Πώς θα συμμορφωθεί η Βενεζουέλα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς θα συμμορφωθεί η Βενεζουέλα

Τι μπορεί να κάνει ο Trump
Περίληψη: 

Ο Trump φαίνεται να συμμερίζεται την αντιπολίτευση της Βενεζουέλας και τις δυσχέρειες στα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά η επιθυμία του να ανακόψει τις παράνομες ροές ναρκωτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες τού δίνει ένα επιπλέον κίνητρο για να διατηρήσει ένα ενδιαφέρον για την Βενεζουέλα.

Ο ERNESTO J. SANCHEZ είναι δικηγόρος και ανώτερος αναλυτής στην Wikistrat, μια εταιρεία συμβούλων γεωστρατηγικής ανάλυσης.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, έχει υιοθετήσει μια απρόσμενα σκληρή γραμμή απέναντι στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας. Στις 14 Φεβρουαρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες έθεσαν κυρώσεις στον προσφάτως διορισθέντα Αντιπρόεδρο της Βενεζουέλας, Tareck El Aissami, και στον στενό συνεργάτη του, Samark José López Bello, για φερόμενη συμμετοχή τους σε διακίνηση ναρκωτικών. Την επόμενη ημέρα, ο Trump συναντήθηκε με την Lilian Tintori [1], την σύζυγο του φυλακισμένου ηγέτη της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας Leopoldo López, και έγραψε λίγο αργότερα στο Tweeter ότι ο López θα πρέπει να «βγει από την φυλακή αμέσως». Απτόητος από την απαγόρευση των εκπομπών του ισπανόφωνου καναλιού του CNN από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας [2] δύο ημέρες αργότερα, μια δήλωση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ εξέφρασε «απογοήτευση και ανησυχία» [3] για τους πάνω από 100 πολιτικούς κρατούμενους [4] που κρατούνται από το καθεστώς του προέδρου της Βενεζουέλας, Nicolás Maduro [5], και έκανε έκκληση για «σεβασμό στο κράτος δικαίου, την ελευθερία του τύπου … και την αποκατάσταση της δημοκρατικής διαδικασίας που αντανακλά την βούληση του λαού της Βενεζουέλας». Επιπλέον, ο Trump υπογράμμισε τις ανησυχίες του για την επιδείνωση της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Βενεζουέλα κατά την διάρκεια τηλεφωνικών συνομιλιών με τους προέδρους Mauricio Macri της Αργεντινής [6], Juan Manuel Santos της Κολομβίας [7], και Pedro Pablo Kuczysnki του Περού [8].

Η καταδίκη του καθεστώτος Maduro από τον Τραμπ έρχεται σε μια εποχή που η Βενεζουέλα έχει πέσει σε μια οικονομική και ανθρωπιστική κρίση [9], και την ίδια στιγμή έχει, όπως το έθεσε το Freedom House [10], «ρίξει πλήρως την δημοκρατική βιτρίνα» της. Παρά το γεγονός ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης κέρδισαν τον έλεγχο της Εθνοσυνέλευσης της Βενεζουέλας τον Δεκέμβριο του 2015 και υποσχέθηκαν ένα προεδρικό δημοψήφισμα ανάκλησης, το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο της Βενεζουέλας ανέστειλε επ’ αόριστον την ψηφοφορία τον Οκτώβριο του 2016. Δύο μήνες αργότερα, οι συνεχιζόμενες υπό την ηγεσία του Βατικανό συνομιλίες μεταξύ του καθεστώτος Maduro και της αντιπολίτευσης διεκόπησαν λόγω της άρνησης του καθεστώτος να κάνει ορισμένες παραχωρήσεις όπως η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Οι περιφερειακές εκλογές επίσης αναβλήθηκαν πέρσι και, αν συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις, πιστεύεται ότι οι προεδρικές εκλογές, προγραμματισμένες για το 2018, θα αναβληθούν επίσης.

Ούτε μπορεί η αντιπολίτευση της Βενεζουέλας να υπολογίζει στην δικαστική προστασία. Στις αρχές του τρέχοντος έτους, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, το οποίο είναι κατάμεστο από πιστούς στην κυβέρνηση, ακύρωσε [11] ένα ψήφισμα της Εθνοσυνέλευση για να ελέγξει την εξουσία του Maduro. Η απόφασή του ουσιαστικά επέτρεψε στον πρόεδρο να κυβερνά με διατάγματα.

Ο Trump φαίνεται να συμμερίζεται την αντιπολίτευση της Βενεζουέλας και τις δυσχέρειες στα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά η επιθυμία του να ανακόψει τις παράνομες ροές ναρκωτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες τού δίνει ένα επιπλέον κίνητρο για να διατηρήσει ένα ενδιαφέρον για την Βενεζουέλα. Μάλιστα, ο ίδιος εξέδωσε εκτελεστικό διάταγμα [12] τον Φεβρουάριο για να «προσδιορίσει, απαγορεύσει, διακόψει και διαλύσει διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις» -συμπεριλαμβανομένων των καρτέλ των ναρκωτικών- «μέσω της έρευνας, της σύλληψης και παραπομπής [στην δικαιοσύνη] των μελών των εν λόγω οργανώσεων». Η επίτευξη αυτών των στόχων σε σχέση με την Βενεζουέλα, ωστόσο, απαιτεί μια κυβέρνηση στην Βενεζουέλα που να δεσμεύεται στον ίδιο στόχο. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι το σημερινό καθεστώς είναι [δεσμευμένο στους ίδιους στόχους], δεδομένου ότι πολλοί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της Βενεζουέλας, συμπεριλαμβανομένων κορυφαίων αξιωματικών του στρατού, προφανώς εμπλέκονται στο παγκόσμιο παράνομο εμπόριο ναρκωτικών.

Ο Trump έτσι βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να πρέπει να πιέσει την Βενεζουέλα να δεσμευτεί για την διεξαγωγή ελεύθερων και δίκαιων εκλογών, ακόμη και αν οι Βενεζουελάνοι αξιωματούχοι, απρόθυμοι να παραιτηθούν από την ασυλία που προσφέρουν οι θέσεις τους, είναι πιθανό να επιδείξουν σκληρή, ή ακόμα και βίαιη, αντίσταση σε οτιδήποτε αμφισβητεί την παραμονή τους στην εξουσία.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΕΝΟΣ ΝΑΡΚΟΚΡΑΤΟΥΣ

Η Βενεζουέλα έχει γίνει μια σημαντική οδός για την διαμετακόμιση της κοκαΐνης [13] στις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω των διάτρητων συνόρων της μήκους 1.370 μιλίων με την Κολομβία, μιας διεφθαρμένης κυβέρνησης, και των αδύναμων θεσμών. Η απροθυμία της χώρας να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την καταπολέμηση των ναρκωτικών χρονολογείται από το 2005, όταν ο προκάτοχος του Maduro, Ούγκο Τσάβες [14], ανέστειλε την συνεργασία της Βενεζουέλας με την Drug Enforcement Administration των ΗΠΑ, κατηγορώντας τους πράκτορές της για κατασκοπεία της κυβέρνησης της Βενεζουέλας.

Παρά το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον δεν το γνώριζε εκείνη την εποχή, ο Τσάβες μπορεί να προσπαθούσε να καλύψει την συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Βενεζουέλας στην διακίνηση ναρκωτικών. Αυτό ήρθε στο φως τον Μάρτιο του 2008, όταν ο κολομβιανός στρατός έκανε επιδρομή σε στρατόπεδο στο Εκουαδόρ που ανήκει στις Ένοπλες Επαναστατικές Δυνάμεις της Κολομβίας (FARC) και κατάσχεσε πλήθος ευαίσθητων εγγράφων και ηλεκτρονική αλληλογραφία. Αυτά τα λεγόμενα αρχεία FARC, που αργότερα έγιναν διαθέσιμα στο κοινό [15], αποκάλυψαν τους στενούς δεσμούς μεταξύ του καθεστώτος Τσάβες και της ομάδας των ανταρτών. Πιο συγκεκριμένα, ο στρατηγός Hugo Carvajal, επικεφαλής των στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών της Βενεζουέλας, φέρεται να βοήθησε το FARC σε διακίνηση ναρκωτικών και όπλων, όπως έκανε κι ο στρατηγός Henry Rangel και ο τότε υπουργός Εσωτερικών Ramón Rodríguez Chacin. Το Τμήμα της Υπηρεσίας Ελέγχου Αλλοδαπών Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, κατά συνέπεια, πάγωσε τα περιουσιακά στοιχεία αυτών των τριών αξιωματούχων στις ΗΠΑ.