Η ρωσική διπλωματία της ατομικής ενέργειας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ρωσική διπλωματία της ατομικής ενέργειας

Ο αυξανόμενος ρόλος της ROSATOM στον παγκόσμιο χάρτη

Εντούτοις, επί αρκετές δεκαετίες η υπερ-αφθονία φθηνών ορυκτών καυσίμων στην ΕΣΣΔ είχε ως αποτέλεσμα το ατομικό της πρόγραμμα να μείνει σχετικά πίσω, τουλάχιστον σε σχέση με τις ΗΠΑ. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι ο δεύτερος εμπορικός της αντιδραστήρας (και ουσιαστικά ο πρώτος αξιόλογος σε μέγεθος, καθώς εκείνος του 1954 ήταν πάρα πολύ μικρός, παράγοντας μόλις 5 MW) λειτούργησε στην πόλη Μπελαγιάρσκ, κοντά στα Ουράλια όρη, μόλις το 1964, ακριβώς δέκα έτη μετά την παγκόσμια «πρωτιά» της Καλούγκα. Ακόμη χειρότερα, το τραγικό ατύχημα στο σχεδόν καινούργιο (είχε λειτουργήσει το 1983) σταθμό Τσερνόμπιλ 4 της σοβιετικής Ουκρανίας, την άνοιξη του 1986, αποκάλυψε τις σοβαρές αδυναμίες των Σοβιετικών στο συγκεκριμένο τομέα και δη στην ασφάλεια. Το συμβάν εκείνο, σε συνδυασμό με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το χειμώνα του 1991 και την έλλειψη πόρων, «πάγωσε» τις εξελίξεις επί μία δεκαετία τουλάχιστον: Κανένα νέο πυρηνικό εργοστάσιο δεν λειτούργησε στην Ρωσία ολόκληρη την δεκαετία του 1990, παρά μόνον ένας τέταρτος αντιδραστήρας προστέθηκε, τον Δεκέμβριο του 1993, στο υφιστάμενο εργοστάσιο του Μπαλάκοβο (που διέθετε άλλους τρεις από την περίοδο 1986-89). Όταν «έσβησε» η Σοβιετική Ένωση, υπήρχαν διάσπαρτοι στις διάδοχες Δημοκρατίες -κυρίως, όμως, στην ίδια την Ρωσία- 40 εμπορικοί αντιδραστήρες παραγωγής ενέργειας, έναντι 95 που λειτουργούσαν στις ΗΠΑ την ίδια ακριβώς χρονιά (1991/2).

Τελικά, μόλις το 2001 τέθηκε σε λειτουργία ο νέας γενιάς αντιδραστήρας Ροστώφ 1, με τον Ροστώφ 2 να ακολουθεί το 2010 και τον Ροστώφ 3 το 2015. Επιπλέον, κατά τη σύγχρονη περίοδο των προέδρων Πούτιν-Μεντβέντεφ επεκτάθηκαν τρία υφιστάμενα πυρηνικά εργοστάσια, με την προσθήκη των αντιδραστήρων Καλίνιν 3 & 4 (2005 και 2012), Μπελαγιάρσκ 4 (2016) και Νοβοβορονέζ 6 (αρχές 2017). Παράλληλα, 24 παλαιοί -σοβιετικής τεχνολογίας- αντιδραστήρες αναβαθμίστηκαν, στον βαθμό του δυνατού, και παρατάθηκε η ωφέλιμη διάρκεια ζωής τους από τα 30 στα 45 έτη. Σήμερα (μέσα 2017), η χώρα διαθέτει σε λειτουργία 35 νέους και αναβαθμισμένους αντιδραστήρες, με εγκατεστημένη ισχύ σχεδόν 27.000 MW. Η συμμετοχή τους στην εθνική παραγωγή ηλεκτρισμού ανήλθε στο 18,3% επί του «ενεργειακού μείγματος» το 2016. Υπό κατασκευή βρίσκονται σήμερα στην Ρωσία από τον όμιλο ROSATOM άλλοι οκτώ αντιδραστήρες, συνολικής ισχύος πάνω από 6.500 MW, που θα συνδεθούν στο ηλεκτρικό δίκτυο την περίοδο 2018-2022. Λίγο μετά το 2025, θα ακολουθήσουν οι δύο πρώτοι αντιδραστήρες τέταρτης γενιάς (sodium-cooled fast neutron reactors), τύπου BN-1200. Εφόσον αποδειχθούν επιτυχείς, θα είναι μια παγκόσμια πρωτιά για την ROSATOM. Πάντως, ο αρχικός-φιλόδοξος στόχος που είχε ανακοινωθεί το 2006 και περιλάμβανε αύξηση της συμμετοχής της πυρηνικής ενέργειας στο 23% του «ενεργειακού μείγματος» έως το 2020 δεν πρόκειται να επιτευχθεί, διότι τα αμέσως προσεχή έτη οι παλαιότεροι ρωσικοί αντιδραστήρες -τουλάχιστον 10 στον αριθμό- θα αποσυρθούν. Η ύφεση της ρωσικής οικονομίας από το 2014 και η έλλειψη ικανών κεφαλαίων οδήγησαν πολλά σχέδια νέων αντιδραστήρων «στον πάγο».

Η ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΚΤΟΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Παρά την ιαπωνική τραγωδία της Φουκουσίμα Νταήτσι, τον Μάρτιο του 2011, η οποία ανέστειλε -μάλλον προσωρινά- πολλά ατομικά πρότζεκτ παγκοσμίως, η αγορά αντιδραστήρων είναι μια «πίτα» πάρα πολλών δισ. δολαρίων, για την οποία συναγωνίζονται εξ ορισμού μόνο επτά χώρες: ΗΠΑ, Καναδάς, Ρωσία, Γαλλία, Κίνα, Ιαπωνία και Νότια Κορέα. Σήμερα (2017), τουλάχιστον 20 χώρες οι οποίες δεν διαθέτουν ακόμη εμπορικούς αντιδραστήρες έχουν ήδη δρομολογήσει σχετικά προγράμματα, ενώ άλλες 25 το εξετάζουν πολύ σοβαρά. Ακόμη και τα ΗΑΕ, μια παραδοσιακή πετρελαιοπαραγωγός χώρα του Κόλπου, κατασκευάζουν σήμερα τέσσερις (!) τεράστιους αντιδραστήρες στο Μπαρακάχ, κορεατικής τεχνολογίας, που αναμένεται να λειτουργήσουν -ένας κάθε χρόνο- από το 2017 έως το 2020. Ο ενεργειακός γίγαντας των υδρογονανθράκων, Σαουδική Αραβία, αν και δεν έχει ακόμη δεσμευτεί με κάποιο συγκεκριμένο συμβόλαιο, έχει ανακοινώσει ότι θα κατασκευάσει 16 πυρηνικούς αντιδραστήρες στα επόμενα 25 έτη, συνολικού κόστους άνω των 80 δισ. δολαρίων.

Εκτιμήσεις της ίδιας της ROSATOM κάνουν λόγο για κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης αντιδραστήρων κατά τη δεκαετία του 2020, οπότε η παγκόσμια αγορά θα ανέρχεται σε 16 μονάδες ετησίως, με αξία άνω των 5 δισ. δολαρίων εκάστη. Σε αυτή την αγορά, δε, η ROSATOM φιλοδοξεί να κατακτήσει μερίδιο 30% ή πέντε μονάδες ετησίως. Το μέγα συγκριτικό της πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της από τις χώρες που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι η πλήρως καθετοποιημένη δομή της, η οποία της επιτρέπει να προσφέρει σε δυνητικούς πελάτες ένα ενιαίο «πακέτο» (integrated offer) με την κατασκευή, το πυρηνικό καύσιμο, την εκπαίδευση και όποια άλλη υπηρεσία απαιτείται. Πάνω από όλα, ίσως, αποδέχεται υπό προϋποθέσεις ακόμη και την επιστροφή των πυρηνικών αποβλήτων (RAW-radioactive waste) στην ίδια την Ρωσία για αποθήκευση, αμβλύνοντας, έτσι, τις οικολογικές ανησυχίες στις χώρες-στόχους. Αυτό δεν μπορεί να το υλοποιήσει κανείς άλλος ανταγωνιστής της.

26052017-2.jpg

Το λογότυπο της ROSATOM στην Παγκόσμια Πυρηνική Έκθεση του 2014, στο γαλλικό Le Bourget, κοντά στο Παρίσι . REUTERS/Benoit Tessier
--------------------------------------------------------------