Αμηχανία στο G-20 | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αμηχανία στο G-20

Θα μπορούσαν οι επιρροές του λαϊκισμού στην σύνοδο να είναι για καλό;
Περίληψη: 

Μετά την εκλογή του Τραμπ, τόσο η Γερμανία όσο και η Κίνα είχαν την ευκαιρία να κάνουν περισσότερα ως παγκόσμιοι ηγέτες, αλλά και οι δύο αρνήθηκαν.

Η REBECCA LIAO είναι διευθύντρια Επιχειρηματικής Ανάπτυξης στην Globality, Inc. Είναι επίσης συγγραφεύς και αναλύτρια για την Κίνα.

Κάθε χρόνο, οι ηγέτες των χωρών του G-20 συναντώνται για να συζητήσουν για την κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και να αυτο-τοποθετηθούν σε δύο στρατόπεδα: Τις φιλελεύθερες δημοκρατίες και όλους τους άλλους. Ο ηγέτης της πρώτης ομάδας συνήθως θέτει την ατζέντα της συνάντησης, ενώ ο επικεφαλής της δεύτερης την καταστρέφει, ενθαρρύνοντας τους συναδέλφους του να χρησιμοποιούν την συλλογική γεωπολιτική και οικονομική επιρροή τους για να ενοχλήσουν την αλαζονική και ξεθωριασμένη Δυτική τάξη. Η φετινή συνάντηση στο Αμβούργο στις 7-8 Ιουλίου δεν ήταν διαφορετική, αλλά με κάποιο τρόπο υπήρξε αντιστροφή ρόλων: Ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, και η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, κινητοποίησαν την ομάδα σε μια ανήσυχη υπεράσπιση της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα, ενώ ο Τραμπ κρύφτηκε σε μια εκτεταμένη συνάντηση με τον Ρώσο ηγέτη, Βλαντιμίρ Πούτιν.

17072017-1.jpg

Η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ μιλά κατά την διάρκεια της δεύτερης ημέρας της Συνόδου Κορυφής του G-20, στο Αμβούργο της Γερμανίας, στις 8 Ιουλίου 2017. PATRIK STOLLARZ / REUTERS
--------------------------------------------------------------

Πριν από την σύνοδο κορυφής, οι παρατηρητές προέβλεπαν την αμηχανία μεταξύ του Trump και των άλλων αρχηγών κρατών και την γενική αβεβαιότητα, δεδομένης της παραίτησης των Ηνωμένων Πολιτειών από την παγκόσμια ηγεσία. Η αλλαγή ήταν ακόμη πιο έντονη, καθώς η Γερμανία, ως έθνος υποδοχής φέτος, έθεσε την ατζέντα της συνόδου κορυφής. Εξαιτίας αυτού, το φετινό «Σχέδιο Δράσης» -το βασικό έγγραφο που προκύπτει από κάθε συνάντηση του G-20- έδωσε έμφαση στο ελεύθερο εμπόριο, την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και την υποδοχή των προσφύγων, πολιτικές στις οποίες η κυβέρνηση Trump αντιτάχθηκε ηχηρά. Τούτου λεχθέντος, με την σκέψη στις προστατευτικές πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και του Ηνωμένου Βασίλειου και άλλων χωρών, το σχέδιο δράσης αναγνώρισε ότι «τα νόμιμα μέσα εμπορικής άμυνας» ήταν σημαντικά για την διατήρηση του διεθνούς εμπορίου σε ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Αναγνωρίζοντας την πρωτοβουλία της Κίνας Belt and Road (Ζώνη και Οδός), ένα τεράστιο σχέδιο υποδομής για την σύνδεση της Ανατολικής Ασίας με την Αφρική και την Ευρασία, το σχέδιο δράσης τόνισε επίσης την ανάγκη διαχείρισης της υπερβολικής βιομηχανικής ικανότητας. (Παρότι η πρωτοβουλία Belt and Road χρεώνεται ως σχέδιο ανάπτυξης υποδομών, ένα από τα κύρια προβλήματα που υποτίθεται ότι πρέπει να λύσει για την Κίνα είναι η υπερπαραγωγή της σε χάλυβα).

Ως μια επίπληξη εναντίον του αισθήματος υπέρ των κλειστών συνόρων που σαρώνει τα φιλελεύθερα δημοκρατικά έθνη, το G-20 εξέφρασε την ανάγκη να «υποστηριχθούν οι χώρες που επιλέγουν να αναπτύξουν οδούς μετανάστευσης». Τέλος, σε μια ασυνήθιστη κίνηση, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέπραξαν μια ειδική μομφή για την αποχώρησή τους από την κλιματική συμφωνία. Όχι μόνο «οι ηγέτες των άλλων μελών του G-20 δήλωσαν ότι η συμφωνία του Παρισιού είναι μη αναστρέψιμη», αλλά το Σχέδιο Δράσης έκανε βέβαιο ότι υπογραμμίστηκε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν δίκιο για την υποτιθέμενη προσήλωσή τους στα εθνικά συμφέροντα.

Φαίνεται ότι τα άλλα έθνη του G-20 προσπαθούσαν να συνεχίσουν τις εργασίες τους ως συνήθως -αλλά τώρα πίσω από την ηγεσία της Γερμανίας και της Κίνας, οι οποίες συνεχίζουν να φέρουν το λάβαρο του διεθνισμού. Αλλά όταν συγκρίνουμε τις συμφωνίες επί των πολιτικών που προέκυψαν από την φετινή συνάντηση του G-20 με εκείνες των προηγούμενων ετών, καθώς και τον τόνο των [επιμέρους] διασκέψεων, γίνεται σαφές ότι η λαϊκιστική ατζέντα είχε κάποια επιρροή στην εικόνα του οργανισμού -και ενδεχομένως προς το καλύτερο.

Μια μακρόχρονη κριτική [κατά] του Group 20 (και άλλων διεθνών οργανισμών αυτού του είδους) είναι ότι δεσμεύει τις χώρες να επιδιώκουν στόχους παγκόσμιας πολιτικής που είναι καλύτερο να αφήνονται στην εγχώρια σφαίρα. Για παράδειγμα, στην σύνοδο κορυφής του G-20 στο Μπρίσμπεϊν το 2014, πρωτοβουλίες όπως η υποστήριξη της ανάπτυξης των υποδομών και η βελτίωση της εκπαίδευσης, αν και γενικά είναι καλές πολιτικές για να επιδιωχθούν σε οποιοδήποτε πλαίσιο, [αποφασίστηκε ότι] θα πρέπει να αφήνονται στις χώρες για να αποφασίζουν από μόνες τους. Από την άλλη πλευρά, προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή, οι διεθνείς φόροι και οι διασυνοριακές ροές κεφαλαίων έχουν πραγματικά παγκόσμιο χαρακτήρα και απαιτούν ευρύ συντονισμό.

Οι πολιτικές δεσμεύσεις που προέκυψαν από το φετινό G-20 αναγνώρισαν αυτή την διάκριση. Κάθε χώρα προσέφερε μη συγκεκριμένες προτάσεις χωρίς τους αριθμητικούς στόχους που υπάρχουν συνήθως στα Σχέδια Δράσης του G-20, και κάθε μια έτεινε να επικεντρώνεται στις εσωτερικές πολιτικές. Η Γερμανία υποσχέθηκε χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, σύμφωνα με την προτίμησή της για [δημοσιονομική] αυστηρότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ιδιαίτερα απρόθυμες να ασχοληθούν με τις προτάσεις της [Γερμανίας], προσφέροντας μόνο μια ευνοϊκή νομισματική πολιτική για την βραχυπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη και αρνούμενες να δεσμευθούν σε οποιαδήποτε προσπάθεια για μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Επίσης, δεν είχαν τίποτα να πουν για την χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη ή για την μείωση του ρίσκου στο χρηματοπιστωτικό τους σύστημα ώστε να αποτραπεί άλλο ένα παγκόσμιο οικονομικό σοκ. Ωστόσο, η διοίκηση του Trump προσφέρθηκε όντως να εφαρμόσει μια σημαντική φορολογική μεταρρύθμιση. Η Κίνα είχε περισσότερη διάθεση να εμπλακεί, αλλά ακόμη κι έτσι πρόσφερε μόνο χλιαρούς και εσωστρεφείς στόχους, όπως η μείωση των φορολογικών βαρών στις μικρές επιχειρήσεις, η βελτίωση του επιχειρηματικού της περιβάλλοντος και η ενθάρρυνση των ξένων επενδύσεων. Η Κίνα συμφώνησε επίσης να παραιτηθεί από τα δίδακτρα στα δημόσια σχολεία και να παράσχει επιδοτήσεις στα φτωχά παιδιά στα ιδιωτικά γυμνάσια για να προωθήσει την ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς.