Γεμίζοντας το κενό στην Λιβύη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γεμίζοντας το κενό στην Λιβύη

Η ανάγκη για μια πολιτική, όχι στρατιωτική λύση
Περίληψη: 

Η διοίκηση Trump πρέπει να καταλάβει ότι η σταθερότητα στην Μέση Ανατολή δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις και την στρατιωτική ισχύ.

Η ELISSA MILLER είναι Βοηθός Διευθυντής στο Κέντρο Ραφίκ Χαρίρι για την Μέση Ανατολή στο Atlantic Council.
Ο KEVIN TRUITTE είναι ανεξάρτητος αναλυτής με εστίαση στην Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική.

Από την πτώση του συνταγματάρχη Muammar Qaddafi το 2011, η Λιβύη υπέφερε από χρόνια αναποτελεσματικής και δυσλειτουργικής διακυβέρνησης. Μια σειρά αδύναμων κυβερνήσεων πέρασε από την Τρίπολη μετά την επανάσταση, καθώς ισχυρές πολιτοφυλακές ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο επί του εδάφους. Η χώρα διχάστηκε περαιτέρω το 2014, όταν μια αμφισβητούμενη εκλογική διαδικασία είδε πολιτικούς και συμμαχικές πολιτοφυλακές υποστηριζόμενους από την Ισλαμική Δημοκρατία να καταλαμβάνουν την εξουσία στην δυτική πρωτεύουσα, Τρίπολη, και να αναγκάζουν τη νεοεκλεγμένη Βουλή των Αντιπροσώπων να διαφύγει στα ανατολικά, όπου συμμάχησε με ανατολικές αντι-ισλαμικές δυνάμεις . Παρά την υπό την ηγεσία του ΟΗΕ συμφωνία που εγκατέστησε το 2016 μια Κυβέρνηση Εθνικής Συναίνεσης (Government of National Accord, GNA), οι αντίπαλες παρατάξεις σε ολόκληρη την χώρα συνεχίζουν να πολεμούν η μία την άλλη. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το Ισλαμικό Κράτος (ή ISIS) και άλλες ανταρτικές τζιχαντιστικές ομάδες εκμεταλλεύτηκαν την πολιτική αστάθεια της χώρας, μετατρέποντας αποτελεσματικά την Λιβύη σε ασφαλές καταφύγιο και έδαφος όπου εκθρέφονται εξτρεμιστές.

20072017-1.jpg

Μέλος των ειδικών δυνάμεων του στρατού της Λιβύης κρατά RPG στην διάρκεια συγκρούσεων με ισλαμιστές μαχητές στο τελευταίο προπύργιό τους, στην Βεγγάζη της Λιβύης, στις 6 Ιουλίου 2017. ESAM OMRAN AL-FETORI / REUTERS
--------------------------------------------------------------

Υπάρχουν βέβαια τομείς στους οποίους η χώρα σημείωσε πρόσφατα κάποια πρόοδο: Σημειώθηκε μια ώθηση στην παραγωγή πετρελαίου, μια μείωση των κερδών ορισμένων σκληροπυρηνικών ομάδων και μια αυξανόμενη συναίνεση σχετικά με την ανάγκη αναθεώρησης της -υπό την αιγίδα του ΟΗΕ- Πολιτικής Συμφωνίας της Λιβύης. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους πρέπει να κάνουν περισσότερα για να μοχλεύσουν τόσο τα «μαστίγια« όσο και τα «καρότα« για να φέρουν τα αντιμαχόμενα κόμματα της Λιβύης και τους περιφερειακούς τους υποστηρικτές στο υπό τον ΟΗΕ διαπραγματευτικό τραπέζι, προκειμένου να επιτύχουν μια πολιτική συμφωνία που να διαρκέσει για μακρό χρόνο. Η αντιτρομοκρατία μπορεί να είναι ο πρωταρχικός Δυτικός στόχος στην Λιβύη, αλλά η επιτυχία της θα εξαρτηθεί τελικά από την σταθερότητα της χώρας.

Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΗΣ ΑΣΤΑΘΕΙΑΣ

Με το να κεφαλαιοποιεί στις παραδοσιακά υπέρ του Καντάφι περιοχές, οι οποίες περιθωριοποιήθηκαν μετά την επανάσταση, το ISIS κατάφερε να κερδίσει έδαφος στην Σύρτη στις αρχές του 2015. Αν και οι υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ δυνάμεις της τοπικής πολιτοφυλακής, πιστές στην GNA, κατάφεραν να εκκαθαρίσουν το ISIS από την Σύρτη τον Δεκέμβριο του 2016, η πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στο Μάντσεστερ από έναν βομβιστή αυτοκτονίας με λιβυκές διασυνδέσεις κατέστησε σαφές ότι η συνεχιζόμενη πολιτική και στρατιωτική σύγκρουση της Λιβύης, σε συνδυασμό με την επίμονα αδύναμη διακυβέρνηση, έχουν καταστήσει την χώρα ευάλωτη στην επέκταση του ISIS. Βραχυπρόθεσμα, οι μαχητές θα συνεχίσουν λάθρα να οικοδομούν υποστήριξη εντός της Λιβύης, ενώ θα πραγματοποιούν επιθέσεις στην Δύση.

Όπως δήλωσε ο διοικητής της AFRICOM, Thomas Waldhauser [1], «η αστάθεια στην Λιβύη και στην Βόρεια Αφρική μπορεί να είναι η πιο σημαντική βραχυπρόθεσμη απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και των συμμάχων στην ήπειρο». Έναντι αυτής της απειλής, δεν θα ήταν σοφό να αντιμετωπίζεται η αστάθεια στην Λιβύη μόνο μέσω του πρίσματος της αντιτρομοκρατίας. Μια τέτοια άποψη συγκαλύπτει την αληθινή ρίζα των προβλημάτων της Λιβύης: Το κενό διακυβέρνησής της, το οποίο έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια.

Ο πολιτικός κατακερματισμός της χώρας επιδείνωσε την ανομία εκεί. Στην δυτική Λιβύη, διάφορες πολιτοφυλακές διατηρούν την ασφάλεια σε διάφορους δήμους και οι πόλεμοι επιρροής είναι επομένως συνηθισμένοι, καθώς ανταγωνίζονται για κυριαρχία [2] σε επικερδή δίκτυα λαθρεμπορίου ανθρώπων και καυσίμων. Η GNA ελέγχει ελάχιστα την πρωτεύουσα, την Τρίπολη, μέσω των πολιτοφυλακών που μόνο ονομαστικά βρίσκονται υπό την εξουσία της. Παρ' όλο που η GNA πέτυχε πρόσφατα να εκδιώξει μια μειοψηφική κυβέρνηση -η οποία περιλάμβανε κάποια απομεινάρια του κυριαρχούμενου από ισλαμιστές κοινοβουλίου που εκλέχτηκε το 2012- από την πρωτεύουσα, τούτο έγινε με αργό ρυθμό και αυτές οι αντίπαλες παρατάξεις εξακολουθούν να αποτελούν απειλή για την Τρίπολη. Εν τω μεταξύ, στο ανατολικό τμήμα της χώρας, ο αρχιστράτηγος Khalifa Haftar, πρώην στρατιωτικός αξιωματούχος του Καντάφι, και ο Εθνικός Λιβυκός Στρατός του (Libyan National Army, LNA) -ένας συνασπισμός αποτελούμενος σε μεγάλο βαθμό από ανατολικές, αντι-ισλαμιστικές πολιτοφυλακές- ευθυγραμμίζονται με την Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία αρνείται να αναγνωρίσει την GNA. Ο LNA διεξήγαγε μάχη εναντίον των ισλαμιστικών ομάδων στην Βεγγάζη, πολιόρκησε άλλες τέτοιες ομάδες στη Ντέρνα και πρόσφατα κατέλαβε μια σημαντική περιοχή στο κέντρο της χώρας κοντά στα κοιτάσματα πετρελαίου της Λιβύης. Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω με την υποστήριξη των διαφόρων πολιτοφυλακών ως πληρεξουσίων. Παρ' όλο που μεγάλοι περιφερειακοί παράγοντες όπως η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, υποστήριξαν ρητά την GNA, έδωσαν σημαντική υλικοτεχνική και στρατιωτική υποστήριξη στον Haftar και τις δυνάμεις του, ενισχύοντας την θέση του ως υπονομευτή της ειρήνης. Η αταξία επιδεινώνεται από την οικονομική κρίση της Λιβύης: Μια τεράστια διαφορά μεταξύ των συναλλαγματικών ισοτιμιών της επίσημης και της μαύρης αγοράς και η έλλειψη ρευστότητας του λιβυκού δηναρίου οδήγησαν σε μια άκρως ασταθή οικονομία, η οποία απλώς υποστηρίζεται από την ακανόνιστη παραγωγή πετρελαίου.