο πλαίσιο της Συνθήκης Μη Διασποράς και της Συνθήκης Δύο συν Τέσσερα (Two Plus Four Treaty), είναι πιθανό ότι θα ήταν πρόθυμη να πληρώσει για την γαλλική δύναμη κρούσης και να κάνει ό, τι είναι δυνατόν για να κρατήσει το Ηνωμένο Βασίλειο να περιλαμβάνεται σε οποιαδήποτε σχέδια για ευρωπαϊκή πυρηνική αναχαίτιση.

Η ενίσχυση όλων αυτών των στοιχείων εξυπηρετεί δύο στόχους για τους Γερμανούς και τους Ευρωπαίους: Να πείσουν την Ουάσιγκτον να διατηρήσει το ΝΑΤΟ με το να εντείνουν την δική τους συμβολή στην συλλογική άμυνα, και να προβάλουν ισχύ στην γειτονιά τους, ιδιαίτερα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτραβηχτούν από την Μέση Ανατολή [6]. Στην πραγματικότητα, βασικό επιχείρημα της Γερμανίας για την εισαγωγή κοινών δομών στην ΕΕ είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο στην σταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής και της αφρικανικής ηπείρου -αμφότερες ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και την επίλυση της κρίσης των προσφύγων.

Δεδομένου ότι η Γερμανία είναι σήμερα πιο πρόθυμη να ασκήσει στρατιωτική ηγεσία από ποτέ άλλοτε, και υπό την προϋπόθεση ότι θα λάβει στήριξη από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους εταίρους της, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ότι το σημερινό πολιτικό κλίμα μπορεί να φέρει τους Ευρωπαίους πιο κοντά, ιδίως την Γαλλία και την Γερμανία (και ίσως ακόμη και το αναχωρούν Ηνωμένο Βασίλειο). Η Ευρώπη δεν θα καταρρεύσει από τις αμφιβολίες σχετικά με το μέλλον των εγγυήσεων ασφάλειας των ΗΠΑ, και η Γερμανία θα αντιμετωπίσει την πρόκληση για να το βεβαιώσει αυτό.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2017-01-29/looking-germany

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.bundespraesident.de/SharedDocs/Reden/EN/JoachimGauck/Reden/20...
[2] http://www.nbcnews.com/storyline/isis-terror/germany-support-military-ca...
[3] https://www.nytimes.com/2016/11/13/world/europe/germany-merkel-trump-ele...
[4] http://foreignpolicy.com/2016/12/13/merkel-and-whose-army-germany-milita...
[5] https://ec.europa.eu/info/node/4287/
[6] http://carnegieendowment.org/2016/12/05/donald-trump-s-middle-east-promi...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition