Οικοδομώντας το Έθνος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οικοδομώντας το Έθνος

Ομοεθνείς, Πρόσφυγες, Μειονότητες

Η σπουδαιότερη συμβολή του Μυλωνά στην διεπιστημονική συζήτηση είναι η ανάδειξη των περίπλοκων διαστάσεων της ιστορικής πραγματικότητας σε ένα βιβλίο που στηρίζεται στην μεθοδολογία της πολιτικής επιστήμης αλλά παράλληλα παρουσιάζει ξεκάθαρα τα βασικά «εργαλεία» της για να απευθυνθεί τόσο στους ιστορικούς όσο και στους θεράποντες των άλλων επιστημών της κοινωνίας και του ανθρώπου.

Η ΕΛΠΙΔΑ ΒΟΓΛΗ είναι επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας
στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Οι άνθρωποι δεν γεννιούνται με αποκρυσταλλωμένη εθνική συνείδηση, σημειώνει ο καθηγητής Χάρης Μυλωνάς στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του «Οικοδομώντας το έθνος». Αντίστοιχα, η συγκρότηση ομοιογενών εθνικών κρατών δεν αποτελεί με κάποιο μαγικό τρόπο την φυσική εξέλιξη στην ιστορία του κυρίαρχου έθνους τους, δηλαδή της «επικρατούσας ομάδας», κατά την ορολογία του Μυλωνά: Του συνόλου των κατοίκων τους που ενώνονται μεταξύ τους με διάφορους δεσμούς, μπορεί να αποτελούν την πλειονότητα με δημογραφικούς όρους αλλά ακόμη κι αν δεν συμβαίνει αυτό, είναι η ομάδα που εκπροσωπείται από τις κρατικές κυβερνητικές ελίτ. Με σημείο αναφοράς την επικρατούσα ομάδα ορίζονται, όπως είναι φυσικό, οι «μη επικρατούσες εθνοτικές ομάδες» που κατοικούν στις επικράτειές τους και οι οποίες είθισται να αποκαλούνται γενικά μειονότητες.

Ωστόσο, η έννοια «μη επικρατούσα ομάδα» που χρησιμοποιεί ο Μυλωνάς, είναι ασύγκριτα ευρύτερη και περιγράφει μια κατηγορία ομάδων που διαφέρουν σημαντικά ακόμη και μεταξύ τους σύμφωνα με τη λογική των κυβερνώντων στα κράτη όπου κατοικούν. Είναι πιθανό να είναι πολυάριθμες ή ολιγάριθμες, να έχουν σημαντικές πολιτισμικές διαφορές ή ακόμη και κάποιες ομοιότητες με την επικρατούσα ομάδα, μπορεί να συγκεντρώνονται σε αστικές περιοχές, σε επαρχίες ή να είναι διασκορπισμένες, να υποστηρίζονται από συμμάχους ή εχθρούς του κράτους στο οποίο ζουν, είτε να μην διαθέτουν εξωτερικούς υποστηρικτές, να έχουν ή να μην έχουν μια δική τους πατρίδα (εθνικό κέντρο) στο εξωτερικό, να προβάλλουν δυναμικά τα αιτήματά τους ή και να μην έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις.

Αυτά είναι τα κυριότερα γνωρίσματά τους με βάση τα οποία ο Μυλωνάς ελέγχει την θεωρία του στην βάση δεδομένων που κατήρτισε για τις ενενήντα μη επικρατούσες ομάδες τις οποίες εντοπίζει στα Βαλκάνια αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο –στο κρίσιμο στάδιο της διάλυσης της λεγόμενης «ευρωπαϊκής Τουρκίας» και της ανάδυσης νέων εθνικών κρατών. Σε αυτό το σημείο του βιβλίου χρησιμοποιεί την στατιστική ανάλυση, που επιβεβαιώνει την προβαλλόμενη θεωρία του στο 81% των περιπτώσεων. Το ποσοστό είναι αναμφίβολα υψηλό. Ωστόσο, ο Μυλωνάς δεν αδιαφορεί για τις περιπτώσεις που αποκλίνουν από την θεωρία του: Σε αυτές αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, εστιάζοντας την προσοχή του στο «ειδικό», το «απρόβλεπτο» ή το «απροσδόκητο». Άλλωστε, ο απώτερος στόχος του είναι, όπως διευκρινίζει, να εξηγήσει γιατί και υπό ποιες συνθήκες οι ιθύνοντες των κρατών εφαρμόζουν διαφορετικές πολιτικές απέναντι στις μη επικρατούσες ομάδες τους ή μπορεί και να αλλάζουν την πολιτική που είχαν εφαρμόσει αρχικά –και για να το πετύχει αυτό ενδιαφέρεται όχι μόνο για τις περιπτώσεις που μπορεί να εξηγήσει επιτυχώς η θεωρία του αλλά και για τις άλλες, τις αποκλίνουσες.

Η σπουδαιότερη συμβολή του Μυλωνά στην διεπιστημονική συζήτηση είναι η ανάδειξη των περίπλοκων διαστάσεων της ιστορικής πραγματικότητας σε ένα βιβλίο που στηρίζεται στην μεθοδολογία της πολιτικής επιστήμης αλλά παράλληλα παρουσιάζει ξεκάθαρα τα βασικά «εργαλεία» της για να απευθυνθεί τόσο στους ιστορικούς όσο και στους θεράποντες των άλλων επιστημών της κοινωνίας και του ανθρώπου. Ειδικά το «παράρτημα μεθοδολογίας» που περιλαμβάνεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, μπορεί να θεωρηθεί μια ενδιαφέρουσα «απολογία» του πολιτικού επιστήμονα και συνάμα ένας «οδηγός» που παραθέτει τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζονται από την σκοπιά της πολιτικής επιστήμης αρκετά από τα προβλήματα που απασχολούν τόσο τους ιστορικούς όσο και τους άλλους κοινωνικούς επιστήμονες.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΟΡΩΝ: ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ, ΟΜΟΕΘΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Πριν ακόμη προσπαθήσει να εξηγήσει την περίπλοκη διαδικασία μέσω της οποίας τα κράτη επιλέγουν την πολιτική που, κατά την κρίση των κυβερνητικών τους ελίτ, αρμόζει σε κάθε μη επικρατούσα ομάδα της επικράτειάς τους, ο Μυλωνάς παρεμβαίνει εξίσου δυναμικά στην διεπιστημονική συζήτηση για την σημασία των όρων που αφορούν την ιδιότητα ή και ταυτότητα των διάφορων ομάδων. Δίνει έτσι έμφαση στον ρόλο αυτών που πρωταγωνιστούν στις πολλαπλές κατηγοριοποιήσεις τους: Και αυτοί είναι οι ιθύνοντες του κράτους στο οποίο κατοικεί μια μη επικρατούσα ομάδα αλλά και της εξωτερικής δύναμης που επιλέγει να προσφέρει την υποστήριξή της στην ίδια ομάδα.

Με απλά λόγια, η αναγνώριση κάποιων ομάδων ως μειονοτήτων σε αντιδιαστολή προς την αφομοίωση ή τον αποκλεισμό άλλων, αποτελούν τις εναλλακτικές δυνατότητες στο πλαίσιο μιας κατεξοχήν πολιτικής διεργασίας. Πρόκειται για την «εξαρτημένη μεταβλητή της επιλογής», την οποία εισάγει ο Μυλωνάς. Όπως εξηγεί, οι κρατικές ελίτ «μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε τρεις πολιτικές εθνοποίησης», προκειμένου να πετύχουν την ταύτιση των ορίων του κράτους και του κυρίαρχου έθνους τους. Σε κάποιες μη επικρατούσες ομάδες παραχωρούν μειονοτικά δικαιώματα, διαμορφώνοντας το νομικό και θεσμικό πλαίσιο που αναπαράγει ορισμένες από τις ιδιαιτερότητες τους. Έτσι, δημιουργούνται μειονότητες. Για άλλες ομάδες επιλέγουν την αφομοίωση, διαδίδοντας στα μέλη τους την κρατούσα κουλτούρα και εθνική ταυτότητα μέσω της εκπαίδευσης, του στρατού ή άλλων κρατικών μηχανισμών. Ως αποτέλεσμα, οι μη επικρατούσες ομάδες μετατρέπονται σε ομοεθνείς. Για άλλες ομάδες, τέλος, επιλέγουν πολιτικές αποκλεισμού με σκοπό να τις απομακρύνουν από τις επικράτειές τους, προωθώντας ανταλλαγές πληθυσμών, απελάσεις ή ακόμη και μαζικές εξοντώσεις. Σε αυτή την περίπτωση προκαλούνται εθνοκαθάρσεις και κύματα προσφύγων.