Ο ρατσισμός επιστρέφει; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο ρατσισμός επιστρέφει;

Η φυλή και η ανισότητα μετά την Charlottesville
Περίληψη: 

Δεν πρέπει να αποδίδουμε τα γεγονότα που περιβάλλουν την Charlottesville αποκλειστικά στις επιβλαβείς ιαχές μιας αχαλίνωτης ομάδας απεχθών διαδηλωτών ή στις ασυναρτησίες ενός ρηχού, αδαούς και μοχθηρού ανθρώπου που τυχαίνει να είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν και μειωμένος, ο ρατσισμός εξακολουθεί να είναι σαφώς ζωντανός στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο FREDRICK C. HARRIS είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και διευθυντής του Κέντρου για την Αφροαμερικανική Πολιτική και Κοινωνία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Είναι επίσης ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Brookings.
Ο ROBERT C. LIEBERMAN είναι κοσμήτορας και ανώτερος αντιπρόεδρος για τις Ακαδημαϊκές Υποθέσεις και καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins. Είναι συν-συντάκτες του βιβλίου Beyond Discrimination: Racial Inequality in a Postracist Era [1] (Russell Sage Foundation, 2013).

Ήταν πάντα μύθος ότι η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα το 2008 εισήγαγε μια μετα-φυλετική εποχή όπου το χρώμα του δέρματος του καθενός δεν συσχετίζεται πλέον με τις προοπτικές της επιτυχίας του. Οι ρατσιστικές πεποιθήσεις και οι φανερές διακρίσεις ίσως να μειώθηκαν μεταξύ των λευκών Αμερικανών, υποστηρίξαμε στο Foreign Affairs το 2015 [2], αλλά η φυλετική ανισότητα εξακολουθούσε να διαιωνίζεται από μια σειρά κρυφών μηχανισμών που μολύνουν τα φαινομενικά φυλετικά ουδέτερα θεσμικά όργανα. Το θέαμα της ρατσιστικής βίας που έπληξε την Charlottesville την περασμένη εβδομάδα και η απίστευτη υιοθέτηση των λευκών ρατσιστών από τον πρόεδρο Donald Trump στα επακόλουθα σχόλιά του, μας έκανε να αναρωτηθούμε αν αυτή η αξιολόγηση ήταν υπερβολικά αισιόδοξη. Μήπως ο εξωφρενικός ρατσισμός μιας παλαιότερης εποχής [3] απλώς είχε θαφτεί απλώς για να επανεμφανιστεί τώρα με την μορφή των δαυλοφόρων νεοναζί και του Αμερικανού προέδρου;

22082017-1.jpg

Μια αγρυπνία υπό το φως των κεριών για την Heather Heyer, που σκοτώθηκε από έναν λευκό ρατσιστή, στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια στην Charlottesville, τον Αύγουστο του 2017. TIM DODSON / THE CAVALIER DAILY / REUTERS
----------------------------------------------------------------------

Ο ίδιος ο Trump έχει κάνει πολλά για να ενθαρρύνει αυτήν την εντύπωση. Οι εταιρείες του των ακινήτων και των καζίνο έχουν μια μακρά και οδυνηρή ιστορία φυλετικών διακρίσεων. Ήταν η υιοθέτηση από τον Trump της μυθολογίας περί «birther» [στμ: του μύθου ότι ο Μπαράκ Ομπάμα δεν γεννήθηκε στις ΗΠΑ και άρα δεν θα έπρεπε να εκλεγεί πρόεδρος] που πυροδότησε την πολιτική του άνοδο. Ξεκίνησε την εκστρατεία του το 2016 με μια ρατσιστική πλατφόρμα ενάντια στους Μεξικανούς μετανάστες και συνέχισε να επιτίθεται για την νομιμοφροσύνη ενός Αμερικανο-μεξικανού ομοσπονδιακού δικαστή και κατά της πακιστανο-αμερικανικής οικογένειας ενός στρατιώτη που σκοτώθηκε στον πόλεμο στο Ιράκ. Η καμπάνια του, που βασίστηκε σε εθνικιστικές και ξενοφοβικές εκκλήσεις σε θέματα όπως η μετανάστευση και το εμπόριο και στην συχνή επίκληση του συνθήματος «America First», αντηχούσε την ξενοφοβική ρητορική των αντιπάλων της αμερικανικής εισόδου στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια από τις πρώτες ενέργειές του ως πρόεδρος ήταν να απαγορεύσει την μετανάστευση από επτά κυρίως μουσουλμανικές χώρες, κάτι που κατανοήθηκε ευρέως, συμπεριλαμβανομένων και των ομοσπονδιακών δικαστηρίων, ως καταχρηστικά διακριτικό έναντι των Μουσουλμάνων. Η πολιτική άνοδος του Trump συνέπεσε επίσης με την άνοδο του ανοιχτού φυλετικού ανταγωνισμού και των συγκρούσεων [4], και σαφώς ενθάρρυνε τις ομάδες μίσους των λευκών ρατσιστών, όπως βεβαιώνουν τα γεγονότα στην Charlottesville και αλλού. Αλλά ενώ ο ξεκάθαρος ρατσισμός επανεμφανίστηκε με άσχημους τρόπους, άλλοι δομικοί παράγοντες διαδραματίζουν επίσης ρόλο.

Υπάρχουν περισσότερα σε αυτό το επεισόδιο από την απλή αναζωπύρωση του παρωχημένου ρατσισμού, και η άνοδος του Trump προσφέρει επίσης έναν οδηγό για αυτά τα βαθύτερα ρεύματα. Η προεκλογική του εκστρατεία χτίστηκε πάνω σε μια βάση λευκής εργατικής απόγνωσης [5]. Στον εικοστό πρώτο αιώνα, αυτή η τάξη αισθάνεται λιγότερο προνομιούχος από ποτέ˙ στην πραγματικότητα, τα μέλη της αισθάνονται ότι βρίσκονται υπό πολιορκία, και αυτή η πεποίθηση τροφοδοτεί την φυλετική δυσαρέσκεια. Για πολλούς από αυτούς τους λευκούς Αμερικανούς, η προεδρία του Ομπάμα ήταν εμβληματική της κατάστασης παρακμής, απελπισίας και κοινωνικού θανάτου του έθνους τους. Η κυβέρνησή του, πίστευαν, υποβάθμισε τις πολιτικές που είχαν εξασφαλίσει την άνοδο της λευκής εργατικής τάξης στον εικοστό αιώνα -μια κοινωνική ασφάλιση που απέκλειε, για παράδειγμα, τους γεωργούς και τις οικιακές υπηρεσίες και επιδοτούσε τις υποθήκες που συνέβαλαν στην δημιουργία αποκλειστικά λευκών προαστίων και την συσσώρευση πλούτου που οι λευκές οικογένειες μπορούσαν να μεταβιβάσουν στις επόμενες γενιές. Αυτοί οι ψηφοφόροι αισθάνθηκαν να ανατρέπονται˙ μια έρευνα του 2015 από το Public Religion Research Institute ρώτησε τους Αμερικανούς εάν η διάκριση κατά των λευκών ήταν ισοδύναμη με την διάκριση κατά των μαύρων. Οι μισοί από τους λευκούς που ερωτήθηκαν συμφώνησαν, όπως και μια ακόμη μεγαλύτερη αναλογία λευκών της εργατικής τάξης: 60%.

Όχι μόνο οι περισσότεροι στην λευκή εργατική τάξη αισθάνονται αδικημένοι, αλλά είναι επίσης βαθιά απαισιόδοξοι για το μέλλον. Σύμφωνα με την Έρευνα Αμερικανικών Αξιών (American Values Survey) του 2015, το 52% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι οι καλύτερες μέρες της Αμερικής ανήκουν στο παρελθόν. Ένα υψηλότερο ποσοστό των λευκών της εργατικής τάξης -56%- συμφωνεί. Η απαισιοδοξία και η απελπισία έχουν γίνει θανάσιμες. Τα ποσοστά θνησιμότητας των λευκών μέσης ηλικίας με γυμνασιακή εκπαίδευση ή κατώτερη, αυξάνονται. Μια μελέτη του 2015 που δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών διαπίστωσε ότι οι φτωχοί και εργαζόμενοι λευκοί ηλικίας μεταξύ 45 και 55 ετών πεθαίνουν πρόωρα από αυτοκτονία, από αιτίες που σχετίζονται με το αλκοόλ -και τα ναρκωτικά-, και από ασθένειες όπως ο διαβήτης και η καρδιά, που συνδέονται συνήθως με άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και με εγχρώμους. Η μελέτη εκτιμά ότι εάν το ποσοστό θνησιμότητας για τους λευκούς μεσήλικες με χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης παρέμενε σταθερό στα επίπεδα του 1999, θα ζούσαν μισό εκατομμύριο περισσότεροι από αυτούς το 2013. Όπως προκύπτει από μελέτη του Ινστιτούτου Brookings, το «Αμερικανικό Όνειρο της ευημερίας, της ισότητας, των ευκαιριών και της σταθερής δημοκρατίας αμφισβητείται από την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας [6], την αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης, τη μείωση των μισθών και την αυξημένη ανασφάλεια των εργαζομένων με χαμηλή ειδίκευση και την αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας».