Θα επιμείνει η αργή αύξηση της παραγωγικότητας; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Θα επιμείνει η αργή αύξηση της παραγωγικότητας;

Γιατί οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα

Από το 1973, η ιστορία ήταν αρκετά διαφορετική. Η ασθενής αύξηση της παραγωγικότητας σε ολόκληρο τον κόσμο, σε συνδυασμό με την μακροχρόνια μείωση του μεριδίου του εθνικού εισοδήματος που καταβάλλεται σε μισθούς, σήμαινε αργή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για τους περισσότερους ανθρώπους και μείωση του βιοτικού επιπέδου για μερικούς. Αυτό είχε σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Η ευρεία υποστήριξη του κράτους πρόνοιας κατά την δεκαετία του 1950 και του 1960 στηριζόταν στην πεποίθηση ότι η σταθερή οικονομική ανάπτυξη και η αύξηση των εισοδημάτων ήταν το έργο σοφών, καλοπροαίρετων κυβερνήσεων. Καθώς τα εισοδήματα και τα κέρδη των επιχειρήσεων αυξάνονταν, το ίδιο έκαναν και τα φορολογικά έσοδα, καθιστώντας ανώδυνη την χρηματοδότηση προγραμμάτων υγειονομικής περίθαλψης, συντάξεων και άλλων κοινωνικών παροχών. Ωστόσο, η αδυναμία των κυβερνήσεων να αποκαταστήσουν την ταχεία οικονομική ανάπτυξη και την πλήρη απασχόληση μετά το 1973 οδήγησε τους ψηφοφόρους στο να αμφισβητήσουν την ικανότητά τους να διατηρήσουν ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο, καθώς οι στάσιμοι μισθοί έκαναν το αυξανόμενο κόστος του κράτους πρόνοιας πιο επαχθές. Αυτή η αποτυχία διευκόλυνε τους συντηρητικούς πολιτικούς, όπως την Μάργκαρετ Θάτσερ και τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, να ακολουθήσουν πολιτικές προσανατολισμένες στην αγορά ως τρόπο υποκίνησης της παραγωγικότητας, αλλά δημιούργησε επίσης ανοίγματα για λαϊκιστές που υιοθετούν ιδεολογίες κατά του κατεστημένου και κατά των μεταναστών. Οι πρόγονοι πολλών από τα σημερινά λαϊκιστικά κόμματα που επικρίνουν τα κυρίαρχα κόμματα, τις εμπορικές συμφωνίες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την παγκοσμιοποίηση, ξεκίνησαν εν μέσω των οικονομικών απογοητεύσεων της δεκαετίας του 1970. Αυτές οι απογοητεύσεις συνεχίστηκαν, καθώς οι κυβερνήσεις εφαρμόζοντας ιδιαιτέρως αποκλίνουσες πολιτικές δεν μπόρεσαν να σταματήσουν την πτώση της παραγωγικότητας και να επιτύχουν το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο που προσδοκούσαν οι πολίτες τους.

ΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

Για να δούμε πόσο σοβαρό είναι αυτό το πρόβλημα, σκεφτείτε το πιο γνωστό μέτρο της παραγωγικότητας: Την παραγωγικότητα της εργασίας, που χονδρικά ορίζεται ως το ποσό που παράγει ένας εργαζόμενος σε μια ώρα εργασίας. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ήταν σε μακροχρόνια πτώση σχεδόν σε κάθε πλούσια οικονομία. Στο Βέλγιο αυξανόταν κατά σχεδόν 7% ετησίως στις αρχές της δεκαετίας του 1970, αλλά αυξανόταν κατά μέσο όρο μόλις κατά 0,5% στην τελευταία δεκαετία. Η Φινλανδία, η άλλοτε σούπερ σταρ της υψηλής τεχνολογίας, έχει δει το ποσοστό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας της να πέφτει από 5% ετησίως στις αρχές της δεκαετίας του '70 σε σχεδόν μηδέν σήμερα. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν δει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας να κάμπτεται ακόμη περισσότερο κι από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη και η Νότια Κορέα, η οποία έχει αναπτυχθεί ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη πλούσια οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες, έχει τώρα έναν ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στο περίπου 3% ετησίως -πολύ χαμηλότερα από το 6% που απολάμβανε στην δεκαετία του 1970. Η πτώση έχει εξαπλωθεί πολύ πέρα από τις πλούσιες οικονομίες. Το Conference Board, μια επιχειρηματική οργάνωση, εκτιμά ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ρωσία όντως μειώνεται. Τα συγκριτικά στοιχεία για την Κίνα δεν είναι διαθέσιμα, αλλά το Conference Board εκτιμά ότι το προϊόν της Κίνας ανά εργάτη αυξήθηκε μεταξύ 3% και 4% το 2015 και πάλι το 2016 –ένα αποτέλεσμα μακριά από τα διψήφια ποσοστά που καταγράφηκαν πριν από μια δεκαετία και ένα σημάδι του επιδεινούμενου προβλήματος παραγωγικότητας.

Μια παγκόσμια προοπτική είναι σημαντική εδώ. Στον πολιτικό τομέα, η αργή αύξηση της παραγωγικότητας συνδέεται αναπόφευκτα με συγκεκριμένες πολιτικές που βρίσκονται υπό επίθεση: Υψηλοί φορολογικοί συντελεστές˙ υποτιθέμενη αυστηρή νομισματική πολιτική από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα˙ αυστηρότεροι τραπεζικοί κανόνες των ΗΠΑ μετά την χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε το 2008˙ και υπερβολικοί γραφειοκράτες στις Βρυξέλλες, το Τόκιο και την Ουάσινγκτον. Αλλά το γεγονός ότι η αργή αύξηση της παραγωγικότητας είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο υποδηλώνει ότι οι νόμοι και οι κανονισμοί της εκάστοτε χώρας δεν έχουν να κάνουν με το πρόβλημα. Υπονοεί επίσης ότι οι κυβερνήσεις έχουν πολύ λιγότερη δύναμη για να διορθώσουν την πτώση της παραγωγικότητας από όση πιστεύει το κοινό.

Οι κυβερνήσεις δεν έχουν καθόλου τον ρόλο του θεατή όταν πρόκειται για την βελτίωση της αύξησης της παραγωγικότητας. Πράγματι, τα ραγδαία κέρδη της χρυσής εποχής οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στην κρατική πρωτοβουλία. Χάρη στις μεγάλες επενδύσεις στην εκπαίδευση, οι εγγραφές σε πανεπιστήμια στην Γαλλία και την Γερμανία τριπλασιάστηκαν μεταξύ 1950 και 1965 και η μέση εκπαίδευση των Αμερικανών σε εργάσιμη ηλικία προχώρησε από τα 8,5 έτη το 1950 στα σχεδόν 12 έτη ένα τέταρτο αιώνα αργότερα, δημιουργώντας ένα εργατικό δυναμικό ικανό να χειριστεί πολύ πιο πολύπλοκη δουλειά. Η κυβερνητικά χρηματοδοτούμενη κατασκευή του συστήματος διαπολιτειακών αυτοκινητοδρόμων στις ΗΠΑ και εκείνη των ομολόγων της στην Ιαπωνία και στην Ευρώπη έδωσαν μεγάλη ώθηση στην παραγωγικότητα, με το να επιτρέψουν στους οδηγούς φορτηγών να μετακινούν φορτία σε μεγαλύτερες αποστάσεις και πιο γρήγορα, και στους εργοδότες να προσλαμβάνουν από ευρύτερες αγορές εργασίας. Η χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο αγροτική έρευνα οδήγησε σε πολύ υψηλότερες καλλιεργητικές αποδόσεις ανά στρέμμα. Οι διεθνείς εμπορικές συμφωνίες ήταν επίσης καίριες: Η Συνθήκη της Ρώμης του 1957, η οποία δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα˙ το σύμφωνο αυτοκινήτων ΗΠΑ-Καναδά του 1965˙ και οι διαδοχικοί γύροι της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (General Agreement on Tariffs and Trade, GATT), όλες μείωσαν τους δασμούς και άλλα εμπορικά εμπόδια, ασκώντας πίεση στους κατασκευαστές ώστε να είναι πιο αποτελεσματικοί και καινοτόμοι ενόψει του μεγαλύτερου ανταγωνισμού στο εξωτερικό.

ΤΑΧΥΤΕΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ;