Η Ρουμανία μάχεται την διαφθορά | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ρουμανία μάχεται την διαφθορά

Τι μπορούν να μας διδάξουν οι πρόσφατες διαδηλώσεις
Περίληψη: 

Το κίνημα διαμαρτυρίας αρνήθηκε οποιαδήποτε επίσημη σχέση με (ή χρηματοδότηση από) τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία επέδειξαν αυτοσυγκράτηση και δεν προσπάθησαν να εμπλακούν. Εν τη απουσία πολιτικών διασυνδέσεων, η διαχωριστική γραμμή έγινε ηθική αντί πολιτική. Έγινε μια επιλογή είτε της υποστήριξης των πολιτών είτε των διεφθαρμένων αξιωματούχων.

Η ISABELA MARES είναι καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Το επερχόμενο βιβλίο της Conditionality and Coercion διερευνά την εκλογική διαφθορά στην Ανατολική Ευρώπη.

Στις αρχές Φεβρουαρίου, σχεδόν μισό εκατομμύριο πολίτες ξεχύθηκαν στους δρόμους της Ρουμανίας για να διαμαρτυρηθούν για το πέρασμα ενός έκτακτου διατάγματος που αποποινικοποιεί πολλά αδικήματα χαμηλού επιπέδου διαφθοράς. Ο νόμος, που προωθήθηκε από μια κυβέρνηση συνασπισμού υπό την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (PSD) και ψηφίστηκε χωρίς κοινοβουλευτική συζήτηση, θεωρήθηκε ως ότι αντέστρεφε μια δεκαετή διαδικασία καταπολέμησης της διαφθοράς. Μετά από έξι ημέρες διαδηλώσεων, η κυβέρνηση ενέδωσε και απέσυρε το διάταγμα. Σε αυτή την εποχή της ανόδου του λαϊκισμού, η ρουμανική διαμαρτυρία ήταν η πρώτη που είχε καταφέρει να πολεμήσει κατά των κυβερνητικών παραβάσεων σε δημοκρατικές πρακτικές. Και με μια σειρά από χώρες σε όλο τον κόσμο να αντιμετωπίζουν παρόμοιες διαβρώσεις των δημοκρατικών κανόνων, αξίζει να εξεταστούν οι παράγοντες που εξηγούν την επιτυχία της λαϊκής αντίστασης στην σημερινή εποχή του παγκόσμιου λαϊκισμού.

Η πρόσφατη απόφαση του PSD να αποποινικοποιήσει πράξεις διαφθοράς και να αγνοήσει τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες δεν είναι νέα. Στην πραγματικότητα, είναι συνεπής με προηγούμενες προσπάθειες του για την καταπάτηση των δημοκρατικών κανόνων. Το PSD είναι ο διάδοχος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρουμανίας, και κατά τη διάρκεια της μετακομμουνιστικής περιόδου εξελίχθηκε σε λαϊκίστικο κόμμα. Η προεκλογική εκστρατεία του PSD κατά την διάρκεια των πιο πρόσφατων βουλευτικών εκλογών τον Δεκέμβριο του 2016, συνδύασε λαϊκιστικά οικονομικά μηνύματα και εθνικιστική ρητορική. Το PSD φλέρταρε τους ψηφοφόρους χαμηλού εισοδήματος με την υπόσχεση υψηλότερων παροχών και συντάξεων κοινωνικής πρόνοιας, ακόμη και αν προσέφερε μόνο ασαφείς προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί μια τέτοια δημοσιονομική επέκταση. Την ίδια στιγμή, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κινητοποίησε το εκλογικό σώμα του, καταγγέλλοντας τους πολιτικούς ανταγωνιστές του ως πράκτορες ξένων χωρών και κάνοντας έκκληση για εθνική ενότητα ενάντια σε εξωτερικούς εχθρούς. Αυτή η διττή λαϊκίστικη προσέγγιση ήταν επιτυχής. Εκμεταλλευόμενο τον πολιτικό κατακερματισμό των κομμάτων της αντιπολίτευσης, το PSD κέρδισε το 46% της λαϊκής ψήφου.

Μετά την εκλογική νίκη του, το κόμμα ξεκίνησε την επίθεσή του εναντίον των καθιερωμένων συνταγματικών πρακτικών. Κατά την διάρκεια του σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού στο Κοινοβούλιο, το PSD απείλησε να απευθύνει μομφή στον πρόεδρο, ο οποίος εκπροσωπεί ένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αν εκείνος αρνηθεί να διορίσει την κυβέρνηση που είχε προτείνει [το PSD]. Το PSD έπειτα προώθησε γρήγορα τις λαϊκίστικες οικονομικές πολιτικές του με την έκδοση νομοθεσίας η οποία αύξησε την διακριτική ευχέρεια των δημάρχων επί των τοπικών δαπανών. Οι δήμαρχοι είναι οι βασικοί μεσίτες της ισχύος του PSD στο κομματικό σύστημα πατροναρίσματος.

Στις αρχές του Φεβρουαρίου, οι Σοσιαλιστές άρχισαν την επίθεσή τους ενάντια στο δικαστικό σύστημα, μέσω του οποίου οι υπηρεσίες καταπολέμησης της διαφθοράς της Ρουμανίας διερευνούσαν ενεργά τις παράνομες δραστηριότητες. Το επίκεντρο αυτής της επίθεσης ήταν η νομοθεσία που αποσκοπεί να τροποποιήσει τον ποινικό κώδικα με το να αποποινικοποιήσει μια σειρά από πρακτικές διαφθοράς για τους δημόσιους ανώτερους υπάλληλους. Αυτές οι αλλαγές ήταν πιθανό να ωφελήσουν αρκετούς πολιτικούς του κυβερνώντος συνασπισμού που ήταν είτε υπό έρευνα είτε αντιμετωπίζουν δίκες για προηγούμενα αδικήματα. Ο Liviu Dragnea, ο σημερινός ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, αναμένει να δικαστεί για διαφθορά και εκλογική νοθεία, και θα ήταν ένας από τους ωφελημένους της νέας νομοθεσίας.

Σε μια προσπάθεια να παρακάμψει τις κοινοβουλευτικές συζητήσεις, η κυβέρνηση ψήφισε την νομοθεσία χρησιμοποιώντας ένα έκτακτο διάταγμα. Χρησιμοποιώντας κανάλια στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ελέγχει, η κυβέρνηση κατήγγειλε τις προσπάθειες καταπολέμησης της διαφθοράς ως «μεροληπτικές», «κατασταλτικές» και «σταλινικές». Και πήρε την απόφαση να θεσπίσει αυτήν την αμφιλεγόμενη νομοθεσία κατά την διάρκεια μιας κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίασης που πραγματοποιήθηκε μέσα στην νύχτα. Η πρόταση απείλησε να ανατρέψει την σημαντική πρόοδο που είχε πραγματοποιήσει η Ρουμανία κατά την τελευταία δεκαετία στην προσπάθειά της για την καταπολέμηση της διαφθοράς.

Η υιοθέτηση του έκτακτου διατάγματος προκάλεσε ένα άνευ προηγουμένου κύμα διαμαρτυριών σε όλη την Ρουμανία. Συγκέντρωσε αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε μεγάλες πόλεις και κωμοπόλεις της Ρουμανίας. Σε μικρότερες περιοχές, οι οποίες ελέγχονται από δημάρχους του PSD, οι διαδηλωτές αντιμετώπισαν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο πολιτικής παρενόχλησης και οικονομικής καταπίεσης. Η βασική στρατηγική των διαδηλωτών ήταν να απαιτήσουν τον σεβασμό των θεμελιωδών δημοκρατικών κανόνων και να σφυρηλατήσουν μια ακομμάτιστη, δια-ταξική συμμαχία. Η διατύπωση αυτών των αιτημάτων από μεγάλο αριθμό πολιτών πέτυχε να περικόψει τους ισχυρισμούς του PSD ότι οι πρόσφατες εκλογές είχαν δώσει στην κυβέρνηση την εντολή να θεσπίσει τέτοιες αλλαγές στην νομοθεσία και συνέβαλε στην απόφαση της κυβέρνησης να αποσύρει το αμφιλεγόμενο διάταγμα.

Ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της διαμαρτυρίας ήταν η προσφυγή της προς την ατομική αξιοπρέπεια και όχι την υλική αποζημίωση. Οι διαδηλωτές απεικόνισαν το διάταγμα ως ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτικών, παραβιάζοντας έτσι την ισότητα μεταξύ των πολιτών και των εκλεγμένων πολιτικών. Ομοίως, οι διαδηλωτές αντιτάχθηκαν στην αντιδημοκρατική προσπάθεια των ηγετών τους να προστατεύσουν τέτοιες αποφάσεις από την δημόσια συζήτηση. Οι διαδηλωτές συνέκριναν τους πολιτικούς οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την έκδοση του διατάγματος με κλέφτες που δρουν στη μέση της νύχτας. Οι ισχυρισμοί αυτοί διέτρεξαν τις κοινωνικοοικονομικές τάξεις και τις πολιτικές πεποιθήσεις και βοήθησαν να οικοδομηθεί μια ευρεία αντιπολίτευση στην κυβέρνηση.