Η παγκοσμιοποίηση της οργής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η παγκοσμιοποίηση της οργής

Γιατί ο σημερινός εξτρεμισμός φαίνεται οικείος
Περίληψη: 

Οι αναρχικές εκφράσεις της ατομικότητας και των τρελών αναζητήσεων για ψευδοθρησκευτική καθαρότητα και υπέρβαση έρχονται να γεμίσουν ένα χαίνον ηθικό και πνευματικό κενό. Σε πολλές Δυτικές χώρες τα τελευταία χρόνια, ο εξτρεμιστικός ισλαμισμός έχει αυξηθεί παράλληλα με τον ριζοσπαστικό εθνικισμό εν μέσω οικονομικής παρακμής, κοινωνικού κατακερματισμού και απογοήτευσης με τις εκλογικές πολιτικές.

Ο PANKAJ MISHRA είναι ο συγγραφέας του επερχόμενου βιβλίου Age of Anger: A History of the Present [1] (Farrar, Straus and Giroux, 2017), από το οποίο έχει προσαρμοστεί αυτό το δοκίμιο. © Pankaj Mishra.

Τον Σεπτέμβριο του 1919, ο Ιταλός ποιητής Gabriele D'Annunzio συγκέντρωσε μια δύναμη 2.000 στασιαστών από τον Βασιλικό Ιταλικό Στρατό, μαζί με εκατοντάδες άλλους εθελοντές, και εισέβαλε στην πόλη Fiume, στην ακτή της Αδριατικής, που ήταν διεκδικούμενο έδαφος από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο D'Annunzio είχε υπηρετήσει ως πιλότος μαχητικού στον πόλεμο και τα τολμηρά του κατορθώματα τον είχαν μετατρέψει σε έναν από τους πιο διάσημους ανθρώπους στην Ευρώπη. Ως υπερεθνικιστής, ήθελε από καιρό η «Μητέρα Ιταλία» να καταλάβει όλα τα εδάφη που πίστευε ότι δικαιωματικά της ανήκαν. Το 1911, υποστήριξε με ζήλο την εισβολή της Ιταλίας στην Λιβύη, μια ιμπεριαλιστική περιπέτεια της οποίας η αγριότητα προκάλεσε την οργή του μουσουλμανικού κόσμου. Στο Fiume, είδε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρό του για την αναζωογόνηση της Ιταλίας μέσω του πολέμου.

31082017-1.jpg

Τρελοί: Υποστηρικτές του ISIS στην Taqba, στην Συρία, τον Αύγουστο του 2014. STRINGER / REUTERS
--------------------------------------------------------

Οι δυνάμεις του D'Annunzio αντιμετωπίστηκαν χωρίς αντίσταση. Οι βρετανικές, γαλλικές και αμερικανικές δυνάμεις αποχώρησαν για να αποφύγουν μια αντιπαράθεση. Αφού εγκατέστησε τον εαυτό του ως ηγέτη της «Ιταλικής Αντιβασιλείας του Καρνάρο», ο D'Annunzio δημιούργησε ένα φέουδο που διαμορφώθηκε από εξωφρενικές πολιτικές ρητορείες και χειρονομίες. Εισήγαγε τον άκαμπτο χαιρετισμό που θα υιοθετούσε αργότερα ο Αδόλφος Χίτλερ. Ο D'Annunzio και τα στελέχη του ντύνονταν με μαύρες στολές, διακοσμημένες με διακριτικά κρανίου και σταυρού. Μιλούσαν επιθετικά για μαρτύρια, θυσίες και θάνατο. Ο Χίτλερ και ο Μπενίτο Μουσολίνι, τα σκοτεινά στοιχεία εκείνης της εποχής, ήταν ένθερμοι μαθητές των ψευδοθρησκευτικών ομιλιών που ο D'Annunzio έκανε καθημερινά από το μπαλκόνι του πριν αποσυρθεί στην συντροφιά μιας μεγάλης ομάδας εκ περιτροπής σεξουαλικών συντρόφων.

Ο D'Annunzio δημιούργησε μια περίτεχνη λατρεία προσωπικότητας γύρω από τον εαυτό του και επένδυσε την κατοχή του με μυθικούς όρους. Μια ομάδα που ισχυριζόταν ότι εκπροσωπούσε τις γυναίκες του Fiume τού παρουσίασε ένα στιλέτο, δηλώνοντας: «Για εσάς … τον εκλεκτό του Θεού για να εκπέμψει το φως της ανανεωμένης ελευθερίας μέσω του κόσμου … [Εμείς] προσφέρουμε αυτό το ιερό στιλέτο … Έτσι ώστε να μπορείτε να χαράξετε την λέξη ‘νίκη’ στην ζωντανή σάρκα των εχθρών μας». Ο λεγόμενος υπουργός Εξωτερικών ανακήρυξε το Fiume ως ένα «μαγικό χωνευτήριο στο οποίο βράζει το μάγμα» και που μπορεί να «παράγει τον καλύτερο χρυσό». Χιλιάδες πρόθυμοι εθελοντές -αναρχικοί, σοσιαλιστές, έφηβοι με τεστοστερόνη, και άλλοι- ήρθαν από την Αίγυπτο, την Ινδία και την Ιρλανδία για να συμμετάσχουν στο καρναβάλι ερωτικού μιλιταρισμού του Fiume. Για αυτούς, η ζωή φαινόταν να αρχίζει ξανά, αυτή την φορά στερημένη από τους παλιούς κανόνες. Μια πιο καθαρή, πιο όμορφη και ειλικρινής ύπαρξη βρισκόταν στον ορίζοντα.

Καθώς οι μήνες πέρασαν και οι σεξουαλικές επιδόσεις και η μεγαλομανία βάθαιναν, ο D'Annunzio άρχισε να βλέπει τον εαυτό του ως ηγέτη μιας διεθνούς εξέγερσης όλων των καταπιεσμένων λαών. Στην πραγματικότητα, ήταν κάτι λίγο περισσότερο από φτηνός οπορτουνιστής, ένας από τους πολλούς στην Ευρώπη που είχαν φτάσει σε εξέχουσα θέση, εκμεταλλευόμενοι την οργή των ανθρώπων που έβλεπαν τους εαυτούς τους ως απολύτως περιττούς σε κοινωνίες όπου η οικονομική ανάπτυξη είχε πλουτίσει μόνο μια μειοψηφία και η δημοκρατία φαινόταν να είναι ένα παιχνίδι που ελεγχόταν μόνο από τους ισχυρούς. Στη Γαλλία, στην δεκαετία του 1880, ο στρατηγός Georges Boulanger, ένας δημαγωγός που μιλούσε ανάρμοστα, εκμεταλλεύτηκε την δημόσια αηδία για τα σκάνδαλα, τις οικονομικές οπισθοδρομήσεις και τις στρατιωτικές ήττες και ήλθε επικίνδυνα κοντά στην κατάληψη της εξουσίας. Το 1895, κατά την διάρκεια της τραυματικής μετάβασης της Αυστρο-ουγγαρίας στον βιομηχανικό καπιταλισμό, η Βιέννη εξέλεξε έναν φαύλο αντισημίτη ως δήμαρχο. Εν τω μεταξύ, η Γερμανία, αν και με επιτυχία εκβιομηχανισμένη και πλούσια, ήταν απασχολημένη με την υπόθαλψη δύο γενεών δυσαρεστημένων και πρωτοϊμπεριαλιστών. Την αυγή του εικοστού αιώνα, καθώς ο κόσμος βίωνε την πρώτη μεγάλη κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού και την μεγαλύτερη διεθνή μετανάστευση στην ιστορία, αναρχικοί και μηδενιστές που επεδίωκαν την απελευθέρωση από παλαιά και νέα δεσμά, ξεσηκώθηκαν με τρομοκρατική βία. Σκότωσαν αμέτρητους πολίτες και δολοφόνησαν πολλούς αρχηγούς κρατών, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, William McKinley.

Στην Ιταλία, η επεμβατική γραφειοκρατία του σχετικά νεαρού κράτους και η τάση του να υπηρετεί μια πλούσια μειονότητα είχαν δημιουργήσει ιδιαίτερα γόνιμες συνθήκες για φαντασιώσεις εκδικητικής βίας κατά του κατεστημένου. Όπως διακήρυξε «Το Θεμέλιο και το Μανιφέστο του Φουτουρισμού», το οποίο παρήχθη το 1909 από Ιταλούς θαυμαστές του D'Annunzio: «Θέλουμε να δοξάσουμε τον πολεμικό -τον μοναδικό υγιεινό στον κόσμο- μιλιταρισμό, τον πατριωτισμό, την καταστροφική πράξη των αναρχικών, τις όμορφες ιδέες για τις οποίες κάποιος πεθαίνει και την περιφρόνηση για τις γυναίκες. Θέλουμε να καταστρέψουμε μουσεία, βιβλιοθήκες και ακαδημίες όλων των ειδών, και να πολεμήσουμε ενάντια στην ηθικολογία, τον φεμινισμό και κάθε ωφελιμιστική ή οπορτουνιστική δειλία».