Προς τα πού να οδεύσουν οι ΗΠΑ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Προς τα πού να οδεύσουν οι ΗΠΑ

Επανεκκινώντας την αμερικανική εξωτερική πολιτική

Η ενδιάμεση συμφωνία θα μπορούσε να υλοποιηθεί καλύτερα ως μια διμερής συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βόρειας Κορέας [7], με άλλες κυβερνήσεις να συμμετέχουν και να ενημερώνονται μέσω διαβουλεύσεων. Οι διαπραγματεύσεις θα πρέπει να έχουν προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Πιονγιάνγκ δεν θα χρησιμοποιεί τις συνομιλίες απλώς για να αγοράζει χρόνο για περαιτέρω πρόοδο στα οπλισμό της. Ο Βορράς θα πρέπει να συμφωνήσει να σταματήσει τις δοκιμές κεφαλών και πυραύλων κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων και οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νότια Κορέα θα πρέπει να συμφωνήσουν να μην χτυπήσουν την Βόρεια Κορέα κατά την ίδια περίοδο. Σε αντάλλαγμα για την αποδοχή ενός πλήρους και ανοικτού [ως προς την χρονική διάρκεια] παγώματος των πυρηνικών και πυραυλικών προγραμμάτων της, των διεισδυτικών επιθεωρήσεων που θα αποσκοπούν στην εξασφάλιση της τήρησης του παγώματος και της απαγόρευσης οποιασδήποτε μεταβίβασης πυρηνικών υλικών ή τεχνολογίας πυραύλων σε τρίτους, η Βόρεια Κορέα θα λάβει ανακούφιση από ορισμένες κυρώσεις και μια συμφωνία που θα τερματίζει επίσημα τον Κορεατικό πόλεμο, [δηλαδή] μια μορφή de facto αναγνώρισης. Οι επακόλουθες συνομιλίες θα ασχοληθούν με την αποπυρηνικοποίηση και άλλες ανησυχίες (όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα) με αντάλλαγμα τον τερματισμό των κυρώσεων και την εξομάλυνση των δεσμών.

Μια προσωρινή συμφωνία δεν θα έλυνε το πυρηνικό πρόβλημα της Βόρειας Κορέας, αλλά θα το συγκρατούσε από το να χειροτερεύει και θα μείωνε τους κινδύνους του πολέμου και της αστάθειας -ένα θετικό αποτέλεσμα όσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί υπό τις παρούσες συνθήκες. Δεδομένου ότι η πίεση της Κίνας στην Βόρεια Κορέα θα ήταν απαραίτητη για την επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας, η επιλογή αυτή θα βασιζόταν λογικά στην έγκαιρη επένδυση της διοίκησης σε καλές σχέσεις με την ομόλογή της στο Πεκίνο. Και ακόμα κι αν η διπλωματία αποτύγχανε και πάλι, τουλάχιστον οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είχαν δείξει ότι προσπάθησαν με διαπραγματεύσεις προτού στραφούν σε μια από τις άλλες, πιο αμφιλεγόμενες επιλογές.

Όσον αφορά τις σχέσεις των ΗΠΑ με την ίδια την Κίνα [8], ο πρωταρχικός στόχος της διοίκησης πρέπει να είναι να δώσει έμφαση στην συνεργασία σχετικά με την Βόρεια Κορέα, το πιο επείγον θέμα της ατζέντας εθνικής ασφάλειας. Η οικονομική ολοκλήρωση των δύο χωρών δίνει τόσο στην Ουάσινγκτον όσο και στο Πεκίνο ένα στήριγμα για την διατήρηση των σχέσεων. Οι ηγέτες της Κίνας ενδέχεται να επικεντρωθούν στο εγγύς μέλλον στις εγχώριες ανησυχίες περισσότερο από ό, τι στις εξωτερικές πολιτικές, και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να τους επιτρέψουν να το πράξουν. Αυτό σημαίνει να παραμείνουν σε ισχύ μακροχρόνιες πολιτικές των ΗΠΑ σε διμερή θέματα όπως η Ταϊβάν, το εμπόριο, οι πωλήσεις όπλων και η θάλασσα της Νότιας Κίνας. Σχετικά με αυτά τα ζητήματα, η διοίκηση Trump θα πρέπει να αποφύγει να υιοθετήσει θέσεις που θα μπορούσαν είτε να προκαλέσουν μια αποπροσανατολιστική κρίση είτε να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια «Πρώτα η Βόρεια Κορέα», αλλά όχι μια «Η Βόρεια Κορέα μόνο» αμερικανική πολιτική έναντι της Κίνας.

Όσον αφορά την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού [9] γενικότερα, η διοίκηση θα πρέπει να καθησυχάσει τους συμμάχους των ΗΠΑ για την συνεχιζόμενη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή -κάτι που αμφισβητήθηκε από την απότομη απόσυρση του Trump από την συμφωνία Trans-Pacific Partnership (TPP) και από διάφορες δηλώσεις του προέδρου και άλλων αξιωματούχων της διοίκησης. Θα ήταν πιο λογικό για την Ουάσιγκτον να συνεργαστεί με άλλους υπογράφοντες [την συμφωνία] για την τροποποίηση της TPP (όπως φαίνεται να κάνει με την Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών της Βόρειας Αμερικής, NAFTA) και να συμμετάσχει στο τροποποιημένο σύμφωνο. Αυτό παραμένει μια επιλογή, αν και μπορεί να είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η διοίκηση θα μπορούσε να επιδιώξει μια διευθέτηση με το Κογκρέσο που θα επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να ενταχθούν στην TPP, αλλά θα δεσμεύσει την χώρα σε ορισμένες οδούς τιμωρητικής δράσης για συγκεκριμένες περιστάσεις (χειραγώγηση νομισμάτων, κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, κ.λπ.), παρόμοια με ό, τι έγινε όταν επρόκειτο για συμφωνίες ελέγχου των όπλων μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης. Η συμφωνία θα κωδικοποιηθεί και θα ψηφιστεί ταυτόχρονα με το ίδιο το εμπορικό Σύμφωνο, ως δεσμευτικό πακέτο, για να καθησυχάσει τους επικριτές της ΤΡΡ.

ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΙ

Στην Ευρώπη, η Ουάσιγκτον πρέπει να επιδιώξει σταθερότητα. Η ΕΕ είναι ατελής [10] με πολλούς τρόπους, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί πηγή ειρήνης και ευημερίας στην ήπειρο. Η συνεχιζόμενη διάβρωση ή διάσπασή της θα αποτελούσε σημαντική αποτυχία όχι μόνο για κρίσιμους συμμάχους των ΗΠΑ αλλά και για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο στρατηγικά όσο και ουσιαστικά. Ήδη, τα επόμενα χρόνια της ΕΕ θα είναι έντονα χάρη στις διαπραγματεύσεις για το Brexit και τις πιθανές κρίσεις στην Ιταλία και αλλού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν λίγη μόχλευση να ασκήσουν στο άμεσο μέλλον της ηπείρου, αλλά τουλάχιστον η Ουάσινγκτον πρέπει να εκφράσει την υποστήριξή της προς την ΕΕ και να σταματήσει να σηματοδοτεί την συμπάθειά της προς τους αντιπάλους της.