Οικοδομώντας το Έθνος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οικοδομώντας το Έθνος

Ομοεθνείς, Πρόσφυγες, Μειονότητες

Υπό αυτό το πρίσμα ο συνδυασμός γεωπολιτικών παραμέτρων και προτεραιοτήτων εξωτερικής πολιτικής προσφέρει μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα «πώς διαμορφώνονται οι πολιτικές εθνοποίησης;». Ένα κράτος, δηλαδή, μπορεί να επιλέγει ποια πολιτική θα εφαρμόσει απέναντι σε κάποια από τις μη επικρατούσες ομάδες του, αφού προηγουμένως εξετάσει εάν την υποστηρίζει ενεργά ή εάν εμπλέκεται στην κινητοποίησή της κάποια εξωτερική δύναμη. Στην περίπτωση που οι κυβερνητικές ελίτ πιστεύουν ότι υφίσταται εξωτερική χειραγώγηση, η πολιτική που θα επιλεχθεί διαφέρει αν τη δεδομένη εποχή ο εξωτερικός παράγοντας θεωρείται σύμμαχος ή εχθρός. Αλλά, πέρα από τις φιλικές ή εχθρικές σχέσεις των ενδιαφερόμενων κρατών, υπάρχουν αρκετοί άλλοι παράγοντες επιρροής: Π.χ. η ισχύς των κρατών, τα στρατηγικά συμφέροντά τους, οι διεθνείς συγκυρίες ή και οι συσχετισμοί δυνάμεων, καθώς επίσης οι αλλαγές που είναι πιθανό να παρατηρούνται στο ευρύτερο φάσμα των διεθνών σχέσεων. Αν εστιάσουμε την προσοχή μας και στην μη επικρατούσα ομάδα -στις περιπτώσεις, για παράδειγμα, που η ίδια η ομάδα παρακινεί (και συνεπώς επιλέγει) τον εξωτερικό προστάτη της είτε για να πετύχει τις επιδιώξεις της είτε για να εξασφαλίσει προστασία αν υφίσταται την σκληρή πολιτική του κράτους της κατοικίας της– οι ερμηνευτικές προοπτικές περιπλέκονται ακόμη περισσότερο.

Είναι φανερό, ωστόσο, ότι «τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μη επικρατουσών εθνοτικών ομάδων έχουν δευτερεύουσα σημασία» συγκριτικά με τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στο κράτος στο οποίο κατοικούν αυτές οι ομάδες και τον εξωτερικό υποστηρικτή τους, συμπεραίνει ο Μυλωνάς. Η εξωτερική δύναμη επίσης δεν είναι απαραίτητο ότι ταυτίζεται με την πατρίδα/εθνικό κέντρο της μη επικρατούσας δύναμης που υποστηρίζει: Μπορεί να είναι ένα γειτονικό κράτος, μια μεγάλη δύναμη, ένα τμήμα μιας διασποράς ή να διατηρεί άλλο ρόλο, με την επίκληση του οποίου παρεμβαίνει υπέρ μιας μη επικρατούσας ομάδας.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ: ΤΑ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Η τύχη των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προσφέρει στον Μυλωνά ένα ιδιαίτερα προκλητικό «εμπειρικό ερώτημα»: Πώς εξηγείται το γεγονός ότι μέχρι το 1875 η οθωμανική διοίκηση παραχωρούσε στους Αρμενίους μειονοτικά δικαιώματα –για τα δεδομένα της εποχής– αλλά μετά την δεκαετία του 1890 επιδίωξε τον αποκλεισμό τους, προχωρώντας στην συνέχεια σε μαζικές εκτοπίσεις και στις αρχές του 20ού αιώνα στην γενοκτονία τους; Η απάντηση, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, θα πρέπει να αναζητηθεί «στα μοτίβα εξωτερικών παρεμβάσεων και διακρατικών σχέσεων». Δεν είναι δηλαδή οι θρησκευτικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ Αρμενίων και Τούρκων που προκάλεσαν την αλλαγή της εθνοποιητικής πολιτικής, αλλά τον καθοριστικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι οι οθωμανικές ελίτ πίστευαν ότι ένα τμήμα της αρμενικής κοινότητας ήταν υποστηριζόμενο από εξωτερικές δυνάμεις (την Ρωσία και την Γαλλία): Υπό αυτό το πρίσμα και σε συνάρτηση με τις μεταβολές στο εσωτερικό του οθωμανικού κράτους, κυρίως μετά το κίνημα των Νεότουρκων, και των γεωπολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν, αναλύονται στην προκειμένη περίπτωση οι παρατηρούμενες «διακυμάνσεις» των εθνοποιητικών πολιτικών.

Από την άλλη πλευρά, γιατί τα περισσότερα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης παραχώρησαν στις εβραϊκές κοινότητές τους μειονοτικά δικαιώματα και δεν επιδίωξαν την αφομοίωσή τους μετά το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου; Για ποιους λόγους η Αλβανία δεν εφάρμοσε βίαιες πολιτικές αποκλεισμού απέναντι στις ελληνικές ομάδες της επικράτειάς της, παρά το γεγονός ότι διέθεταν την υποστήριξη της Ελλάδας αλλά προτίμησε να προβεί στην παραχώρηση –έστω και περιορισμένων– μειονοτικών δικαιωμάτων; Αυτές και ορισμένες άλλες περιπτώσεις, που αποκλίνουν από την θεωρία του Μυλωνά, τον αναγκάζουν να επικεντρωθεί σε μερικά καίρια μεθοδολογικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά τον χρόνο, και ειδικότερα το χρονικό διάστημα στο οποίο ελέγχει τις υποθέσεις εργασίας του. Αποδεικνύοντας στο σημείο αυτό την εξοικείωσή του με την ιστορική επιστήμη και την θεωρία της ιστορικής περιοδολόγησης, παραδέχεται ότι δεν είναι εύκολο να αποφασίσει κανείς ποιο είναι το χρονικό διάστημα στο οποίο θα ήταν λογικό να αναμένει π.χ. την αφομοίωση κάποιων ομάδων. Τέτοιου είδους κατατμήσεις του χρόνου υπαγορεύονται από τα ενδιαφέροντα του ερευνητή που τις αποτολμά: Αν επιδιώκει να κατανοήσει τις προθέσεις των κυβερνώντων, η υπό εξέταση περίοδος λογικά συμπίπτει με το διάστημα του πολιτικού σχεδιασμού μετά από ένα κρίσιμο και συνταρακτικό γεγονός (π.χ. έναν πόλεμο). Αν πάλι επιθυμεί να παρακολουθήσει την επιτυχία της πολιτικής που εφαρμόζεται, τότε απαιτείται μεγαλύτερη περίοδος –μια ή περισσότερες δεκαετίες, είτε μια ή περισσότερες «γενιές». Απέναντι στους Εβραίους της Κωνσταντινούπολης, για παράδειγμα, οι τουρκικές κυβερνητικές ελίτ πράγματι εφάρμοσαν αφομοιωτικές πολιτικές, αλλά αργότερα –και πέρα από τα όρια της περιοδολόγησης που θέτει στο βιβλίο του ο Μυλωνάς. Ομοίως, ο χρόνος λειτούργησε ευεργετικά για την ελληνική ομάδα της Αλβανίας, χάρη στην συγκυριακή μετατροπή της Ελλάδας από εχθρό σε σύμμαχο.