Η διαμεσολάβηση στην Βενεζουέλα είναι καταδικασμένη να αποτύχει | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η διαμεσολάβηση στην Βενεζουέλα είναι καταδικασμένη να αποτύχει

Το Καράκας πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες
Περίληψη: 

Η αποφυγή μιας ακόμη βαθύτερης οικονομικής και πολιτικής κατάρρευσης θα απαιτήσει πιο ισχυρή διεθνή παρέμβαση για να υποστηριχθούν σοβαρές προσπάθειες διαμεσολάβησης, οι οποίες παραμένουν η πιο σταθερή και δημοκρατική οδός για έξοδο από την σημερινή πορεία θανάτου της Βενεζουέλας.

Ο CHRISTOPHER SABATINI είναι λέκτορας Διεθνούς και Δημόσιας Πολιτικής στην Σχολή Διεθνών και Δημόσιων Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Columbia και εκτελεστικός διευθυντής του Global Americans. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @ChrisSabatini [1].

Από τον Μάιο του 2016 [2], η Ένωση Δημοκρατιών της Νότιας Αμερικής (UNASUR), ένας διακυβερνητικός οργανισμός που αποτελείται από 12 κράτη της Νότιας Αμερικής, προσπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, με την ελπίδα να αποτρέψει μια κατάρρευση. Τον Οκτώβριο, αφότου η ελεγχόμενη από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας εκλογική επιτροπή (CNE), αρνήθηκε ένα συνταγματικό δημοψήφισμα και ανέστειλε επ' αόριστον τις τοπικές εκλογές -εμποδίζοντας ένα εκλογικό ψήφισμα μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2018- το Βατικανό παρενέβη.

10072017-1.jpg

Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Nicolás Maduro, σε μια στρατιωτική παρέλαση στο Καράκας, τον Ιούλιο του 2017. MARCO BELLO / REUTERS
------------------------------------------------------------

Αυτές οι προσπάθειες διαμεσολάβησης έχουν προφανώς αποτύχει, χάρη στην αδυναμία από την πλευρά των διαμεσολαβητών και άλλων εξωτερικών μερών να επιβάλουν πραγματικό κόστος στην κυβέρνηση. Από τον Μάρτιο, η κυβέρνηση Maduro έχει καταστείλει βίαια διαδηλώσεις στους δρόμους με αποτέλεσμα πάνω από 70 θανάτους, και συνεχίζει να κρατά φυλακισμένους τουλάχιστον 120 από τους πολιτικούς αντιπάλους της [3]. Η κυβέρνηση αντιστάθηκε στις εκκλήσεις για διεξαγωγή εκλογών πριν από το 2018, αρνήθηκε να αναγνωρίσει το δικαίωμα για ένα δημοψήφισμα συνταγματικής ανάκλησης και, πιο πρόσφατα, ζήτησε την αναθεώρηση του συντάγματος από μια παράνομη συντακτική συνέλευση. Ωστόσο, δεν αντιμετώπισε καμία συνέπεια από τους διαμεσολαβητές.

Εν τω μεταξύ, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση σε μια χώρα που ήταν μια από τις πλουσιότερες της περιοχής, καταρρέουν. Περίπου το 11,4% [4] των παιδιών της Βενεζουέλας είναι υποσιτισμένο και το 10,5% [5] του εργατικού δυναμικού της είναι άνεργο. Η οικονομία βρίσκεται σε τροχιά συρρίκνωσης για τρίτο συνεχές έτος, με το ΑΕΠ να μειώνεται κατά 20,7% [6] κάτω από το επίπεδο του 2014 και ο πληθωρισμός αναμένεται να φτάσει το 1.700%.

Καθώς οι προσπάθειες διαμεσολάβησης πρώτα παρέπαιαν και μετά κατέρρευσαν, η οικονομική, ανθρωπιστική και πολιτική κρίση της Βενεζουέλας συνέχισε να βαθαίνει. Η χώρα είναι τώρα στα πρόθυρα να γίνει ένα αποτυχημένο κράτος. Για να σταματήσουν την κάθοδο της Βενεζουέλας στο χάος, τα κράτη της Λατινικής Αμερικής και δρώντες εκτός της περιοχής, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, πρέπει να αναπτύξουν μια συντονισμένη πολιτική που να πιέζει την κυβέρνηση της Βενεζουέλας να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και να απειλεί με πραγματικές συνέπειες σε περίπτωση που αποτύχει να το κάνει.

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ

Για να μεσολαβήσουν αποτελεσματικά μια σύγκρουση, οι διαμεσολαβητές πρέπει να διασφαλίσουν ότι τα εμπλεκόμενα μέρη αντιμετωπίζουν πραγματικές συνέπειες για τις ενέργειές τους Οι εξωτερικοί δρώντες πρέπει να απειλούν, για παράδειγμα, να επιβάλουν κόστη -για παράδειγμα, κυρώσεις- για την μη συμμόρφωση ή να υπόσχονται να προσφέρουν οφέλη για την συμμόρφωση, όπως οικονομική βοήθεια ή βελτιωμένες διπλωματικές σχέσεις. Στην κρίση του Σουέζ το 1956, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπεισαν το Ισραήλ να αποσύρει τα στρατεύματά του από την ζώνη του καναλιού του Σουέζ, απειλώντας να διακόψουν την στρατιωτική υποστήριξη. Κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του Σουδάν το 2005, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάφεραν να αναγκάσουν την κυβέρνηση και τους αντάρτες να επιτύχουν μια συμφωνία όταν η Ουάσιγκτον κατέστησε σαφές ότι η αποτυχία να συμφωνήσουν θα οδηγούσε σε υποβάθμιση των διπλωματικών σχέσεων. Και οι κυρώσεις -ή η απειλή κυρώσεων- ήταν κρίσιμες για την επίλυση των συγκρούσεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία και, πιο πρόσφατα, στην πίεση προς το Ιράν να διαπραγματευτεί το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Μέχρι στιγμής, ούτε η UNASUR ούτε το Βατικανό έχουν κάνει την Βενεζουέλα να πληρώσει κάποιο πραγματικό κόστος επειδή δεν συνεργάζεται. Ως αποτέλεσμα, τον Νοέμβριο του 2016, οι προσπάθειες του Βατικανού και της UNASUR ανακλήθηκαν επισήμως [7] αφότου η αντιπολίτευση αποχώρησε, υποστηρίζοντας -δικαιολογημένα- ότι η κυβέρνηση την είχε χρησιμοποιήσει για να αποσπάσει την προσοχή από κάθε πραγματική συζήτηση. Ο Maduro και οι σύμμαχοί του απέτυχαν να εκπληρώσουν ακόμη και τις ελάχιστες προϋποθέσεις για διαπραγματεύσεις, όπως η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του συντάγματος, και οι διαμεσολαβητές δεν κατάφεραν να απαιτήσουν ή να επιβάλουν το ίδιο.

Τα κράτη της Λατινικής Αμερικής ήταν επίσης απρόθυμα να επιβάλουν πραγματικό κόστος στην Βενεζουέλα. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην ιστορική αντίσταση της περιοχής σε οποιαδήποτε αντιληπτή παρέμβαση [στα εσωτερικά ενός κράτους] και εν μέρει λόγω της κατάρρευσης του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (OAS), του πρωταρχικού πολυμερούς οργανισμού στο ημισφαίριο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την ακμή της δημοκρατικής συναίνεσης στο ημισφαίριο στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα κράτη-μέλη του OAS τροποποίησαν τον χάρτη του Οργανισμού για να του επιτρέψουν να αντιδρά σε περιπτώσεις καταστολής της δημοκρατίας, μέσω μέτρων όπως η διπλωματική απομόνωση και οι εκούσιες κυρώσεις. Έκτοτε, ωστόσο, η περιοχή έχει γίνει πιο πολωμένη, τόσο ιδεολογικά όσο και οικονομικά. Η εκλογή του προκάτοχου του Μαδούρο, πρώην προέδρου της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες, συνέπεσε με ένα κύμα λαϊκιστών αριστερών ηγετών στην περιοχή, καθώς και με την αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Αυτό επέτρεψε στην πλούσια σε πετρέλαιο Βενεζουέλα να καλλιεργήσει συμμαχίες και να οικοδομήσει διπλωματική στήριξη παρέχοντας πετρέλαιο με μειωμένες τιμές στην Καραϊβική και σε επιλεγμένες χώρες της Κεντρικής Αμερικής.