Το κακό στοίχημα της Μέι | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το κακό στοίχημα της Μέι

Τι θα κοστίσει στην Βρετανία η απώλεια της πλειοψηφίας του συντηρητικού κόμματος

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Theresa May, η οποία υποσχέθηκε να είναι μια «δραματικά δύσκολη γυναίκα» κατά την διάρκεια των επερχόμενων διαπραγματεύσεων επί του διαζυγίου της χώρας της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ξαναθυμήθηκε με ανελέητο τρόπο ότι οι Βρετανοί ψηφοφόροι μπορούν επίσης να είναι δραματικά δύσκολοι. Το στοίχημά της να προκαλέσει πρόωρες γενικές εκλογές, με την ελπίδα να αυξηθεί η πλειοψηφία των 17 εδρών του Συντηρητικού Κόμματος στη Βουλή των Κοινοτήτων, γύρισε άσχημα σαν μπούμερανγκ στις 8 Ιουνίου, καταλήγοντας σε ένα Κοινοβούλιο χωρίς αυτοδυναμία και ένα αβέβαιο πολιτικό μέλλον για την χώρα.

Παρ’ όλο που οι κυβερνώντες Tory κατάφεραν να αυξήσουν το μερίδιο της λαϊκής ψήφου τους [1] κατά περισσότερο από 5% από τις τελευταίες γενικές εκλογές το 2015, κερδίζοντας το 42,4% των ψήφων, έχασαν αρκετό αριθμό εδρών από το Εργατικό Κόμμα, που σημείωσε άνοδο κατά 9,5% από το 2015, εξασφαλίζοντας συνολικά το 40%. Αυτό μεταφράστηκε [1] σε 318 έδρες για τους Συντηρητικούς (καθαρή ζημία 12 εδρών) -και απώλεια της συνολικής πλειοψηφίας των 330 εδρών του κόμματος- σε σύγκριση με 261 έδρες για τους Εργατικούς (καθαρό κέρδος 29 εδρών). Ο μεγαλύτερος ηττημένος της νύχτας εκείνης ήταν το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP), το οποίο ήταν αποδεκατίστηκε, καθώς οι ψηφοφόροι του συνέρρευσαν μαζικά τόσο στους Εργατικούς όσο και στους Συντηρητικούς. Το Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας, το οποίο έχασε 21 από τις 56 έδρες του στο Westminster, είδε επίσης το μερίδιο των ψήφων του στην Σκωτία να πέφτει δραματικά -από 50% σε 36,9%.

10062017-1.jpg

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Theresa May μετά τις εκλογές, στο Λονδίνο, στις 9 Ιουνίου 2017. HANNAH MCKAY / REUTERS
-----------------------------------------------------------------

Η εξασθενισμένη Μέι επέλεξε να προχωρήσει και να προσκολληθεί στην εξουσία με το να προσπαθήσει να δομήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με την σιωπηρή υποστήριξη των δέκα βουλευτών του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος της Βόρειας Ιρλανδίας (DUP). Το DUP είναι έντονα υπέρ της Ένωσης (της Βόρειας Ιρλανδίας με την Δημοκρατία της Ιρλανδίας) και υπέρ του Brexit και παραδοσιακά έκλινε προς στις οικονομικές θέσεις των Tory, ενώ ήταν πιο δεξιό στα κοινωνικά ζητήματα. Η προτεραιότητά του θα είναι να βρεθεί η καλύτερη συμφωνία για την Βόρεια Ιρλανδία. Δεν είναι όμως σαφές πόσο σταθερή μπορεί να είναι μια τέτοια κυβέρνηση και κατά πόσο μπορεί να παραμείνει η Μέι στο τιμόνι της.

Επί του παρόντος, πάνω από την χώρα κρέμεται ένα γιγάντιο σύννεφο αβεβαιότητας, αλλά είναι δυνατόν να εξαχθούν τρία βασικά συμπεράσματα από τα συγκλονιστικά αποτελέσματα των γενικών εκλογών. Πρώτον, παρ’ όλο που οι εκλογές δεν διεξήχθησαν για το ζήτημα του Brexit αλλά για τα εσωτερικά οικονομικά θέματα, το σχήμα των μελλοντικών σχέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση αμφισβητείται ιδιαιτέρως και πάλι. Δεύτερον, οι εκλογές σηματοδότησαν ότι πολλοί Βρετανοί ψηφοφόροι έχουν αγανακτήσει με την πολιτική της λιτότητας και είναι πρόθυμοι να υιοθετήσουν μια πολύ πιο ριζοσπαστική και προοδευτική ατζέντα από ό, τι είχαν προβλέψει οι περισσότεροι ειδήμονες. Τρίτον, το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου έχει γίνει και πάλι πιο περίπλοκο: Το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Σκωτίας φαίνεται τώρα παγωμένο, αλλά το ζήτημα της ενοποίησης της Ιρλανδίας μπορεί πάλι να προκαλέσει πάθη στο Μπέλφαστ.

ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΤΟΥ BREXIT ΧΤΥΠΑ

Το διετές ρολόι του Brexit χτυπά από τότε που η κυβέρνηση της Theresa May πυροδότησε το άρθρο 50 στις 29 Μαρτίου για να ξεκινήσει η διαδικασία αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδέα των πρόωρων εκλογών ήταν να επιτύχει το Συντηρητικό Κόμμα μια ισχυρή εντολή ώστε να διαπραγματευτεί το όραμά του για ένα «καθαρό» διαζύγιο με την Ευρώπη ή ένα λεγόμενο σκληρό Brexit, με το να αποχωρήσει τόσο από την ενιαία αγορά όσο και από την τελωνειακή ένωση. Δεδομένης της μικρής διαφοράς ψήφων του «εκτός» στο σχετικό δημοψήφισμα το περασμένο έτος, στο μόλις 52%, ένα τέτοιο ριζοσπαστικό όραμα βασιζόταν πάντοτε σε μια αδύναμη λαϊκή εντολή. Τούτου λεχθέντος, η πλειονότητα του βρετανικού λαού δέχεται τώρα το Brexit ως γεγονός της ζωής. Δεν ήταν ψηλά στον κατάλογο των προτεραιοτήτων τους όταν ήλθε η ώρα να ψηφίσουν.

Το κύριο πρόβλημα είναι ότι οι μεγάλες πλειοψηφίες των Βρετανών πολιτών εξακολουθούν να μην κατανοούν τους συμβιβασμούς της διαδικασίας τους Brexit. Θέλουν να έχουν και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο [2]: Περίπου το 90% θέλουν να παραμείνουν στην ενιαία αγορά και περίπου το 70% θέλουν αυστηρούς ελέγχους στα σύνορα. Οι δύο επιθυμίες είναι αντικρουόμενες για την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες το κατέστησαν σαφές ξανά: Είτε το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει στην ενιαία αγορά και αποδέχεται την ελεύθερη κυκλοφορία είτε φεύγει από την ενιαία αγορά και επανακτά τον έλεγχο της μετανάστευσης. Οι «τέσσερις ελευθερίες» της ΕΕ συνιστούν θεμελιώδεις δεσμεύσεις που βασίζονται στην Συνθήκη της Ρώμης του 1957. Δεν είναι εμμονές της πολιτικής.

Δεδομένου ότι τόσο οι Συντηρητικοί της Μέι όσο και το Εργατικό Κόμμα του Jeremy Corbyn δέχθηκαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του Brexit και διεξήγαγαν προεκλογικές εκστρατείες σχετικά με τον έλεγχο της μετανάστευσης, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η χώρα δεν θα εγκαταλείψει την ενιαία αγορά. Εκεί που μπορεί να υπάρχει περισσότερο περιθώριο ελιγμών είναι στην τελωνειακή ένωση, πράγμα που θα είχε το πρόσθετο πλεονέκτημα να αποφευχθούν τα σκληρά σύνορα μεταξύ της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας. Αλλά το να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ένα λεγόμενο μαλακό Brexit είναι πλέον πιο πιθανό, είναι στην χειρότερη περίπτωση επικίνδυνο και στην καλύτερη αφελές. Η παραμονή στην τελωνειακή ένωση σημαίνει αποδοχή της αρμοδιότητας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, συνέχιση της καταβολής σημαντικών ποσών στον προϋπολογισμό της ΕΕ και παραίτηση από την ευκαιρία υπογραφής ανεξάρτητων διμερών εμπορικών συμφωνιών, ενώ δεν θα υπάρχει η δυνατότητα επιρροής σε μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ. Πράγματι, αν αυτό είναι που προσφέρεται, πολλοί άνθρωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί δικαίως να αναρωτιούνται εάν το παιχνίδι άξιζε τον κόπο. Τώρα που έχει ενεργοποιηθεί το άρθρο 50, θα είναι απίστευτα δύσκολο -αν όχι πολιτικά αδύνατο- το Λονδίνο να προσπαθήσει να το απενεργοποιήσει. Με άλλα λόγια, το τρένο του Brexit έφυγε από τον σταθμό, αλλά ο προορισμός παραμένει άγνωστος.

Ο CORBYN ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Το πιο εκπληκτικό αποτέλεσμα των γενικών εκλογών είναι η απίθανη άνοδος του ηγέτη της εργατικής τάξης, Jeremy Corbyn. Ένας παλιομοδίτης φλογερός αριστερός -στο καλούπι του γερουσιαστή Bernie Sanders στις Ηνωμένες Πολιτείες ή του ακροαριστερού πρώην προεδρικού υποψήφιου Jean-Luc Mélenchon στην Γαλλία- ο Κόρμπιν έχει δείξει ότι είναι ένας τρομερός αγωνιστής. Η ήπια ιδιοσυγκρασία του και το συνεργατικό στίγμα του στην προεκλογική εκστρατεία αντιπαρατέθηκε έντονα με την επιθετική προώθηση της «ισχυρής και σταθερής» ηγεσίας της Μέι. Η αυθεντικότητα του Κόρμπιν ως αριστερός πολιτικός, που υποστηρίζει ανενδοίαστα προοδευτικές πολιτικές επί της φορολογίας και των δαπανών, προσέλκυσε τους νέους ψηφοφόρους που ανησυχούν για το ότι θα πνιγούν στα χρέη και για την αυξανόμενη έλλειψη ευκαιριών. Το 40% των ψήφων, ήταν το καλύτερο αποτέλεσμα των Εργατικών από το 2001.

Η απίθανη επιτυχία του Corbyn απέδειξε ότι υπάρχει πράγματι ένα μέλλον για την αριστερά και ότι δεν χρειάζεται να συμπεριλάβει το είδος των πρακτικών «τρίτου δρόμου» του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον και του πρώην πρωθυπουργού της Βρετανίας, Τόνι Μπλερ. Ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα μπορεί πράγματι να συνδυάσει μια προοδευτική κοινωνική ατζέντα για το φύλο και την φυλή, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει τα αυξανόμενα επίπεδα ανισότητας, την χρόνια στασιμότητα των μισθών και τα αυξανόμενα επίπεδα φτώχειας και να προσφέρει πιο ενεργή κρατική παρέμβαση και ριζοσπαστικά μέτρα αναδιανομής [πλούτου]. Οι σοσιαλδημοκράτες σε όλη την Δυτική Ευρώπη και στην Βόρεια Αμερική θα βάλουν το μήνυμα του Corbyn στην καρδιά τους και θα ενθαρρυνθούν να αμφισβητήσουν την εκλαμβανόμενη σοφία του οικονομικού status quo.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝIΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ

Αν και το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου -ή της Ένωσης των Άγγλων, Ουαλών, Σκώτων και Βορειο-ιρλανδών- δεν φαινόταν ποτέ πιο εύθραυστο από τότε που έγινε το δημοψήφισμα του Brexit τον Ιούνιο του 2016, οι γενικές εκλογές του Ιουνίου του 2017 φαίνεται να αναστρέφουν την δυναμική της ανεξαρτησίας της Σκωτίας. Σε κάποιο βαθμό, η Nicola Sturgeon, η αρχηγός του Εθνικού Κόμματος της Σκωτίας, είχε μια ακόμη χειρότερη νύχτα από την Theresa May. Όχι μόνο το SNP έχασε μεγάλα ονόματα όπως ο πρώην αρχηγός Alex Salmond και ο σημερινός αναπληρωτής αρχηγός Angus Robertson, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσει και την ισχυρότερη υπέρ της Ένωσης επίδοση του Συντηρητικού Κόμματος στην Σκωτία από το 1983, όπως και την αναβίωση των -υπέρ της Ένωσης- Εργατικών και Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Φαίνεται ασφαλές να πούμε ότι ένα δεύτερο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας είναι εκτός συζήτησης στο άμεσο μέλλον. Η Σκωτία θα εγκαταλείψει την ΕΕ ως αναπόσπαστο τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο για την Βόρειο Ιρλανδία, όπου οι πιο μετριοπαθείς δυνάμεις τόσο στις Ενωσιακές όσο και στις Ρεμπουμπλκανικές πλευρές έχασαν όλες τις έδρες τους προς χάριν του πιο ριζοσπαστικού DUP, που ιδρύθηκε από τον εξαιρετικά ενωσιακό Ian Paisley και το Sinn Fein, τον πολιτικό βραχίονα του Ιρλανδού Δημοκρατικού Στρατού, υπό την ηγεσία του Gerry Adams. Κατά ειρωνικό τρόπο, η άτυπη συμπερίληψη του DUP σε μια μειοψηφική κυβέρνηση Tory κάνει τα σκληρά σύνορα μεταξύ της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας μια πραγματική δυνατότητα, παρ’ όλο που το DUP θέλει να το αποφύγει με κάθε κόστος. Τόσο το DUP όσο και το Sinn Fein έχουν πλέον αποκλίνουσες απόψεις για το μέλλον της Βόρειας Ιρλανδίας και οι διαπραγματεύσεις του συνασπισμού στο Ulster παραμένουν αδιέξοδες. Η προοπτική της κυριαρχίας πάνω σε μια ενωμένη Ιρλανδία έχει γίνει έτσι κάτι λιγότερο από ένα μακρινό όνειρο για το Sinn Fein μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2017.

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ

Είναι προφανές να πούμε ότι η Μέι υπολόγισε πολύ άσχημα. Η ισχυρή και σταθερή ηγεσία κατέληξε να είναι αδύναμη και ταραγμένη. Το Συντηρητικό Κόμμα έχει μια ανελέητη οδό όταν πρόκειται για ηττημένους και ασταθείς ηγέτες: Συνήθως περνούν χωρίς επισημότητες στην ανυπαρξία και σχετικά γρήγορα. Η Μέι, μετά από λιγότερο από έναν χρόνο στην εξουσία, θα μπορούσε να καταλήξει όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ μετά από έντεκα χρόνια. Δεν είναι σαφές ότι μια μειοψηφική κυβέρνηση μπορεί να κάνει τους απαραίτητους συμβιβασμούς με τις Βρυξέλλες για να εξασφαλίσει μια καλή συμφωνία για το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν είναι επίσης σαφές πόσο πολύ καιρό η Μέι θα βρίσκεται στο τιμόνι ενός τόσο εύθραυστου υπουργικού συμβουλίου. Το μέλλον της είναι πλέον αβέβαιο.

Το μόνο άτομο που δεν πρόκειται να φύγει από την βρετανική πολιτική είναι ο Jeremy Corbyn. Αν και η μελλοντική μορφή του Brexit έχει γίνει λιγότερο ξεκάθαρη, το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας και η ένωση με την Σκωτία φαίνονται τώρα πιο ασφαλή. Η πολιτική αβεβαιότητα θα επικρέμαται στο Ηνωμένο Βασίλειο για το άμεσο μέλλον, αλλά η χώρα έχει εισέλθει σε μια νέα εποχή πολιτικής αριστεράς-δεξιάς, κάτι που θα έχει επιπτώσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη και τον κόσμο.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2017-06-09/mays-b...

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.bbc.com/news/election/2017/results
[2] https://www.theguardian.com/politics/2016/nov/16/uk-voters-want-single-m...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition