Η άνθιση της κόκας της Κολομβίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η άνθιση της κόκας της Κολομβίας

Πίσω από την αποτυχία να εξαλειφθεί η καλλιέργεια
Περίληψη: 

Όπως είπε μια μητέρα τεσσάρων παιδιών, αγρότισσα από την Guaviare στα ανατολικά της χώρας: «Αν δεν έχω αρκετά χρήματα να πληρώσω για το σχολείο τους, να τους δώσω φαγητό, τι μπορώ να κάνω; Θα επιλέξω το μονοπάτι που δεν θα έπρεπε, και θα δημιουργήσω περισσότερη βία».

Ο IVAN BRISCOE είναι ο διευθυντής Προγράμματος Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής στο International Crisis Group, τον ανεξάρτητο οργανισμό πρόληψης συγκρούσεων.

Κατά την διάρκεια των τελευταίων επτά ετών, η κυβέρνηση του Κολομβιανού προέδρου Χουάν Μανουέλ Σάντος εργάστηκε σκληρά για να αποσυνδέσει την χώρα από την εικόνα της ως εξαγωγέα κοκαΐνης. Το 2016, ο Santos πραγματοποίησε ειρηνευτική συμφωνία με τις Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας (FARC), την αντάρτικη ομάδα που επί σειρά ετών ήταν φρουρός αγροκτημάτων κόκας και είχε γίνει ο χονδρέμπορος και διαιτητής της επιχείρησης διακίνησης κοκαΐνης. Ο Σάντος ήλπιζε ότι η συμφωνία όχι μόνο θα τερμάτιζε δεκαετίες μάχης αλλά θα παρέλυε το εμπόριο ναρκωτικών και θα αποστερούσε έσοδα άλλων εγκληματικών ομάδων. Και όμως, η παραγωγή κοκαΐνης στην Κολομβία είναι ακμάζουσα. Πέρυσι, παρήγαγε τη μεγαλύτερη σοδιά κόκας μέσα σε σχεδόν δύο δεκαετίες.

13112017-1.jpg

Αγρότης καθαρίζει μια καλλιέργεια κόκας στην Cauca της Κολομβίας στις 27 Ιανουαρίου 2017. JAIME SALDARRIAGA / REUTERS
--------------------------------------------------------------------

Η Ουάσινγκτον παρακολουθούσε αποδοκιμαστικά. «Περισσότερη κόκα, περισσότερη κοκαΐνη, περισσότερα προβλήματα ασφαλείας», δήλωσε στην [εφημερίδα] El Tiempo ο Kevin Whitaker, πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κολομβία, λίγες μέρες αφότου ο Λευκός Οίκος απείλησε στα μέσα Σεπτεμβρίου να αποκηρύξει την χώρα από εταίρο στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών. Την τελευταία φορά που η Κολομβία υπέστη τέτοια ατίμωση ήταν την δεκαετία του 1990, όταν ο πρόεδρος Ernesto Samper κατηγορήθηκε ότι έλαβε βρόμικα χρήματα από το καρτέλ του Cali, που ήταν τότε ο μεγαλύτερος εξαγωγέας κοκαΐνης της χώρας.

Ο πρόεδρος Álvaro Uribe, μια κυρίαρχη προσωπικότητα της αντιπολίτευσης της Κολομβίας, δήλωσε τον Απρίλιο ότι η πληθώρα της κόκας προκλήθηκε από την επιθυμία της κυβέρνησης να «ευχαριστήσει το τρομοκρατικό FARC». Ωστόσο, ανεξάρτητοι εδικοί υποστηρίζουν ότι πολλοί παράγοντες ώθησαν την αύξηση της παραγωγής: Η αύξηση της ζήτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες˙ η πτώση της τιμής του χρυσού (που εξορύσσεται παράνομα από εγκληματικές ομάδες στην Κολομβία)˙ και οι προσπάθειες της κυβέρνησης να περιορίσει την αναγκαστική εκρίζωση της κόκας και να απαγορεύσει εντελώς τον εναέριο ψεκασμό που χρησιμοποιείται για να καταστραφούν οι παράνομες καλλιέργειες, για να αναφέρουμε μερικούς. Υπάρχει επίσης μια συζήτηση για το τι πρέπει να γίνει για να εμποδιστεί η ροή. Ενώ οι Αμερικανοί αξιωματούχοι, ο γενικός εισαγγελέας της Κολομβίας και το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης πιέζουν για μια πιο σκληρή γραμμή βασισμένη στην εκρίζωση των καλλιεργειών, ο Σάντος υποστηρίζει μια πιο βαθμιαία προσέγγιση που βασίζεται στην συνεργασία των κοινοτήτων καλλιέργειας κόκας, όπως ορίζεται στην ειρηνευτική συμφωνία με το FARC.

Ωστόσο, δεν υπάρχει διαφωνία σχετικά με το μέγεθος του προβλήματος. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, σχεδόν 150.000 εκτάρια (1,5 εκατ. στρέμματα) κόκας καλλιεργήθηκαν πέρυσι˙ οι εκτιμήσεις των ΗΠΑ είναι ακόμη υψηλότερες, στα 188.000 εκτάρια. Αυτό έκανε την παραγωγή του 2016 την μεγαλύτερη από το 2001, έτος κατά το οποίο ο ΟΗΕ άρχισε να παρακολουθεί την έκταση της κόκας στην Κολομβία. Εκείνη την χρονιά, η χώρα καλλιέργησε 144.807 εκτάρια, καθώς πάλευε υπό το βάρος μιας τότε αποτυχημένης ειρηνευτικής διαδικασίας με το FARC και έναν πόλεμο με αρκετές δεξιές πολιτοφυλακές. Το χρηματοδοτηθέν από τις ΗΠΑ «Σχέδιο Κολομβία» και οι επιθέσεις αντι-εξέγερσης την δεκαετία του 2000 προσπάθησαν να νικήσουν ή να αφοπλίσουν αυτές τις ομάδες ανταρτών, να ενισχύσουν το κράτος και να σταματήσουν την παραγωγή κοκαΐνης. Αν και η Κολομβία και οι Ηνωμένες Πολιτείες σημείωσαν πρόοδο στα δύο πρώτα, οι αντι-ναρκωτικές επιτυχίες τους ήταν εφήμερες.

Παρόλο που η κόκα αυξάνεται ξανά, σε μεγάλες ποσότητες και γρήγορα, οι επιπτώσεις της στην Κολομβία είναι λιγότερο εμφανείς από ό, τι στο παρελθόν. Το ποσοστό δολοφονιών της Κολομβίας είναι πλέον χαμηλότερο από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Οι απαγωγές είναι μια μικρή αν και απειλητική εγκληματική επιδίωξη. Πάνω απ’ όλα, ο πρώην πάτρωνας των αγροτών της κόκας, το FARC, συγκεντρώθηκε σε στρατόπεδα, παρέδωσε τα όπλα του και δημιούργησε πολιτικό κόμμα. Οι παλιοί παραστρατιωτικοί εχθροί τους αποστρατεύθηκαν πριν από μια δεκαετία, ενώ εκείνοι που παραμένουν στην επιχείρηση διακίνησης ρώτησαν αν θα τους δοθεί η δυνατότητα να παραδοθούν στα δικαστήρια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η βία που συνοδεύει συχνά την καλλιέργεια κόκας περικόπηκε σημαντικά και ότι η παραγωγή κοκαΐνης έχει εξαλειφθεί στην Κολομβία. Αντί να εξαφανιστεί, έχει μετεγκατασταθεί. Ακολουθώντας την επιχείρηση διακίνησης στο σύνολό της, η βία απομακρύνθηκε από τα αστικά υψίπεδα στην περιφέρεια της χώρας -στα παράκτια δέλτα, στα συνοριακά φυλάκια και στους παραποτάμιους οικισμούς. Αυτή είναι η τακτική που χρησιμοποιούσε συνήθως το FARC για να επιβιώνει από τις επιθέσεις του κράτους εδώ και δεκαετίες, καθώς ο τεθνεώς ιδρυτής και επί μακρόν χρόνο ηγέτης της ομάδας, Manuel Marulanda, είπε κάποτε: «Αν μας πετάξουν από την μια όχθη του ποταμού, πάμε στην άλλη πλευρά», είπε. «Αν μας πετάξουν έξω από μια περιοχή, διασχίζουμε τον ποταμό και το βουνό και αναζητούμε μια άλλη περιοχή».

Σήμερα υπάρχουν 42.000 εκτάρια κόκας στη Nariño, μια πολιτεία στο νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας, που συνορεύει με τον Ισημερινό και παρέχει εύκολη πρόσβαση στον νέο οδικό άξονα ταχείας διακίνησης ναρκωτικών του Ειρηνικού Ωκεανού. Τα τραχιά και άνομα σύνορα με την Βενεζουέλα παρέχουν ένα άλλο πέρασμα. Στις ανατολικές πεδιάδες της Κολομβίας, κατά μήκος του ποταμού Inírida, τα μετρητά είναι τόσο λίγα που η πάστα της κόκας χρησιμοποιείται για αγορές από τα παντοπωλεία: Ένα γραμμάριο αξίζει λιγότερο από ένα δολάριο. Σε πολλές από αυτές τις φτωχές, από μακρού χρόνου παραμελημένες κοινότητες, μικρές αλλά ισχυρές ένοπλες ομάδες και μια κλίκα επιχειρηματιών διακινητών με διακρατικές διασυνδέσεις ήρθαν κοντά για να προστατεύσουν το εμπόριό τους.