Οι συνέπειες της πτώχευσης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι συνέπειες της πτώχευσης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής

Τι και πώς μπορεί να περισωθεί*
Περίληψη: 

H αδυναμία της Τουρκίας να λύσει τα δικά της προβλήματα ενώ προσπαθούσε να λύσει αυτά των άλλων, απαξίωσε σημαντικά τη νέα εξωτερική πολιτική της. Ακόμη χειρότερα, ήταν ένα εμπόδιο για την εφαρμογή αυτής της πολιτικής. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του παράδοξου είναι η συριακή πολιτική της Τουρκίας.

Ο CENGIZ AKTAR είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών.

Πριν από μερικά χρόνια η Τουρκία φαινόταν ακόμη σαν να είχε μια αποστολή στην περιοχή. Το τέλος του συστήματος της Γιάλτας, η ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου, η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι δυσκολίες της Δύσης να συνυπάρχει με το Ισλάμ, η αραβική αφύπνιση, η ψυχρότητα της ΕΕ, όλα αυτά τα γεγονότα και οι εξελίξεις άνοιγαν προοπτικές μπροστά της.

09082017-1.jpg

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Tayyip Erdogan στις 20 Μαΐου 2014. REUTERS / Umit Bektas
-------------------------------------------------------------------------

Την προωθούσαν και αυτο-προωθείτο στο προσκήνιο ως ένα πιθανό «μοντέλο» για την περιοχή. Λόγω του μεγέθους της και της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και λόγω των ιστορικών δεσμών της προσκλήθηκε να διαδραματίσει έναν ρόλο. Υποστηριζόμενη σθεναρά από την σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν σε θέση αρχικά να παίξει αυτόν τον ρόλο πράγματι. Ως ανερχόμενο αστέρι, είχε περιγραφεί ως μια μουσουλμανική δημοκρατία, και, επιτέλους, ένα μοντέλο για «τον μουσουλμανικό κόσμο στην ουρά του πολιτισμού». Με αυτή την ευκολία, η κυβέρνηση των ισλαμιστών κατέληξε να αποκτήσει υπερβολική αυτοπεποίθηση για τις δυνατότητές της και άρχισε να δουλεύει μια ρητορική ανεξαρτησίας έναντι των συμμαχιών της και των Δυτικών δεσμών της.
Από το 2005, αμέσως μετά την λήψη μιας σταθερής απόφασης για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας πήρε μια νέα κατεύθυνση. Η ακολουθία του περιγράμματος της Δυτικής εξωτερικής πολιτικής, οι ΗΠΑ επικεφαλής και η ακλόνητη υποταγή της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, τελείωσαν έτσι ηχηρά.

Εμπνευσμένη από τον σύμβουλο του τότε πρωθυπουργού Recep Tayyip Erdoğan, τον πανεπιστημιακό Ahmet Davutoğlu, που εν τω μεταξύ έγινε υπουργός Εξωτερικών και αργότερα πρωθυπουργός, η νέα τουρκική εξωτερική πολιτική έχει κάνει να χυθεί πολύ μελάνι στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Μέση Ανατολή. Οι εκτιμήσεις ωστόσο, συχνά πήγαιναν από το ένα άκρο στο άλλο και ήταν χρωματισμένες με μανιχαϊσμό. Από τη μια πλευρά, ο κόσμος είχε κουφαθεί από τις επευφημίες σε συνδυασμό με κουραστικούς χαρακτηρισμούς όπως «ο Τούρκος Κίσινγκερ» για τον Davutoğlu, από την άλλη, εξαπλωνόταν ένας βαθύς σκεπτικισμός σχετικά με την δυνατότητα μεγάλων διεργασιών όπως ο νεο-οθωμανισμός ή η επιρροή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στον αραβικό κόσμο, να επανεισαγάγουν την κοσμικότητα στο δόγμα τους.

