Το Κυπριακό διολισθαίνει | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το Κυπριακό διολισθαίνει

Κίνδυνος για νέες υποχωρήσεις και εμπλοκή
Περίληψη: 

Το θέμα των εγγυήσεων και της παραμονής του τουρκικού στρατού είναι το πλέον σοβαρό. Δεν επιτρέπεται κυρίαρχο κράτος, μέλος των Ηνωμένων Εθνών, στην σημερινή εποχή, να έχει «εγγυητές» της ανεξαρτησίας του και κυρίως όταν η εγγύηση έχει αποδειχθεί στο παρελθόν εγκληματική και θα επικρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη εάν τώρα νομιμοποιηθεί και γίνει επισήμως αποδεκτή. Εδώ, η Τουρκία εμφανίζεται αδιάλλακτη.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω.

Για μια ακόμη φορά το Κυπριακό ευρίσκεται σε μια κρίσιμη, ή ορθότερα, σύμφωνα με όσα διακηρύσσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι, σε μια κρισιμότατη καμπή, η οποία κατά πολλούς θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον των συνομιλιών αλλά και το μέλλον της Κύπρου.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εμφανίζει την πρότασή του ως «απεμπλοκή» από την στασιμότητα και το τέλμα στο οποίο έχουν περιέλθει οι συνομιλίες.

Η εικονική δυναμική που δήθεν παρουσιάζει η μεθοδολογία του, εμπεριέχει τεράστιους κινδύνους και τυχόν αποδοχή και υλοποίηση της προτάσεως είτε θα υποχρεώσει την ελληνοκυπριακή πλευρά σε απαράδεκτες επιπρόσθετες υποχωρήσεις είτε θα οδηγήσει σε εμπλοκές τις οποίες θα υποχρεωθεί να απορρίψει αργότερα ο κυπριακός λαός στο δημοψήφισμα, με το βάρος της απόρριψης να πέφτει αποκλειστικά στις πλάτες του. Το «blame game» θα είναι τότε 100% εις βάρος των Ελληνοκυπρίων.

07062017-1.jpg

Πιέζοντας: Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι σε ανθρώπινη αλυσίδα διαδηλώνοντας υπέρ μιας λύσης στο Κυπριακό, στην Λευκωσία, στις 3 Ιουνίου 2017.. REUTERS/Yiannis Kourtoglou
------------------------------------------------------------------

Ας αναλύσουμε την μεθοδολογία της προτάσεως: Για να παρακαμφθούν τα αδιέξοδα στα οποία έχουν περιέλθει τα ουσιαστικά θέματα της διακυβέρνησης, την εκ περιτροπής Προεδρία, τις τέσσερεις ελευθερίες, τις παρεκκλίσεις από το Πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την αποτελεσματική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στις αποφάσεις, ο πρόεδρος Αναστασιάδης διετύπωσε αρχικώς την πρόταση να αρχίσει η συζήτηση στην Γενεύη για το περιουσιακό καθώς και για την ασφάλεια και τις εγγυήσεις και εφ’ όσον υπάρξει συμφωνία επί των ουσιωδών αυτών θεμάτων, να προχωρήσουν οι συνομιλίες στην επίλυση των υπόλοιπων εκκρεμοτήτων, οι οποίες, κατά γενική ομολογία, έχουν φθάσει σε αδιέξοδο. Η πρόταση αυτή έχει στόχο να εμπλέξει την Τουρκία στις συνομιλίες, η οποία εφ’ όσον επιδείξει πνεύμα συνεργασίας, θα είναι ο καταλύτης που θα επιτρέψει την επίλυση και των υπολοίπων «εσωτερικών» εκκρεμοτήτων.

Δημοσιογραφικές αναλύσεις αναφέρουν ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά υποχώρησε ήδη σε μερικά από τα εκκρεμή σημεία. Αυτό εξυπακούεται ότι στην συνέχεια της τυχόν συμφωνίας στην Γενεύη θα συνεχιστούν οι συνομιλίες είτε στην Γενεύη είτε σε τοπικό επίπεδο, ούτως ώστε να φθάσουμε σε μια αποδεκτή συμφωνία.

Η πρόταση του Προέδρου παρουσιάζει για την Τουρκία μια αναπάντεχη ευκαιρία να κλείσει το Κυπριακό όπως την βολεύει, άλλως θα χρεωθεί την ευθύνη της απόρριψης η ελληνοκυπριακή πλευρά. Αυτό δε, θα συμβεί στο στάδιο του δημοψηφίσματος, επειδή ο Πρόεδρος, εφ’ όσον είναι ο εισηγητής της μεθοδολογίας, θα είναι υποχρεωμένος να συμβιβασθεί επί όλων των υπολοίπων εκκρεμών θεμάτων.

Τα δύο θέματα τα οποία η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει αναγάγει σε ζωτικά και sine qua non της τυχόν διευθέτησης είναι στην πραγματικότητα προσχηματικά όταν αναλογιστεί κανείς ότι, σύμφωνα με τα δημοσιευθέντα, η διαφορά στο εδαφικό κυμαίνεται στο 1% περίπου και αν θα επιστρέψουν μερικές χιλιάδες περισσότεροι πρόσφυγες στις εστίες τους. Ασφαλώς και θα υπάρξει συμφωνία. Μπροστά στην μεγάλη εικόνα, οι Τούρκοι θα υποχωρήσουν στο σημείο που θα θεωρηθεί νίκη για την ελληνική πλευρά.

Το θέμα των εγγυήσεων και της παραμονής του τουρκικού στρατού είναι το πλέον σοβαρό. Δεν επιτρέπεται κυρίαρχο κράτος, μέλος των Ηνωμένων Εθνών, στην σημερινή εποχή, να έχει «εγγυητές» της ανεξαρτησίας του και κυρίως όταν η εγγύηση έχει αποδειχθεί στο παρελθόν εγκληματική και θα επικρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη εάν τώρα νομιμοποιηθεί και γίνει επισήμως αποδεκτή. Εδώ, η Τουρκία εμφανίζεται αδιάλλακτη: Είτε διότι ο Ερντογάν πιστεύει ότι τυχόν υποχώρηση υποκρύπτει αδυναμία και δεν είναι η εποχή κατάλληλη, είτε η αδιαλλαξία είναι προσχηματική για να κερδίσει επιπρόσθετες υποχωρήσεις στα υπόλοιπα εκκρεμή θέματα. Όμως, αντί η ελληνοκυπριακή πλευρά να θεωρεί ότι η κατάργηση των εγγυήσεων και η άμεση αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων (το Κεφάλαιο Ασφάλειας) είναι αδιαπραγμάτευτα, όπως τουλάχιστον έχει δηλώσει η Ελλάδα, ήδη σε συνεντεύξεις και δηλώσεις ο Πρόεδρος της Κύπρου έχει αποδεχθεί ότι αρκεί να επιτευχθεί επαρκής πρόοδος («εντός ακτίνας συμφωνίας»). Κατά τον ίδιο, δεν είναι «ρεαλιστικό» να αποχωρήσουν άμεσα τα τουρκικά στρατεύματα, και μια τμηματική αποχώρηση σε βάθος χρόνου (10–15 χρόνων ή 2-3 προεδρικές θητείες) θα μπορούσε να συζητηθεί. Αντικειμενικά οι Τούρκοι μόνο κερδισμένοι είναι αν συμφωνήσουν σε αυτή την μεθόδευση. Όπως έχει γραφεί στο παρελθόν, η παρουσία του τουρκικού στρατού είναι «λευκός ελέφας» (white elephant) –τίποτα δεν προσθέτει στην φαρέτρα των Τουρκοκυπρίων, απλώς είναι φόβητρο για τους Έλληνες. Οι Τουρκοκύπριοι οποιαδήποτε στιγμή θα έχουν την δυνατότητα «να κατασκευάσουν» ένα επεισόδιο ή ακόμα και μια σοβαρή διαφωνία, να κατηγορήσουν τους Ελληνοκυπρίους και «να ζητήσουν» από την Τουρκία να στείλει στρατό για «να διατηρήσει την τάξη» ή να τους προστατεύσει.

Το ίδιο συμβαίνει με τις εγγυήσεις. Ακόμη και αν καταργηθούν σε κάποιο μελλοντικό στάδιο, «αφού δούμε πώς θα λειτουργεί το νέο κράτος», οι Τούρκοι είτε θα επωφεληθούν κατά την διάρκεια της ισχύος των εγγυήσεων, είτε θα έχουν «υποδουλώσει» την ελληνοκυπριακή κοινότητα σε τέτοιο βαθμό που δεν θα τολμά πλέον να φέρει αντιρρήσεις για τον «φόβο των Ιουδαίων» –θα έχει πλέον απωλέσει όλα τα ερείσματα και τις εξουσίες μαζί με την απώλεια του μονοπωλίου της διεθνούς αναγνώρισης. Το ελληνοκυπριακό συνιστών κράτος θα είναι το ένα από τα δύο αναγνωρισμένα κρατίδια και έκαστο θα έχει το νόμιμο δικαίωμα να ζητήσει την προστασία της μητέρας πατρίδας. Εκεί έγκειται εμφανώς η υπεροχή της Τουρκίας. Όπως ακριβώς συνέβη το 1974, το ίδιο θα συμβεί και στο μέλλον αν οι Ελληνοκύπριοι είναι «άτακτα παιδιά».