Οι μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ στην Γερμανία και η αλήθεια | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ στην Γερμανία και η αλήθεια

Πώς το SPD μπορεί να προστατεύσει την γερμανική εργασία
Περίληψη: 

Είναι αξιοσημείωτο το πώς μια απλή ιστορία, δηλαδή το ότι οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας της Γερμανίας την μεταμόρφωσαν από τον ασθενή της Ευρώπης σε μια οικονομική δύναμη, κέρδισε τέτοια δημοτικότητα, όταν λίγες οικονομικές θεωρίες θα προέβλεπαν ότι ένα τέτοιο σύνολο μεταρρυθμίσεων θα είναι ο μόνος, ή έστω ο κύριος λόγος, για μια τέτοια επιτυχία. Ο οικονομικός αντίκτυπος αυτών των μεταρρυθμίσεων στην πραγματικότητα ήταν μέτριος.

Ο CHRISTIAN ODENDAHL είναι επικεφαλής οικονομολόγος στο Centre for European Reform.

Οι πιθανότητες πάντοτε σωρεύονταν ενάντια στον Martin Schulz [1] του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) που αμφισβητεί την Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ [2] στις επικείμενες εκλογές. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης τα πάει τόσο καλά που οι ψηφοφόροι απλώς διστάζουν να αλλάξουν ηγέτες. Στο κάτω-κάτω, το 2005, όταν ανέλαβε η Μέρκελ και οι Χριστιανοδημοκράτες της (CDU), η ανεργία στην Γερμανία βρισκόταν στο 11%˙ η οικονομική ανάπτυξη ήταν σχεδόν μηδενική για τέσσερα χρόνια˙ το δημοσιονομικό έλλειμμα παρέμενε πεισματικά πάνω από το 3%, το όριο που καθορίστηκε από τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρώπης˙ και το δημόσιο χρέος αυξανόταν. Σήμερα, μετά από δώδεκα χρόνια -που έφεραν κρίσεις στην οικονομία, το ευρώ και το προσφυγικό- η Γερμανία βρίσκεται σε πλήρη απασχόληση, η οικονομία και οι μισθοί αυξάνονται σταθερά αν όχι εντυπωσιακά, και η γερμανική κυβέρνηση έχει πλεόνασμα προϋπολογισμού, προκαλώντας έτσι γρήγορη πτώση του δημόσιου χρέους.

12092017-1.jpg

Προεκλογικές αφίσες της Angela Merkel (αριστερά) και του Martin Schulz στο Βερολίνο, τον Σεπτέμβριο του 2017. FABRIZIO BENSCH / REUTERS
------------------------------------------------------------

Η Μέρκελ δεν διεκδίκησε ποτέ εύσημα για την οικονομική ανάκαμψη. Έκανε κάτι πιο περίεργο: Πίστωσε τον προκάτοχό της του SPD, τον Gerhard Schröder, και το πακέτο μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας και των παροχών [3] που είχε ονομαστεί ως «Ατζέντα 2010», αλλά είναι ευρέως γνωστό ως «Μεταρρυθμίσεις Χαρτς» (Hartz Reforms). Γνώριζε ασφαλώς ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 2000 παρέμεναν εξαιρετικά αντιδημοφιλείς μεταξύ των ψηφοφόρων και των μελών του SPD. Με το να υποστηρίζει την αφήγηση ότι ήταν αυτές οι μεταρρυθμίσεις που έκαναν τον ασθενή της Ευρώπης μια οικονομική δύναμη, η Μέρκελ έβαλε το SPD σε ένα τρομερό δίλημμα: Θα μπορούσε να συμφωνήσει μαζί της και να διεκδικήσει τα εύσημα για την ανάκαμψη διατηρώντας τις μη δημοφιλείς μεταρρυθμίσεις ή θα μπορούσε να υποσχεθεί ότι θα ανατρέψει τη νομοθεσία και να κατηγορηθεί ότι θέτει σε κίνδυνο την γερμανική οικονομία.

Το χειρότερο από όλα για το SPD είναι ότι η αφήγηση της Μέρκελ δεν ήταν καν αληθής. Οι μεταρρυθμίσεις Hartz αντιμετώπισαν τις αδυναμίες στις αγορές εργασίας της Γερμανίας και το σύστημα παροχών. Αλλά δεν ήταν ο κύριος λόγος για την επακόλουθη οικονομική ανάκαμψη της χώρας. Στην πραγματικότητα, ο συνολικός τους αντίκτυπος ήταν μέτριος.

