Η έννοια της οξείας ισχύος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η έννοια της οξείας ισχύος

Πώς τα αυταρχικά κράτη προβάλλουν επιρροή
Περίληψη: 

Οι αυταρχικοί δεν εμπλέκονται σε μια μορφή δημόσιας διπλωματίας όπως την αντιλαμβάνονται οι δημοκρατίες. Αντίθετα, φαίνεται ότι επιδιώκουν πιο κακόβουλους στόχους, συχνά συνδεόμενους με νέες μορφές εξωστρεφούς λογοκρισίας και χειραγώγησης των πληροφοριών.

Ο CHRISTOPHER WALKER είναι αντιπρόεδρος για Μελέτες και Αναλύσεις στο National Endowment for Democracy.
Η JESSICA LUDWIG είναι υπεύθυνη Έρευνας και Διασκέψεων στο Διεθνές Φόρουμ για στο National Endowment for Democracy.
Αυτό το δοκίμιο βασίζεται στην επικείμενη έκθεση From “Soft Power” to “Sharp Power”: Rising Authoritarian Influence in the Democratic World του Διεθνούς Φόρουμ για Μελέτες Δημοκρατίας (International Forum for Democratic Studies).

Ο όρος «ήπια ισχύς» έχει γίνει μια πολιτική επιστήμη που συλλαμβάνει όλες τις μορφές επιρροής που δεν είναι «σκληρές» με την έννοια της στρατιωτικής ισχύος. Σύμφωνα με τον αρχικό ορισμό του Joseph Nye [1], η σκληρή ισχύς μιας χώρας βασίζεται στον εξαναγκασμό, σε μεγάλο βαθμό σε συνάρτηση με την στρατιωτική [1] ή οικονομική της δύναμη. Η ήπια ισχύς, αντίθετα, βασίζεται στην ελκυστικότητα, που απορρέει από την θετική έλξη της κουλτούρας, των πολιτικών ιδανικών και των [ακολουθούμενων] πολιτικών μιας χώρας -καθώς και από μια ζωντανή, ανεξάρτητη κοινωνία των πολιτών.

Καθώς η εποχή του Ψυχρού Πολέμου ξεθώριαζε, οι αναλυτές, οι δημοσιογράφοι και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε δημοκρατικές χώρες έβλεπαν τις προσπάθειες επιρροής από αυταρχικές χώρες [2] όπως η Κίνα και η Ρωσία, μέσω του γνωστού πρίσματος της ήπιας ισχύος. Αλλά ορισμένες από τις τεχνικές τους, αν και όχι σκληρές με την ανοιχτά καταναγκαστική έννοια, δεν είναι ούτε πραγματικά ήπιες.

17112017-1.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, και ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Ζινπίνγκ, στην Μόσχα, τον Ιούλιο του 2017. SERGEI ILNITSKY / POOL / REUTERS
------------------------------------------------------------------

Σε αντίθεση με ορισμένες από τις επικρατούσες αναλύσεις, η επιρροή που ασκεί το Πεκίνο και η Μόσχα μέσω πρωτοβουλιών στους τομείς των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του πολιτισμού, των δεξαμενών σκέψης (think tanks) και του ακαδημαϊκού κόσμου, δεν είναι μια «επίθεση γοητείας» όπως την χαρακτήρισε ο συγγραφέας Joshua Kurlantzick στο βιβλίο του Charm Offensive: How China's Soft Power Is Transforming the World [3]. Δεν είναι ούτε μια προσπάθεια «να μοιράζονται εναλλακτικές ιδέες» ή «να διευρύνουν την συζήτηση», όπως προτείνουν οι συντακτικές ηγεσίες στα ρωσικά [4] και τα κινεζικά [5] κρατικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με τον εαυτό τους. Δεν πρόκειται κυρίως για έλξη ή πειθώ˙ αντίθετα, [η επιρροή] επικεντρώνεται στον περισπασμό και την χειραγώγηση. Αυτά τα ισχυρά και φιλόδοξα αυταρχικά καθεστώτα, τα οποία συστηματικά καταστέλλουν τον πολιτικό πλουραλισμό και την ελεύθερη έκφραση για να διατηρήσουν την εξουσία εγχωρίως, εφαρμόζουν όλο και περισσότερο τις ίδιες αρχές σε διεθνές επίπεδο.

Κατά την τελευταία δεκαετία, η Κίνα έχει ξοδέψει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για να διαμορφώσει την κοινή γνώμη και τις αντιλήψεις σε όλο τον κόσμο, χρησιμοποιώντας μια ποικιλία εργαλείων που περιλαμβάνουν χιλιάδες ανταλλαγές [ταξιδιών] ανθρώπων, ευρείες πολιτιστικές δραστηριότητες, την ανάπτυξη επιχειρήσεων media με παγκόσμια εμβέλεια, και εκπαιδευτικά προγράμματα. Το πιο σημαντικό από αυτά είναι το συνεχώς διευρυνόμενο δίκτυο από Ινστιτούτα «Κομφούκιος», τα οποία είναι αμφιλεγόμενα λόγω της αδιαφάνειας με την οποία λειτουργούν στις Δυτικές πανεπιστημιουπόλεις˙ αυτά «λειτουργούν ως βραχίονας του κινεζικού κράτους και τους επιτρέπεται να αγνοούν την ακαδημαϊκή ελευθερία», υποστήριξε μια δήλωση του Αμερικανικού Συνδέσμου Πανεπιστημιακών Καθηγητών (American Association of University Professors) το 2014 [6].

Κατά την διάρκεια περίπου της ίδιας περιόδου, η ρωσική κυβέρνηση [7] επιτάχυνε τις δικές της προσπάθειες στον τομέα αυτό. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, το Κρεμλίνο ξεκίνησε το παγκόσμιο τηλεοπτικό δίκτυο Russia Today (έκτοτε άλλαξε όνομα στο πιο απροσδιόριστο RT), έχτισε την ικανότητά του να χειραγωγεί περιεχόμενο στο διαδίκτυο, αύξησε την υποστήριξή του προς συνδεδεμένα με το κράτος ιδρύματα πολιτικής, και γενικότερα καλλιέργησε έναν ιστό δραστηριοτήτων επιρροής -τόσο online όσο και offline- που έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μεταβάλλει τις διεθνείς απόψεις προς όφελός του.

Παρόλο που η Ρωσία και η Κίνα [8] αναλαμβάνουν ορισμένες δραστηριότητες που μπορούν αξιόπιστα να εμπίπτουν στην κατηγορία της κανονικής δημόσιας διπλωματίας -όπως οι παραδοσιακές μουσικές ή χορευτικές παραστάσεις- η φύση των πολιτικών συστημάτων αυτών των χωρών χρωματίζει τις προσπάθειές τους σταθερά και θεμελιωδώς. Στην περίπτωση της Κίνας [9], για παράδειγμα, οι εκπαιδευτικές και πολιτιστικές πρωτοβουλίες συνοδεύονται από μια αυταρχική αποφασιστικότητα να μονοπωλούνται οι ιδέες, να καταστέλλονται οι εναλλακτικές αφηγήσεις και να τυγχάνουν εκμετάλλευσης τα συνεργαζόμενα ιδρύματα. Τα Ινστιτούτα «Κομφούκιος», για παράδειγμα, μοιάζουν με τα Ινστιτούτα Γκαίτε, τους γερμανικούς πολιτιστικούς συλλόγους και την Γαλλική Συμμαχία (Alliance Francaise) [10], την γαλλική εκδοχή, αλλά συντονίζονται στενά από το Hanban, το αρχηγείο των Ινστιτούτων Κομφούκιος υπό την κινεζική κυβέρνηση. Η ενσωμάτωσή τους σε Δυτικές πανεπιστημιουπόλεις σε όλο τον κόσμο -συμπεριλαμβανομένων πολλών δημοκρατιών- έχει βρεθεί ότι θέτει σε κίνδυνο την ακαδημαϊκή ελευθερία των εν λόγω ιδρυμάτων [11] μέσω της οικονομικής διαπλοκής, της πίεσης για αυτο-λογοκρισία και της εσκεμμένης αποφυγής ή μονόπλευρης πλαισίωσης των θεμάτων που είναι ευαίσθητα για τις κινεζικές Αρχές, όπως είναι το [ζήτημα του] Θιβέτ, η Ταϊβάν και η [αυτόνομη επαρχία των Ουιγούρων] Xinjiang. Και αυτή η πίεση θα μπορούσε σύντομα να αυξηθεί˙ η κατοχύρωση της «σκέψης του Xi Jinping», δηλαδή της κοσμοθεωρίας του προέδρου Σι Ζινπίνγκ, στο σύνταγμα της χώρας, αφήνει ελάχιστες αμφιβολίες για το πόσο εκτενώς το καθεστώς ελπίζει να σφίξει την λαβή του στην δημόσια σφαίρα.