Η ευκαιρία της Γερμανίας για επανεκκίνηση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ευκαιρία της Γερμανίας για επανεκκίνηση

Γιατί οι αποτυχημένες συνομιλίες για κυβερνητικό συνασπισμό θα μπορούσαν να είναι κάτι καλό
Περίληψη: 

Οι νέες εκλογές προσφέρουν στα καθιερωμένα κόμματα της Γερμανίας την ευκαιρία να μιλήσουν στην καρδιά των ανησυχιών των ψηφοφόρων. Τώρα, με την εκ των υστέρων γνώση που διαθέτουν, τα μεγάλα κόμματα θα παραδεχθούν πιθανώς ότι δεν είχαν το σωστό μήνυμα κατά την διάρκεια των τελευταίων εκλογών.

Η SUDHA DAVID-WILP είναι ανώτερη διατλαντική συνεργάτις και αναπληρώτρια διευθύντρια του Γραφείου Βερολίνου του German Marshall Fund of the United States.

Το Σαββατοκύριακο, ο Christian Lindner, ο νεαρός πρόεδρος του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (FDP), διέλυσε τις ελπίδες ότι το Βερολίνο θα σχηματίσει μια μαύρη-πράσινη-κίτρινη συμμαχία «Τζαμάικα» μαζί με το συντηρητικό μπλοκ της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ και τους Πράσινους. Ύστερα από δύο μήνες διαπραγματεύσεων, μετά την σαφή αλλά συγκρατημένη νίκη του CDU στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου [1], ο Lindner αποχώρησε από τις συνομιλίες, λέγοντας ότι τα κόμματα απέτυχαν να βρουν έναν τρόπο να κυβερνήσουν μαζί. Όπως δήλωσε στον Τύπο την Δευτέρα το πρωί, δεν ήταν σε θέση να συμφωνήσουν σε μια «κοινή ιδέα για το πώς θα εκσυγχρονίσουν την Γερμανία».

22112017-1.jpg

Ο πρόεδρος του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (FDP) Christian Lindner, η ηγέτις της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης της Γερμανίας (CDU) Άνγκελα Μέρκελ, η αρχηγός του Γερμανικού Πράσινου Κόμματος Katrin Goering-Eckardt και ο επικεφαλής του γραφείου της γερμανικής καγκελαρίας Peter Altmaier, στο μπαλκόνι των γραφείων της Γερμανικής Κοινοβουλευτικής Εταιρείας κατά την διάρκεια των διερευνητικών συνομιλιών για την συγκρότηση νέας κυβέρνησης συνασπισμού που διεξήγαγε το CDU/CSU στο Βερολίνο, στις 30 Οκτωβρίου 2017. AXEL SCHMIDT / REUTERS
-----------------------------------------------------------------

Κανείς δεν είπε ότι θα ήταν εύκολο για αυτό το εκλεκτικό κουαρτέτο, με το συντηρητικό CDU, το αδελφό κόμμα του, την Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU), το υπέρ των επιχειρήσεων FDP και τους αριστεριστές Πράσινους, να οικοδομήσουν μια συμφωνία συνασπισμού ενώ διακυβεύονται τα βασικά τους θέματα –το μεταναστευτικό , οι φόροι και το περιβάλλον. Με την κατάρρευση των συνομιλιών για τον συνασπισμό, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και το σταθερό της κέντρο, εισέρχονται σε αχαρτογράφητα εδάφη ακριβώς την ώρα που η ήπειρος περιμένει την καθοδήγηση του Βερολίνου για πλήθος δύσκολων θεμάτων, όπως η ευρωπαϊκή άμυνα, η μεταρρύθμιση της ευρωζώνης και το Brexit.

Η συνήθης οδός για την διαμόρφωση μιας κυβέρνησης στη μεταπολεμική Γερμανία, όσο σκληρή κι αν ήταν η προεκλογική εκστρατεία, είναι να συνασπιστούν ένα κεντροδεξιό και ένα κεντροαριστερό κόμμα μαζί με έναν δευτερεύοντα εταίρο. Αυτό δεν συνέβη για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της Μέρκελ στην εξουσία˙ έχει κυβερνήσει δύο φορές σε έναν ευρύ συνασπισμό με τους κεντροαριστερούς Σοσιαλδημοκράτες [2] (SPD). Η διακυβέρνηση από το μέσο επίπεδο (governance from the middle) έχει αλλάξει το γερμανικό πολιτικό τοπίο, επιτρέποντας στα λαϊκίστικα κόμματα να αναδυθούν στα άκρα και να παρεμποδίσουν τον σχηματισμό φυσικών πλειοψηφιών. Αυτή την φορά, ωστόσο, το SPD, με επικεφαλής τον Martin Schulz, απέρριψε την δημιουργία ενός ευρέος συνασπισμού. Το κόμμα πρέπει να ανακάμψει από μια ιστορική απώλεια στις εκλογές και επίσης δικαιολογημένα να εμποδίσει το λαϊκιστικό δεξιό κόμμα «Εναλλακτική για την Γερμανία» [3] (AfD) το οποίο άρπαξε έδρες στην Bundestag για πρώτη φορά μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, από το να κατακτήσει τον πολυπόθητο ρόλο του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης στο Κοινοβούλιο.

Επιφανειακά, φαίνεται σαν ο Lindner να αψήφησε την πολιτική παράδοση, και πολλοί βιάστηκαν να τον αποκηρύξουν ως ανεύθυνο και εγωιστή για το ότι έβαλε τις ανάγκες του κόμματός του πάνω από εκείνες της χώρας του. Ο Lindner ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι τα πολιτικά χάσματα μεταξύ των κομμάτων ήταν υπερβολικά μεγάλα για να γεφυρωθούν και ότι επομένως ήταν καλύτερα να αποφύγει έναν γάμο που ήταν δεδομένο ότι θα τερματιστεί με διαζύγιο.

Και μπορεί να έχει δίκιο. Η Γερμανία χρειάζεται μια επανεκκίνηση για να συμμαζέψει το κατακερματισμένο πολιτικό της σύστημα. Συνεπώς, οι πρόωρες εκλογές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια εποχή νέας πολιτικής ηγεσίας και επίσης να δώσουν στα καθιερωμένα κόμματα την ευκαιρία να ξανακερδίσουν τους βασικούς ψηφοφόρους τους και να μειώσουν την ελκυστικότητα του AfD.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για όσους ενεπλάκησαν στις μαραθώνιες διαπραγματεύσεις να είναι πικροί. Ο Lindner θα μπορούσε να αποχωρήσει νωρίτερα. Αντί γι’ αυτό, περίμενε μέχρι το τέλος της προθεσμίας του Σαββατοκύριακου για να δηλώσει ανερυθρίαστα, με μια φαινομενικά προσχεδιασμένη δήλωση, ότι «είναι καλύτερο να μην κυβερνά παρά να κυβερνά άσχημα». Οι Πράσινοι λένε ότι το κοινό έδαφος ήταν στον ορίζοντα και ότι το FDP δεν έδωσε κανέναν συγκεκριμένο λόγο για την αποχώρησή του. Και φυσικά, η απόφαση του FDP να αποχωρήσει από τις συνομιλίες για τον συνασπισμό αναμφίβολα θα παρατείνει την αστάθεια στην Ευρώπη. Και όμως είναι γι’ αυτούς τους λόγους που χρειάζεται μια ισχυρή γερμανική κυβέρνηση. Το πολιτικό αδιέξοδο και οι νέες εκλογές είναι ασυνήθιστες για την Γερμανία, αλλά δεν θα οδηγήσουν αναγκαστικά σε μια πολιτική κρίση εάν τα καθιερωμένα κόμματα κατορθώσουν να ανασυνταχθούν.

Σε περίπτωση που η Γερμανία επιστρέψει στις κάλπες, υπάρχει σίγουρα μια δυνατότητα το AfD να αποκτήσει περισσότερες έδρες κατηγορώντας τα καθιερωμένα κόμματα ότι απέτυχαν να φτιάξουν μια κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, ψηφοφόροι που προηγουμένως ψήφισαν το AfD ενδέχεται να αισθάνονται ότι είχαν την ευκαιρία να διαμαρτυρηθούν κατά τις τελευταίες εκλογές και τώρα θα επιστρέψουν στους συντηρητικούς ή στο SPD. Ο Lindner έχει επίσης ελιχθεί σωστά, αντανακλώντας την ρητορική του νεαρού Αυστριακού ομολόγου του, Sebastian Kurz [4], σχετικά με την ανάγκη για αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές και, ως εκ τούτου, έχει κλέψει κάποιους [ψηφοφόρους] από την βάση του AfD. Η εμμονή του FDP κατά την διάρκεια των συνομιλιών για τον συνασπισμό θα μπορούσε επίσης να το καταστήσει πιο ελκυστικό κόμμα, ένα κόμμα χαρακτηρισμένο ως ότι καθοδηγείται από αρχές και όχι από πολιτική σκοπιμότητα.