Ας ξεκινήσουμε με το τι ήταν οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις. Πρώτον, άλλαξαν τον τρόπο λειτουργίας της γερμανικής αγοράς εργασίας. Για παράδειγμα, τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας και βοήθειας για την ανεργία ενοποιήθηκαν σε ένα ενιαίο σύστημα για να βοηθήσουν καλύτερα τα άτομα που αναζητούν εργασία να βρουν δουλειά ή να επανεκπαιδευθούν. Απελευθέρωσαν την αγορά εργασίας, ιδίως για την προσωρινή και περιθωριακή απασχόληση, προκειμένου να δημιουργηθούν περισσότερες ευκαιρίες για τους ανέργους. Και έκαναν τα κέντρα αναζήτησης εργασίας και κατάρτισης πιο αποτελεσματικά. Αυτό το κομμάτι του μεταρρυθμιστικού πακέτου λάδωσε όντως τα γρανάζια της αγοράς εργασίας και μείωσε ελαφρώς την ανεργία (οι εκτιμήσεις των οικονομολόγων Matthias Hertweg, Oliver Sigrist [4] και Christopher Pissarides είναι ότι το ποσοστό μειώθηκε κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες).

Το δεύτερο πράγμα που έκαναν οι μεταρρυθμίσεις ήταν να περιορίσουν τα προηγουμένως ισχυρά κίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση και διεκδίκηση γενναιόδωρων παροχών ανεργίας πριν την ηλικία συνταξιοδότησης. Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό απασχόλησης των εργαζομένων ηλικίας 55-64 ετών αυξήθηκε δραματικά σε σχεδόν 70% σήμερα, αν και [ξεκινούσε] από πολύ χαμηλή βάση κάτω από το 40% στις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Τρίτον και πιο αμφιλεγόμενα, οι μεταρρυθμίσεις μείωσαν τα επιδόματα ανεργίας σε μια προσπάθεια αύξησης των κινήτρων για ανάληψη εργασίας. Προηγουμένως, το γερμανικό σύστημα παροχών θεσπίστηκε για να προστατεύσει το βιοτικό επίπεδο επ’ αόριστον. Οι πληρωμές μπορούσαν να φθάσουν τα 4.250 ευρώ (περίπου 5.100 δολάρια) το μήνα για διάστημα έως και 32 μήνες, πριν μειωθούν σε ένα ακόμη σεβαστό 50% του προηγούμενου καθαρού μισθού. Μετά τις μεταρρυθμίσεις, το γερμανικό σύστημα έχει συνδυάσει την προσωρινή προστασία του βιοτικού επιπέδου για περίπου 12 μήνες με βασική προστασία μετά [από το διάστημα αυτό], αυστηρούς ελέγχους των μέτρων [προστασίας] και κυρώσεις σε όσους αρνούνται να αναλάβουν εργασία. Το αποτέλεσμα αυτού του μέρους της μεταρρύθμισης για την ανεργία είναι αμφιλεγόμενο: Αν και ορισμένες μελέτες έχουν βρει ως αποτέλεσμα μια μείωση του ποσοστού ανεργίας [5], άλλες δείχνουν μια περιορισμένη επίδραση στην αναζήτηση εργασίας [6].

Και τα τρία μέρη του πακέτου περιελάμβαναν σημαντικές αλλαγές, αλλά δεν μπορούν να εξηγήσουν πλήρως την οικονομική ανάκαμψη της Γερμανίας μετά το 2004. Στην πραγματικότητα, τέσσερις άλλοι παράγοντες αποδείχθηκαν πιο σημαντικοί. Πρώτον, η μακρά πτώση του γερμανικού κατασκευαστικού τομέα που ακολούθησε την άνθηση μετά την επανένωση [των δυο Γερμανιών] σταμάτησε ακριβώς μόλις τέθηκαν σε ισχύ οι μεταρρυθμίσεις Χαρτς. Μεταξύ του 1994 και του 2005, η παραγωγή στις κατασκευές μειώθηκε από σχεδόν το 8% του ΑΕΠ σε περίπου 4%, γεγονός που έδρασε σαν βαρίδι στην αύξηση του ΑΕΠ καθ’ όλη την διάρκεια αυτής της περιόδου. Μετά το 2005, παρέμεινε περίπου στο επίπεδο του 4%, χωρίς πλέον να αφαιρεί από την οικονομική ανάπτυξη.