Οι ρόλοι και οι ευθύνες της στρατιωτικής ηγεσίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι ρόλοι και οι ευθύνες της στρατιωτικής ηγεσίας

Το παράδειγμα της αλλαγής στην κορυφή των γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων
Περίληψη: 

Εάν, παρά τις επισημάνσεις της στρατιωτικής ηγεσίας περί ανακολουθίας στρατιωτικών μέσων και στρατιωτικών στόχων, η πολιτική ηγεσία εξακολουθεί να αδρανεί καθιστώντας έτσι επισφαλή την προάσπιση ζωτικών συμφερόντων άμυνας και ασφάλειας της χώρας, τότε η στρατιωτική ηγεσία οφείλει δια της παραιτήσεώς της να καταστήσει γνωστό το πρόβλημα στον ελληνικό λαό, διαφορετικά η σιωπή της την καθιστά συνυπεύθυνη.

Ο Δρ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΜΟΚΟΒΙΤΗΣ είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών Ελλάδος, Visiting Scholar στο Center for International Affairs στο Harvard University και καθηγητής ΣΕΘΑ, ΣΣΕ, ΣΙ,ΣΝΔ και Αστυνομικές Σχολές.

Με αφορμή την πρόσφατη παραίτηση του Αρχηγού των Γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγού Βιλιέ, ίσως επί τέλους είναι καιρός να δούμε το πώς το δικό μας κράτος μπορεί να εστιάσει με υπευθυνότητα στο ιδιαίτερα σημαντικό θέμα των πολιτικο-στρατιωτικών σχέσεων (το οποίο δεν αφορά πρόσωπα αλλά είναι δομικού χαρακτήρα), με αποκλειστικό γνώμονα τα εθνικά συμφέροντα.

17082017-1.jpg

Άνδρες της προεδρικής φρουράς μπροστά από την Βουλή και το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, στις 11 Φεβρουαρίου 2010. REUTERS/Yiorgos Karahalis
--------------------------------------------------------------------------------

Η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής και ο πολιτικός έλεγχος των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) είναι αυτονόητος για κάθε σώφρονα πολίτη αλλά και για κάθε στέλεχος των ΕΔ, το οποίο γαλουχείται ανάλογα και ενστερνίζεται συνειδητά την εν λόγω αρχή. Πρότυπο της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών αποτελούν αμετάκλητα οι ευνομούμενες Δημοκρατίες Δυτικού τύπου, ενώ παραμένει πάντοτε μια ισχνή κοινωνική μειοψηφία, η οποία αντλεί τα οράματά της από γραφικά κράτη της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας και η οποία θα υιοθετούσε κάθε μορφής και αποχρώσεως ολοκληρωτισμό ως το σωτήριο πολίτευμα της χώρας (στο όνομα πάντοτε του λαού…).

Η επιβαλλόμενη αποτελεσματική συνεργασία πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας (ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων και εμπολέμους), απαιτεί μακρά και ουσιαστική καλλιέργεια από τον καιρό της ειρήνης, λόγω διαφοροποιήσεως αφετηριών, προσεγγίσεων, αντιλήψεων, γνωστικής και εμπειρικής υποδομής κ.λπ. των δύο πλευρών [1]. Σε κάθε περίπτωση η επιβαλλόμενη πολιτική πρωτοκαθεδρία είναι αδιανόητο να εκφυλίζεται σε κομματικοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων, σε ευνοιοκρατία ή και σε μετατροπή των στρατιωτικών σε «δημοσίους υπαλλήλους» (με την αρνητική έννοια), άνευ δυνατότητος αναλήψεως πρωτοβουλιών και υπό το πρόσχημα του «συνδρόμου της επταετίας», το οποίο έχει παρέλθει πλέον ανεπιστρεπτί. Φαινόμενα σαν και αυτά είναι ιδιαίτερα επιζήμια και δυστυχώς αυτοί που τα διαπράττουν (πολιτικοί και στρατιωτικοί), γνωρίζουν ότι δεν υπηρετούν τα εθνικά αλλά απλώς τα ιδιοτελή τους συμφέροντα.

Ο πολιτικός έλεγχος των Ενόπλων Δυνάμεων δεν απαλλάσσει την στρατιωτική ηγεσία από την ευθύνη διαφόρων σημαντικών έργων (σε περιόδους ειρήνης, κρίσεων, πολέμου), τα οποία έχουν επωμισθεί οι ΕΔ στο πλαίσιο της αποστολής τους. Τα εν λόγω έργα των ΕΔ καθορίζονται από την πολιτική ηγεσία, στα πλαίσια των Εθνικών Συμφερόντων και της Εθνικής Στρατηγικής, έναντι των απειλών και προκλήσεων άμυνας και ασφάλειας της χώρας.

Η στρατιωτική ηγεσία οφείλει να εναρμονίζει την δομή των Ενόπλων Δυνάμεων (σχήμα διοικήσεως και οργανώσεως, ποσότητα, ποιότητα και ποικιλία μέσων, δόγμα, εκπαίδευση κ.λπ.), με τα έργα τα οποία αναθέτει η πολιτεία στις ΕΔ, με ένα αποδεκτό ποσοστό ρίσκου, μέσω της εκάστοτε Στρατιωτικής Στρατηγικής. Εάν η εναρμόνιση αυτή της δομής των Ενόπλων Δυνάμεων με τα ανατεθέντα έργα, έναντι συγκεκριμένων απειλών και προκλήσεων άμυνας και ασφάλειας, υφ’ οιαδήποτε Στρατιωτική Στρατηγική, δημιουργεί μη αποδεκτό ρίσκο (λ.χ. οι τύχες της χώρας βασίζονται σε παιγνίδι «ρωσικής ρουλέτας»), τότε η στρατιωτική ηγεσία οφείλει να το επισημάνει στην πολιτική της ηγεσία. Η τελευταία θα πρέπει ή να αυξήσει τα διαθέσιμα μέσα (επίτευξη ουσιαστικής εθνικής αποτροπής) ή να επιτύχει (λίαν αμφίβολη περίπτωση) την διασφάλιση των υπαρξιακών και ζωτικών συμφερόντων με εξωτερική εξισορρόπηση (μέσω συμμαχιών) ή να μεταβάλει κατάλληλα την αποστολή και τα έργα των Ενόπλων Δυνάμεων (λ.χ. λιγότερο απαιτητικά αλλά με κίνδυνο «εκπτώσεων» σε ζωτικά συμφέροντα).

Εάν, παρά τις ιεραρχικού (δεοντολογικού) τύπου επισημάνσεις (ανακολουθίας μέσων και έργων) της στρατιωτικής ηγεσίας, η πολιτική ηγεσία εξακολουθεί να αδρανεί καθιστώντας έτσι επισφαλή την προάσπιση ζωτικών συμφερόντων άμυνας και ασφάλειας της χώρας, τότε η τεχνοκρατικά αρμόδια στρατιωτική ηγεσία οφείλει δια της παραιτήσεώς της να καταστήσει γνωστό το πρόβλημα στον ελληνικό λαό, διαφορετικά η σιωπή της ισοδυναμεί με αποδοχή των δεδομένων, γεγονός που την καθιστά συνυπεύθυνη.

Το εκπαιδευμένο και υψηλού φρονήματος έμψυχο δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο αναμένεται ότι θα πράξει το καθήκον του με όποια μέσα και αν διαθέτει, δεν είναι δυνατόν να ισοσταθμήσει τυχόν σημαντική διαφορά υλικής ισχύος (ποσότητα, ποιότητα και ποικιλία μέσων, συστημάτων, όπλων, υλικού, υποδομών, υποστηρίξεως), ως προς τις εκάστοτε απειλές και προκλήσεις, κατά την εκτέλεση των έργων του.

Για παράδειγμα, αν και τα υπαρξιακά ή και ζωτικά συμφέροντα της Γαλλίας δεν απειλούνταν άμεσα από συγκεκριμένη στρατιωτική απειλή, ο Γάλλος Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων παραιτήθηκε όταν η πολιτική ηγεσία τού ζήτησε συγκριμένο ποσό περικοπών από τις ΕΔ, καθ’ όσον έκρινε ότι η αποτελεσματική εκτέλεση των έργων που έχει αναθέσει η Πολιτεία στις Γαλλικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν συμβαδίζει με τις εν λόγω περικοπές, υφ’ οιανδήποτε ακολουθητέα Στρατιωτική Στρατηγική. Το παράδειγμά του ελπίζω να προβληματίσει και να εμπνεύσει κάθε στρατιωτική ηγεσία η οποία, ούσα η μόνη αρμόδια για την στρατιωτική εκτίμηση της καταστάσεως και την σχετική εισήγηση, ενδεχομένως να αμφιταλαντεύεται ως προς το «δέον γενέσθαι».