Το διπλωματικό αδιέξοδο Τουρκίας-ΕΕ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το διπλωματικό αδιέξοδο Τουρκίας-ΕΕ

Γιατί καμία πλευρά δεν θέλει να τερματίσει την διαδικασία ένταξης
Περίληψη: 

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι δύσκολο να δούμε πώς μπορεί να συνεχιστεί η διαδικασία προσχώρησης. Τούτου λεχθέντος, ούτε η ΕΕ ούτε ο Ερντογάν ενδιαφέρονται να είναι οι πρώτοι που θα την τερματίσουν.

Η AMIE KREPPEL είναι καθηγήτρια Jean Monnet Chair ad Personam και διευθύντρια του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Φλόριντα.
Ο SINAN CIDDI είναι εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου Τουρκικών Σπουδών της Σχολής Εξωτερικών Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Georgetown.

Στις 6 Ιουλίου 2017, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ένα ψήφισμα για την αναστολή των ενταξιακών συνομιλιών μεταξύ της ΕΕ [1] και της Τουρκίας [2]. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που το ευρωκοινοβούλιο έχει εκφράσει ανησυχίες σχετικά με την κατάσταση της προσπάθειας της Τουρκίας, έχοντας εγκρίνει ένα παρόμοιο ψήφισμα τον Νοέμβριο του 2016. Επιφανειακά, οι επανειλημμένες εκκλήσεις του Σώματος για πάγωμα των συνομιλιών και επανεξέταση της υποψηφιότητας της Τουρκίας στην ΕΕ, τονίζουν την αυξανόμενη ανησυχία σχετικά με τα δημοκρατικά διαπιστευτήρια της Άγκυρας, ιδιαίτερα στο έτος μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν [3] και την μετέπειτα κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης από αυτόν.

03082017-1.jpg

Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, στις Βρυξέλλες, τον Μάιο του 2017. FRANCOIS LENOIR / REUTERS
-------------------------------------------------------------

Το πιο πρόσφατο ψήφισμα [4] ζητά ρητά να τερματιστούν οι συνομιλίες εάν οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις της Τουρκίας που εγκρίθηκαν τον Απρίλιο του 2016 (και αναμένεται να τεθούν σε ισχύ το 2019) υλοποιηθούν με την σημερινή τους μορφή. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ισχυρίστηκε ότι οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις θα δημιουργήσουν ένα πολιτικό σύστημα που δεν θα σέβεται τον διαχωρισμό των εξουσιών ούτε θα προσφέρει επαρκείς ελέγχους και ισορροπίες (checks and balances) και συνεπώς δεν θα συμμορφώνεται με τα κριτήρια προσχώρησης [στην ΕΕ]. Το ψήφισμα σημειώνει επίσης με ανησυχία τις επανειλημμένες δηλώσεις του Ερντογάν για την υποστήριξη της επαναφοράς της θανατικής ποινής στην Τουρκία (απαγορευόμενη από το άρθρο 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ), καθώς και την κατασταλτική χρήση των κρατικών δυνάμεων από αυτόν κατά την διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Αυτό που δεν κάνει το ψήφισμα, όμως, είναι να προτείνει ότι η ΕΕ πρέπει να διακόψει τις σχέσεις της με την Τουρκία ή να κλείσει την πόρτα στην συνέχιση της εταιρικής σχέσης με την χώρα. Αντίθετα, κάνει έκκληση για συνεχή και ακόμη και αυξημένη συνεργασία σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, μεταξύ των οποίων το εμπόριο, η αντιτρομοκρατία και, φυσικά, η εξελισσόμενη κατάσταση των προσφύγων. Η αντίφαση μεταξύ της απειλής παγώματος των ενταξιακών διαπραγματεύσεων λόγω της δημοκρατικής διολίσθησης και των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφενός, και της υπογράμμισης της σημασίας της συνεργασίας Τουρκίας-ΕΕ στην οικονομία και την ασφάλεια, αφετέρου, απεικονίζει το σημερινό αδιέξοδο στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας. Από την άλλη πλευρά, όσο κι αν ο Ερντογάν εκνευρίζεται από τις επαναλαμβανόμενες δημόσιες προειδοποιήσεις της ΕΕ, είναι απίθανο να διακόψει μονομερώς τους δεσμούς με την ΕΕ. Εάν η διαδικασία ένταξης όντως πρέπει να τερματιστεί, ο πρόεδρος θα προτιμούσε πολύ περισσότερο αυτό να προέρχεται από την ΕΕ, επιτρέποντάς του να οικοδομήσει την εγχώρια βάση υποστήριξής του επικρίνοντας αυτό που θεωρεί ως αντι-μουσουλμανικές προκαταλήψεις ενός απροκάλυπτα «χριστιανικού κλαμπ» [5].

Ο ΠΑΡΑΓΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Σε προηγούμενες ενταξιακές συνομιλίες, η ΕΕ χρησιμοποίησε με επιτυχία την ήπια ισχύ της -και ειδικότερα την πτυχή της «υπό όρους» διαδικασίας- ώστε να πιέσει για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις σε κράτη που κυμαίνονταν από την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία κατά την διάρκεια της μεσογειακής διεύρυνσης στην δεκαετία του '80 μέχρι τις χώρες της Βαλτικής και τα Βαλκάνια μετά την πτώση του κομμουνισμού. Αντίθετα με τις περισσότερες προηγούμενες υποψήφιες χώρες, ωστόσο, η Τουρκία έχει διαπραγματευτική ισχύ στις Βρυξέλλες και έναν εδραιωμένο πολιτικό ηγέτη πρόθυμο και ικανό να την χρησιμοποιήσει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται την συνεργασία με την Τουρκία για διάφορους οικονομικούς και πολιτικούς λόγους, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας και της συνεχιζόμενης συμμετοχής στην τελωνειακή ένωση. Πιο κρίσιμα, της χρειάζεται η Τουρκία να επωμιστεί το βάρος της εξελισσόμενης προσφυγικής κρίσης.

Το γεγονός ότι η εξάρτηση της ΕΕ από την Τουρκία είναι δικό τους δημιούργημα, έχει καταστήσει ακόμη πιο δύσκολη την σημερινή θέση των Βρυξελλών. Η συμφωνία για τους πρόσφυγες που επιτεύχθηκε τον Μάρτιο του 2016 υποσχέθηκε οικονομική υποστήριξη και μια πιο ελεύθερη διαδικασία χορήγησης βίζα για τους Τούρκους πολίτες ως αντάλλαγμα της αποδοχής από την Τουρκία της επιστροφής δεκάδων χιλιάδων μεταναστών. Η ΕΕ συνήψε την συμφωνία λόγω της αδυναμίας των κρατών-μελών της να συμφωνήσουν σε έναν εναλλακτικό ελεγχόμενο από την ΕΕ μηχανισμό για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης εισροής μεταναστών και προσφύγων. Πρόκειται για μια προσπάθεια επίλυσης μιας κρίσης που απειλεί να αποσταθεροποιήσει πολλά κράτη-μέλη, με το να πληρώνει κάποιον άλλο για να την διορθώσει. Το γεγονός ότι η ΕΕ στράφηκε σε ένα όλο και πιο ανελεύθερο κράτος με μια ήδη προβληματική αίτηση ένταξης δημιούργησε τον σημερινό γρίφο, οδηγώντας στο εσωτερικά αντιφατικό (και αναποτελεσματικό) ψήφισμα.