Η κρυφή υγειονομική κρίση των προσφύγων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κρυφή υγειονομική κρίση των προσφύγων

Πώς οι μη μεταδοτικές ασθένειες βλάπτουν τους εκτοπισμένους
Περίληψη: 

Οι πολιτικοί ίσως να αναρωτηθούν γιατί πρέπει να προσέξουν τις ασθένειες των προσφύγων όταν οι δικοί τους πολίτες αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα. Αλλά μόνο όταν οι πρόσφυγες είναι υγιείς, μπορούν να συνεισφέρουν στις νέες τους κοινότητες. Και όταν οι πρόσφυγες αποφεύγουν την φτώχεια και την ασθένεια, είναι λιγότερο πιθανό να πέσουν θύματα ριζοσπαστικοποίησης ή να στραφούν στην βία.

Ο JUDE ALAWA είναι φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Yale.

Ένα κρύο βράδυ του Ιανουαρίου κοντά στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης [1], μια οικογένεια δέκα Σύρων προσφύγων [2] καθόταν ήσυχα στο διαμέρισμά της του ενός υπνοδωματίου. Δεν υπήρχαν έπιπλα και το λίγο φαγητό που είχε η οικογένεια σάπιζε σε ένα κουτί σε μια γωνία. Ο Μοχάμεντ, ένας 18χρονος, κουνιόταν μπρος-πίσω σιωπηλά στο πάτωμα. Η γιαγιά του, Φατιμά, μου είπε ότι είχε σταματήσει να μιλάει μετά από το τραύμα του ταξιδιού του από το Χαλέπι: Είχε πυροβοληθεί και είχε δει φίλους του να πεθαίνουν. Η Φατιμά δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει. Ο διαβήτης τής αποστέρησε την χρήση των ποδιών της, είπε, και οι καρδιακές επιπλοκές της δυσκόλευαν την αναπνοή της. Η οικογένεια δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά τα συνταγογραφημένα φάρμακα ή μια εξειδικευμένη ιατρική περίθαλψη.

24112017-1.jpg

Μετανάστες κατά την διάρκεια ιατρικού ελέγχου στο Hanau, στην Γερμανία, τον Σεπτέμβριο του 2015. KAI PFAFFENBACH / REUTERS
----------------------------------------------------------------------

Ο Μοχάμεντ και η Φατιμά είναι μόνο δύο από τα εκατομμύρια των προσφύγων [3] που πάσχουν από χρόνιες μη μεταδοτικές ασθένειες -παθήσεις όπως ο διαβήτης, ο καρκίνος και οι ψυχικές ασθένειες [4] που δεν μπορούν να περάσουν από άτομο σε άτομο, αλλά μπορεί να είναι καταστροφικές αν παραμείνουν χωρίς θεραπεία. Καθώς οι χώρες υποδοχής δέχθηκαν τους εκτοπισμένους του κόσμου, πολύ συχνά απέτυχαν να θεραπεύσουν με συνέπεια τις παθήσεις αυτές. Οι κυβερνήσεις πρέπει να αλλάξουν πορεία: Οι μη μεταδοτικές ασθένειες αυξάνουν το μακροπρόθεσμο κόστος υγειονομικής περίθαλψης των χωρών, και εμποδίζουν τους πρόσφυγες να οικοδομούν παραγωγικές και βιώσιμες ζωές στις νέες τους κοινότητες. Εάν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν παρέχουν αξιόπιστη υγειονομική περίθαλψη στους εκτοπισμένους, οι χρόνιες ασθένειες θα μπορούσαν να μετατρέψουν την παγκόσμια κρίση των προσφύγων [5] σε ακόμη μεγαλύτερο βάρος.

Η ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ

Οι χρόνιες ασθένειες δεν συνδέονται ευρέως με ανθρώπους που δραπετεύουν από τον πόλεμο και τις διώξεις. Ωστόσο, πολλές από τις χώρες που παράγουν τους σημερινούς πρόσφυγες είτε έχουν από καιρό βαρύ φορτίο χρόνιων ασθενειών είτε έχουν δει πρόσφατα αυτή την επιβάρυνση να αυξάνεται. Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, για παράδειγμα, οι μη μεταδοτικές ασθένειες έχουν επηρεάσει [6] πάνω από το 90% των Σύρων, εκ των οποίων 5,5 εκατομμύρια έχουν εγκαταλείψει την χώρα τους από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 2011. (Μια έρευνα του 2015 [7] σε συριακές οικογένειες που ζούσαν έξω από καταυλισμούς στην Ιορδανία βρήκε ότι οι μισές από αυτές είχαν τουλάχιστον ένα μέλος τους με χρόνια ασθένεια). Μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν το 2001, ο αριθμός των ετήσιων θανάτων που προκλήθηκαν από μη μεταδοτικά νοσήματα στην χώρα αυτή αυξήθηκε [6] κατά περίπου 12%. (Το 2015, περίπου 2,7 εκατομμύρια Αφγανοί ζούσαν στο εξωτερικό ως πρόσφυγες). Οι εκτοπισμένοι από το Ιράκ [8] και τα βαλκανικά κράτη [9] επίσης πάσχουν από υψηλά ποσοστά μη μεταδοτικών ασθενειών.

Για να αποκτήσουν πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη στις νέες χώρες τους, οι πρόσφυγες γενικά χρειάζονται δελτία ταυτότητας από τις κυβερνήσεις υποδοχής τους -και η λήψη αυτών των καρτών απαιτεί συνήθως την υποβολή εγγράφων από τις χώρες καταγωγής τους. Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί πρόσφυγες φτάνουν χωρίς τα έγγραφα αυτά, είτε γιατί τα έχασαν κατά την διάρκεια των μεταναστεύσεών τους είτε γιατί δεν κατάφεραν να τα πάρουν εξ αρχής. Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι πρόσφυγες περιμένουν μήνες για να λάβουν νέα έγγραφα. Για παράδειγμα, από τους 515.000 Σύρους πρόσφυγες [10] που ζούσαν έξω από καταυλισμούς στην Ιορδανία τον Αύγουστο του 2016, περισσότεροι από 145.000 δεν είχαν ακόμη λάβει δελτία ταυτότητας, κάτι που τους άφηνε χωρίς πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα που απαιτείται για την διαχείριση των χρόνιων ασθενειών.

Ακόμα και οι εγγεγραμμένοι πρόσφυγες στους καταυλισμούς τείνουν να μην έχουν πρόσβαση σε αξιόπιστη φροντίδα. Οι καταυλισμοί σπανίως προσφέρουν την απαιτούμενη προσοχή των ειδικών για την θεραπεία καταστάσεων όπως ο καρκίνος του μαστού και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Ακόμη χειρότερα, σε πολλούς καταυλισμούς, δεν υπάρχουν αρκετοί γιατροί για να καλύψουν την ζήτηση. Στο στρατόπεδο Altinözü στην Τουρκία [11], όπου ζουν περίπου 8.000 πρόσφυγες, οι γιατροί τείνουν να βλέπουν μεταξύ 50 και 80 ασθενών ημερησίως -κάτι που είναι πολύ πάνω από το όριο των 50 ασθενών την ημέρα που συστήνει το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή για τους Πρόσφυγες του ΟΗΕ.

24112017-2.jpg

Έλεγχος στο αυτί ενός Ερυθραιάτη πρόσφυγα σε κλινική στην Jaffa, στο Ισραήλ, τον Ιούλιο του 2008. BAZ RATNER / REUTERS
----------------------------------------------------------

Όσο για τους εκτοπισμένους που μετακινούνται στις πόλεις με την ελπίδα να βρουν καλύτερη εργασία, σχολεία και υγειονομική περίθαλψη, καταλήγουν συχνά σε παραγκουπόλεις, όπου η κακή διατροφή, το κάπνισμα και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας καθιστούν τις χρόνιες ασθένειές τους χειρότερες. Αντί να παρέχουν την συνεχή φροντίδα που απαιτούν οι χρόνιες ασθένειες, πολλές χώρες υποδοχής χορηγούν στους αστικούς πρόσφυγες μόνο μερικές επισκέψεις σε γενικούς ιατρούς.

ΔΙΚΑΙΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