Σήμερα, αυτή η νέα εξωτερική πολιτική έχει πτωχεύσει εντελώς, με κάθε τρόπο. Σε τέτοιο βαθμό που κάποιος αναρωτιέται αν πραγματικά υπήρχε «πιλότος στο αεροπλάνο». Τόσες ήταν οι ανατροπές, οι αντιφάσεις, οι απειλές, οι ύβρεις και οι παραλογισμοί που ναταγράφηκαν εν αφθονία. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τα μέσα και τους τρόπους της αποτυχημένης πολιτικής για να τοποθετηθεί η Τουρκία στον διεθνή χάρτη και να κατανοηθούν οι αρνητικές δυναμικές που η αποτυχία θα ήταν σε θέση να την οδηγήσει στην περιοχή γενικότερα.

ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΥ ΚΥΟΦΟΡΕΙΤΟ

Η Τουρκία, χωρίς να έχει ειδικευθεί σε αυτό, ήταν ένας δορυφόρος της Δύσης κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν μέρος του λεγόμενου «ελεύθερου» κόσμου και αγκυρωμένη στρατηγικά, οικονομικά, πολιτικά και πνευματικά με την Δύση. Ήταν συνδεδεμένη άμεσα ή έμμεσα με όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα της μεταπολεμικής περιόδου: Το Συμβούλιο της Ευρώπης (1949), το ΝΑΤΟ (1952), την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (1963) όπως και με τον ΟΟΣΑ και την Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτές οι συμμαχίες και οι συνδέσεις παραμένουν. Ωστόσο, νέες σχέσεις προκύπτουν κυρίως από τα τέλη του 2004, όταν η κυβέρνηση των ισλαμιστών καταφέρνει να πάρει μια ημερομηνία για να ξεκινήσει το τελικό στάδιο της διαδικασίας ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην πραγματικότητα, ένα σημαντικό περιστατικό σημάδεψε την αρχή της νέας πολιτικής. Τον Μάρτιο του 2003, όταν η κυβέρνηση Μπους ζήτησε από την Άγκυρα να επιτρέψει την διέλευση των στρατευμάτων από το τουρκικό έδαφος για να φθάσουν στο βόρειο Ιράκ, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ερντογάν συμφώνησε. Προς έκπληξη του τελευταίου και προς απογοήτευση του κεμαλικού κατεστημένου και της κυβέρνησης των ΗΠΑ, αλλά προς μεγάλη χαρά του αραβικού κόσμου, το κοινοβούλιο απέρριψε την κυβερνητική κίνηση. Εκ των υστέρων μπορούμε να πούμε σήμερα ότι η αντίδραση του αραβικού κόσμου που αντηχείτο από τις εφημερίδες, ήταν ένα ισχυρό κίνητρο για την κυβέρνηση του Ερντογάν να ορμήσει στην Μέση Ανατολή.

Στην συνέχεια, η νέα εξωτερική πολιτική αναπτύθηκε στην πραγματικότητα από το 2005 με ένα κόλπο, προηγουμένως αδιανόητο: Την ημι-επίσημη επίσκεψη στην Άγκυρα του εξόριστου στην Δαμασκό ηγέτη της Χαμάς, Khaled Mashal, ένα από τα μαύρα πρόβατα του Ισραήλ. Όπως έδειξε η αμηχανία που προκλήθηκε από αυτή την επίσκεψη και τις πολλές εξηγήσεις που δόθηκαν με αυτήν την ευκαιρία στους συμμάχους της Τουρκίας, η νέα εποχή φέρνει αναπόφευκτα το βάρος της προηγούμενης περιόδου, η οποία διήρκεσε όχι λιγότερο από μισό αιώνα, από το 1945 έως το 2005. Τα λάθη που συνέχισαν να συσσωρεύονται κατά την διάρκεια της εν εξελίξει περιόδου, σε συνδυασμό με τις παλιές πεποιθήσεις έχουν διασφαλίσει ότι η νέα πολιτική κυοφορήθηκε με προφανή έλλειψη σαφήνειας, με εναλλαγές δισταγμών και με λάθη.

ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΘΕΛΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΔΟΞΗ