Θα επιμείνει η αργή αύξηση της παραγωγικότητας; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Θα επιμείνει η αργή αύξηση της παραγωγικότητας;

Γιατί οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα

Μετά από μια πτώση το 2016, η παγκόσμια οικονομία ανακάμπτει. Μια έκθεση της 7ης Ιουνίου [1] από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ένα κλαμπ πλουσίων χωρών, προβλέπει ότι η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 3,6% το επόμενο έτος, κάτι που είναι η καλύτερη παγκόσμια ανάπτυξη από το 2011. Τον Απρίλιο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προέβλεψε ότι το μέσο ποσοστό ανεργίας στις προηγμένες οικονομίες του κόσμου θα μειωθεί στο 5,8% το 2018, το χαμηλότερο ποσοστό σε μια δεκαετία. Η επιχειρηματική αισιοδοξία είναι υψηλή και οι χρηματιστηριακοί δείκτες βρίσκονται κοντά σε επίπεδα ρεκόρ.

14062017-1.jpg

Γερανός στο λιμάνι της Βαλένθια της Ισπανίας, στην διάρκεια μιας εθνικής απεργίας λιμενεργατών κατά της λιμενικής μεταρρύθμισης σύμφωνα με τους νόμους της ΕΕ, τον Ιούνιο του 2017. HEINO KALIS / REUTERS
-------------------------------------------------------------

Αλλά μην πανηγυρίζετε. Μια έκθεση στις 18 Μαΐου [2] από τον ΟΟΣΑ προσφέρει μια πολύ πιο απογοητευτική προοπτική. Οι προηγμένες οικονομίες, σύμφωνα με την έκθεση, αντιμετωπίζουν «επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης της παραγωγικότητας». Άλλα στοιχεία δείχνουν ότι η ίδια τάση βρίσκεται σε εξέλιξη σε πολλά λιγότερο εύπορα κράτη. Αυτό σημαίνει ότι οι προοπτικές στον μεγαλύτερο μέρος του κόσμου τείνουν προς μια υποτονική οικονομική ανάπτυξη που θα αυξήσει τους μισθούς και θα βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο αργά σε μακροπρόθεσμη βάση μόνο -και θα αφήσει μια επίμονη δυσαρέσκεια μεταξύ των πολλών που μένουν πίσω σε μια αργά αναπτυσσόμενη παγκόσμια οικονομία.

Δεν υπάρχει ασυνέπεια μεταξύ αυτής της βραχυπρόθεσμης αισιοδοξίας και της μακροπρόθεσμης επιφυλακτικότητας. Βραχυπρόθεσμα, η ανάκαμψη του επιχειρηματικού κύκλου, τα μεγάλα κυβερνητικά ελλείμματα σε πολλές χώρες, τα πολύ χαμηλά επιτόκια και οι υγιέστερες τράπεζες, συνέβαλαν στην τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης και στην αύξηση των εισοδημάτων. Οι κυβερνήσεις έχουν σημαντικό έλεγχο αυτής της διαδικασίας. Μακροπρόθεσμα, όμως, ο ρυθμός βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας. Και όταν πρόκειται περί της επιτάχυνσης της αύξησης της παραγωγικότητας, οι κυβερνήσεις παντού έχουν κακό ιστορικό. Οι κυβερνητικές δαπάνες, η φορολογική πολιτική και η νομισματική πολιτική -τα εργαλεία στην τυπική εργαλειοθήκη των οικονομολόγων- δεν μπορούν να κάνουν πολλά για την επίλυση αυτού του προβλήματος.

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η παραγωγικότητα είναι ένα μέτρο του οικονομικού προϊόντος που παράγεται από μια δεδομένη ποσότητα εργασίας, κεφαλαίου και άλλων εισροών. Η πιο γνωστή παραλλαγή είναι η παραγωγικότητα της εργασίας, συνήθως οριζόμενη ως η παραγωγή από μια μέση ώρα εργασίας, αλλά οι οικονομολόγοι προσπαθούν επίσης να αξιολογήσουν εάν το κεφάλαιο και η νέα τεχνολογία τίθενται σε πιο παραγωγική χρήση με την πάροδο του χρόνου. Όταν η αύξηση της παραγωγικότητας είναι ταχεία, το ίδιο είναι και η αύξηση της ποσότητας του πλούτου που παράγει μια οικονομία.

Από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, η αύξηση της παραγωγικότητας τείνει να κινείται με μεγάλους κύκλους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατά τις περισσότερες εκτιμήσεις, ήταν αρκετά αργή στην εποχή του εμφυλίου πολέμου, ταχύτερη στα τέλη του 19ου αιώνα, υποτονική από περίπου το 1900 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920 και ταχύτερη κατά τον μισό αιώνα που έληξε το 1973. Η περίοδος 1948 και 1973 ήταν αξιοσημείωτη επειδή η ισχυρή αύξηση της αμερικανικής παραγωγικότητας ήταν αντίστοιχη ή υπερκεραζόταν σε ολόκληρη την Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία. Ως αποτέλεσμα, αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια ήταν αναμφισβήτητα η πιο αξιοσημείωτη περίοδος οικονομικής ανάπτυξης στην ανθρώπινη ιστορία, με την παγκόσμια οικονομία να επεκτείνεται με ετήσιο ρυθμό σχεδόν 5%. Με τις οικονομίες των χωρών τους να αναπτύσσονται τόσο γρήγορα που κάποιες τετραπλασίασαν το μέγεθός τους κατά την διάρκεια 25 ετών, εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι βίωσαν αφάνταστες βελτιώσεις στο βιοτικό τους επίπεδο χρόνο με τον χρόνο. Εκείνη η εποχή, όχι χωρίς λόγο, αναφέρεται συχνά ως η χρυσή εποχή της παραγωγικότητας.

Από το 1973, η ιστορία ήταν αρκετά διαφορετική. Η ασθενής αύξηση της παραγωγικότητας σε ολόκληρο τον κόσμο, σε συνδυασμό με την μακροχρόνια μείωση του μεριδίου του εθνικού εισοδήματος που καταβάλλεται σε μισθούς, σήμαινε αργή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για τους περισσότερους ανθρώπους και μείωση του βιοτικού επιπέδου για μερικούς. Αυτό είχε σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Η ευρεία υποστήριξη του κράτους πρόνοιας κατά την δεκαετία του 1950 και του 1960 στηριζόταν στην πεποίθηση ότι η σταθερή οικονομική ανάπτυξη και η αύξηση των εισοδημάτων ήταν το έργο σοφών, καλοπροαίρετων κυβερνήσεων. Καθώς τα εισοδήματα και τα κέρδη των επιχειρήσεων αυξάνονταν, το ίδιο έκαναν και τα φορολογικά έσοδα, καθιστώντας ανώδυνη την χρηματοδότηση προγραμμάτων υγειονομικής περίθαλψης, συντάξεων και άλλων κοινωνικών παροχών. Ωστόσο, η αδυναμία των κυβερνήσεων να αποκαταστήσουν την ταχεία οικονομική ανάπτυξη και την πλήρη απασχόληση μετά το 1973 οδήγησε τους ψηφοφόρους στο να αμφισβητήσουν την ικανότητά τους να διατηρήσουν ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο, καθώς οι στάσιμοι μισθοί έκαναν το αυξανόμενο κόστος του κράτους πρόνοιας πιο επαχθές. Αυτή η αποτυχία διευκόλυνε τους συντηρητικούς πολιτικούς, όπως την Μάργκαρετ Θάτσερ και τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, να ακολουθήσουν πολιτικές προσανατολισμένες στην αγορά ως τρόπο υποκίνησης της παραγωγικότητας, αλλά δημιούργησε επίσης ανοίγματα για λαϊκιστές που υιοθετούν ιδεολογίες κατά του κατεστημένου και κατά των μεταναστών. Οι πρόγονοι πολλών από τα σημερινά λαϊκιστικά κόμματα που επικρίνουν τα κυρίαρχα κόμματα, τις εμπορικές συμφωνίες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την παγκοσμιοποίηση, ξεκίνησαν εν μέσω των οικονομικών απογοητεύσεων της δεκαετίας του 1970. Αυτές οι απογοητεύσεις συνεχίστηκαν, καθώς οι κυβερνήσεις εφαρμόζοντας ιδιαιτέρως αποκλίνουσες πολιτικές δεν μπόρεσαν να σταματήσουν την πτώση της παραγωγικότητας και να επιτύχουν το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο που προσδοκούσαν οι πολίτες τους.

ΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

Για να δούμε πόσο σοβαρό είναι αυτό το πρόβλημα, σκεφτείτε το πιο γνωστό μέτρο της παραγωγικότητας: Την παραγωγικότητα της εργασίας, που χονδρικά ορίζεται ως το ποσό που παράγει ένας εργαζόμενος σε μια ώρα εργασίας. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ήταν σε μακροχρόνια πτώση σχεδόν σε κάθε πλούσια οικονομία. Στο Βέλγιο αυξανόταν κατά σχεδόν 7% ετησίως στις αρχές της δεκαετίας του 1970, αλλά αυξανόταν κατά μέσο όρο μόλις κατά 0,5% στην τελευταία δεκαετία. Η Φινλανδία, η άλλοτε σούπερ σταρ της υψηλής τεχνολογίας, έχει δει το ποσοστό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας της να πέφτει από 5% ετησίως στις αρχές της δεκαετίας του '70 σε σχεδόν μηδέν σήμερα. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν δει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας να κάμπτεται ακόμη περισσότερο κι από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη και η Νότια Κορέα, η οποία έχει αναπτυχθεί ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη πλούσια οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες, έχει τώρα έναν ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στο περίπου 3% ετησίως -πολύ χαμηλότερα από το 6% που απολάμβανε στην δεκαετία του 1970. Η πτώση έχει εξαπλωθεί πολύ πέρα από τις πλούσιες οικονομίες. Το Conference Board, μια επιχειρηματική οργάνωση, εκτιμά ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ρωσία όντως μειώνεται. Τα συγκριτικά στοιχεία για την Κίνα δεν είναι διαθέσιμα, αλλά το Conference Board εκτιμά ότι το προϊόν της Κίνας ανά εργάτη αυξήθηκε μεταξύ 3% και 4% το 2015 και πάλι το 2016 –ένα αποτέλεσμα μακριά από τα διψήφια ποσοστά που καταγράφηκαν πριν από μια δεκαετία και ένα σημάδι του επιδεινούμενου προβλήματος παραγωγικότητας.

Μια παγκόσμια προοπτική είναι σημαντική εδώ. Στον πολιτικό τομέα, η αργή αύξηση της παραγωγικότητας συνδέεται αναπόφευκτα με συγκεκριμένες πολιτικές που βρίσκονται υπό επίθεση: Υψηλοί φορολογικοί συντελεστές˙ υποτιθέμενη αυστηρή νομισματική πολιτική από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα˙ αυστηρότεροι τραπεζικοί κανόνες των ΗΠΑ μετά την χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε το 2008˙ και υπερβολικοί γραφειοκράτες στις Βρυξέλλες, το Τόκιο και την Ουάσινγκτον. Αλλά το γεγονός ότι η αργή αύξηση της παραγωγικότητας είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο υποδηλώνει ότι οι νόμοι και οι κανονισμοί της εκάστοτε χώρας δεν έχουν να κάνουν με το πρόβλημα. Υπονοεί επίσης ότι οι κυβερνήσεις έχουν πολύ λιγότερη δύναμη για να διορθώσουν την πτώση της παραγωγικότητας από όση πιστεύει το κοινό.

Οι κυβερνήσεις δεν έχουν καθόλου τον ρόλο του θεατή όταν πρόκειται για την βελτίωση της αύξησης της παραγωγικότητας. Πράγματι, τα ραγδαία κέρδη της χρυσής εποχής οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στην κρατική πρωτοβουλία. Χάρη στις μεγάλες επενδύσεις στην εκπαίδευση, οι εγγραφές σε πανεπιστήμια στην Γαλλία και την Γερμανία τριπλασιάστηκαν μεταξύ 1950 και 1965 και η μέση εκπαίδευση των Αμερικανών σε εργάσιμη ηλικία προχώρησε από τα 8,5 έτη το 1950 στα σχεδόν 12 έτη ένα τέταρτο αιώνα αργότερα, δημιουργώντας ένα εργατικό δυναμικό ικανό να χειριστεί πολύ πιο πολύπλοκη δουλειά. Η κυβερνητικά χρηματοδοτούμενη κατασκευή του συστήματος διαπολιτειακών αυτοκινητοδρόμων στις ΗΠΑ και εκείνη των ομολόγων της στην Ιαπωνία και στην Ευρώπη έδωσαν μεγάλη ώθηση στην παραγωγικότητα, με το να επιτρέψουν στους οδηγούς φορτηγών να μετακινούν φορτία σε μεγαλύτερες αποστάσεις και πιο γρήγορα, και στους εργοδότες να προσλαμβάνουν από ευρύτερες αγορές εργασίας. Η χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο αγροτική έρευνα οδήγησε σε πολύ υψηλότερες καλλιεργητικές αποδόσεις ανά στρέμμα. Οι διεθνείς εμπορικές συμφωνίες ήταν επίσης καίριες: Η Συνθήκη της Ρώμης του 1957, η οποία δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα˙ το σύμφωνο αυτοκινήτων ΗΠΑ-Καναδά του 1965˙ και οι διαδοχικοί γύροι της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (General Agreement on Tariffs and Trade, GATT), όλες μείωσαν τους δασμούς και άλλα εμπορικά εμπόδια, ασκώντας πίεση στους κατασκευαστές ώστε να είναι πιο αποτελεσματικοί και καινοτόμοι ενόψει του μεγαλύτερου ανταγωνισμού στο εξωτερικό.

ΤΑΧΥΤΕΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ;

Δυστυχώς, αυτά τα μεγάλης επίδρασης μέτρα για την αύξηση της παραγωγικότητας δεν μπορούν να επαναληφθούν: Τα αποτελέσματα της βελτίωσης ενός αυτοκινητοδρόμου με μια νέα ράμπα εισόδου είναι ασήμαντα σε σύγκριση με τα κέρδη από την αντικατάσταση ενός μποτιλιαρισμένου δρόμου με δύο λωρίδες κυκλοφορίας με έναν αυτοκινητόδρομο με διόδια, και οι προηγούμενες εμπορικές συμφωνίες έφεραν τους δασμούς σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε συγκριτικά τα αποτελέσματα των νέων συμφωνιών να είναι οριακά. Τα περαιτέρω κέρδη στην παραγωγικότητα πρέπει να προέλθουν σε μεγάλο βαθμό από νέα προϊόντα και νέες επιχειρηματικές μεθόδους. Εδώ, η ιστορική καταγραφή δείχνει ότι οι περίοδοι ταχείας αύξησης της παραγωγικότητας φτάνουν απροειδοποίητα και τελειώνουν απρόβλεπτα. Συχνά, χρειάζονται πολλά χρόνια πριν μια τεχνολογική πρόοδος ή μια καινοτόμος ιδέα αποκτήσει σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο. Πολλές χώρες, για παράδειγμα, απολάμβαναν μια ώθηση στην αύξηση της παραγωγικότητας στα τέλη της δεκαετίας του 1990, καθώς οι επιχειρήσεις αναδιοργάνωσαν τις δραστηριότητές τους στο διαδίκτυο -τρεις ή τέσσερις δεκαετίες μετά τις εξελίξεις στον τομέα των υπολογιστών και των επικοινωνιών που κατέστησαν δυνατή την ύπαρξη του διαδικτύου. Αυτή η αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία έφερε σύντομα καλύτερα μισθολογικά κέρδη για πολλούς εργαζόμενους, δεν είχε προβλεφθεί από κανέναν και τελείωσε απότομα όπως ξεκίνησε.

Οι προηγμένες οικονομίες έχουν βιώσει πάνω από τέσσερις δεκαετίες βραδείας αύξησης της παραγωγικότητας. Είναι σαφές μέχρι τώρα, ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να κάνουν ελάχιστα για να επηρεάσουν αυτή την κατάσταση, τουλάχιστον με οποιονδήποτε προβλέψιμο τρόπο. Η βελτίωση των υποδομών, η υποστήριξη της επιστημονικής έρευνας και η προώθηση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης των εργαζομένων μπορούν να συμβάλουν στην ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας με την πάροδο του χρόνου, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει πόσο γρήγορα θα αποδώσουν αυτές οι επενδύσεις -ή εάν θα αποδώσουν καθόλου.

Εάν η παραγωγικότητα αναζωογονηθεί ξανά, θα είναι σχεδόν βέβαιο ότι τούτο θα είναι αποτέλεσμα καινοτομιών που ριζώνουν στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό δεν είναι αδιανόητο: Οι εξελίξεις όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η εικονική πραγματικότητα και η νανοτεχνολογία δεν φαίνεται να έχουν κάνει πολλά για την αύξηση της παραγωγικότητας μέχρι τώρα, αλλά είναι τελείως κατανοητό ότι θα φέρουν την επανάσταση στις επιχειρήσεις αύριο. Εάν το κάνουν, και εάν η προκύπτουσα αύξηση των εισοδημάτων μοιραστεί ευρέως μεταξύ των εργαζομένων, αυτό θα ήταν θαυμάσιο. Αλλά αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, ο κόσμος είναι πιθανό να κολλήσει με μια οικονομία που είναι αρκετά συνηθισμένη.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/world/2017-06-12/slow-productivi...

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.keepeek.com/Digital-Asset-Management/oecd/economics/oecd-econ...
[2] http://www.oecd-ilibrary.org/industry-and-services/oecd-compendium-of-pr...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition