Προς τα πού να οδεύσουν οι ΗΠΑ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Προς τα πού να οδεύσουν οι ΗΠΑ

Επανεκκινώντας την αμερικανική εξωτερική πολιτική
Περίληψη: 

Η διοίκηση Τραμπ θα πρέπει να ενεργήσει με πολύ μεγαλύτερη πειθαρχία και να εργαστεί για να πλαισιώσει τις πολιτικές της σε περιφερειακά και παγκόσμια ζητήματα ως τμήμα μιας συνεκτικής, στρατηγικής προσέγγισης στις διεθνείς σχέσεις που ωφελεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, τους συμμάχους και τους εταίρους τους, και τον κόσμο γενικότερα.

Ο RICHARD N. HAASS είναι πρόεδρος του Council on Foreign Relations και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο A World in Disarray: American Foreign Policy and the Crisis of the Old Order [1].

Κάθε νέα διοίκηση των ΗΠΑ χρειάζεται αρκετούς μήνες για να στελεχωθεί σωστά, να επιβληθεί σε νέες και συχνά άγνωστες ευθύνες και να αναπτύξει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η έναρξη της διοίκησης του Trump [2] ήταν ιδιαίτερα ταραχώδης. Όμως, η διοίκηση έχει ήδη πραγματοποιήσει μια αξιοσημείωτη αλλαγή πορείας στην εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς υποθέσεις, αλλάζοντας μερικές από τις πρώτες αμύητες ρητορείες και προσωπικό της με πιο συμβατικές επιλογές. Εάν μπορέσει να συνεχίσει να επεξεργάζεται και να βελτιώνει την ποιότητα της νέας της προσέγγισης, θα μπορούσε να επιτύχει κάποιον αριθμό επιτυχιών. Αλλά για να συμβεί αυτό, η διοίκηση θα πρέπει να ενεργήσει με πολύ μεγαλύτερη πειθαρχία και να εργαστεί για να πλαισιώσει τις πολιτικές της σε περιφερειακά και παγκόσμια ζητήματα ως τμήμα μιας συνεκτικής, στρατηγικής προσέγγισης στις διεθνείς σχέσεις που ωφελεί τις Ηνωμένες Πολιτείες [3], τους συμμάχους και τους εταίρους τους, και τον κόσμο γενικότερα [4].

13062017-1.jpg

Θα πάρω ό,τι και ο Xi: Ο Xi και ο Trump στο Mar-a-Lago της Φλόριντα, τον Απρίλιο του 2017. CARLOS BARRIA / REUTERS
---------------------------------------------------------------------

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ

Ο πρόεδρος Donald Trump έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μεγαλύτερη απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ είναι τα επιταχυνόμενα πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα της Βόρειας Κορέας, τα οποία ενδέχεται να επιτρέψουν στην Πιονγιάνγκ να εκτοξεύσει πυρηνικούς πυραύλους στις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες σε διάστημα μηνών ή ετών το αργότερο. Ο πρόεδρος φαίνεται επίσης να έχει καταλήξει, ορθώς, στο συμπέρασμα ότι αρκετές δεκαετίες αμερικανικής πολιτικής, που συνίσταντο κυρίως σε κυρώσεις και επαναληπτικές διαπραγματεύσεις με στόχο την αποστασιοποίηση της Βόρειας Κορέας από τα πυρηνικά όπλα, απέτυχαν. Η πρόκληση τώρα είναι να επιλέξει μεταξύ των τριών πιθανών εναλλακτικών λύσεων για την πρόοδο: Αποδοχή, στρατιωτική παρέμβαση ή πιο δημιουργική διπλωματία [5]. Μια τέταρτη δυνατότητα, αυτή της αλλαγής του καθεστώτος, δεν προκρίνεται ως σοβαρή επιλογή, δεδομένου ότι είναι αδύνατο να εκτιμηθούν οι πιθανότητες ή οι συνέπειές της.

Θεωρητικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυνάμεις θα μπορούσαν να δεχθούν μια βορειοκορεατική πυρηνική ικανότητα και να στηριχθούν στην αποτροπή για να μειώσουν τον κίνδυνο επίθεσης, και στην πυραυλική άμυνα για να μειώσουν τις ζημιές εάν ποτέ προκύψουν. Το πρόβλημα είναι ότι η αποτροπή και η άμυνα μπορεί να μην λειτουργήσουν τέλεια -έτσι η επιλογή της αποδοχής σημαίνει μια ζωή υπό τον διαρκή κίνδυνο καταστροφής. Επιπλέον, ακόμη και αν η Πιονγιάνγκ αποτρεπόταν από την χρήση των όπλων που έχει αναπτύξει, θα ήταν ακόμα σε θέση να τα μεταβιβάσει σε άλλους δρώντες για την σωστή τιμή. Ακόμα και αν η πυρηνική της ικανότητα δεν χρησιμοποιηθεί ποτέ ή μεταβιβαστεί, η συναίνεση για την συνεχή κατοχή πυρηνικών όπλων από την Βόρεια Κορέα θα διέλυε περαιτέρω το καθεστώς μη διάδοσης και πιθανώς θα μπορούσε να οδηγήσει την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα να επανεξετάσουν την μη πυρηνική στάση τους.

13062017-2.jpg

Ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, παρακολουθεί στρατιωτική άσκηση, τον Μάρτιο του 2016. REUTERS / KCNA / FILE
---------------------------------------------------

Μια στρατιωτική παρέμβαση θα μπορούσε να είναι είτε προληπτική (προχωρώντας σκόπιμα για να καταστρέψει μια συσσωρευόμενη απειλή) είτε προκαταβολική (κινούμενη γρήγορα για να καταργηθεί μια άμεση απειλή). Το πρόβλημα εδώ είναι ότι κάθε τέτοιο χτύπημα θα αποτελούσε ένα τεράστιο άλμα στο άγνωστο με καταστροφικές συνέπειες. Οι αξιωματούχοι δεν μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων τι θα επετύγχανε μια στρατιωτική επιχείρηση και πώς θα αντιδρούσαν οι Βορειοκορεάτες. Δεδομένης της ικανότητας της Πιονγκγιάνγκ να καταστρέψει μεγάλα τμήματα της Σεούλ χρησιμοποιώντας συμβατικές, μη πυρηνικές δυνάμεις, η νοτιοκορεατική κυβέρνηση [6] είναι εύλογα επιφυλακτική ως προς την επιλογή μιας παρέμβασης, και έτσι οποιαδήποτε κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να σχεδιαστεί και να συντονιστεί με εξαιρετική προσοχή.

Η μη ελκυστικότητα τόσο της αποδοχής όσο και της παρέμβασης είναι αυτό που συνεχίζει να επαναφέρει τους φορείς χάραξης πολιτικής στην τρίτη επιλογή, προσπαθώντας να περιορίσουν και να αναστρέψουν την πυρηνική απειλή της Βόρειας Κορέας μέσω διαπραγματεύσεων. Όμως, όπως απέδειξαν δεκαετίες αποτυχημένων προσπαθειών, η διπλωματία δεν είναι πανάκεια. Έτσι, η πρόκληση σε αυτό το μέτωπο δεν είναι μόνο να επιστρέψουμε στο τραπέζι [των διαπραγματεύσεων] αλλά και να βρούμε το πώς να κάνουμε ταχεία πρόοδο μόλις φτάσουμε εκί. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με το μοίρασμα της επίλυσης του θέματος σε δύο στάδια, με μια ενδιάμεση συμφωνία που θα παγώσει τα πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα της Πιονγιάνγκ, ακολουθούμενη από πιο μακροπρόθεσμες προσπάθειες για την πλήρη μείωση και εξάλειψη των προγραμμάτων.