Η τουρκική παρεμβατικότητα στην Θράκη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η τουρκική παρεμβατικότητα στην Θράκη

Από την ισλαμοδημοκρατία στον νεο-οθωμανικό αναθεωρητισμό

Σ’ αυτό το νέο περιβάλλον, η Τουρκία εκδηλώνει συστηματικά την παρεμβατικότητά της στην περιοχή της Θράκης, επιδιώκοντας την τουρκοποίηση των Πομάκων και των Ρομά, την πολιτική χειραγώγηση της μειονότητας και τη μετεξέλιξή της από «θρησκευτική μουσουλμανική μειονότητα» κατά την Συνθήκη της Λοζάνης, σε «εθνική τουρκική μειονότητα». Στόχος αυτής της στρατηγικής είναι στο απώτερο μέλλον η χρησιμοποίηση νομικών εργαλείων που προβλέπονται για τις εθνικές μειονότητες από την ΕΕ, όπως στις περιπτώσεις της Καταλονίας στην Ισπανία, των Βαλλόνων και των Φλαμανδών στο Βέλγιο, της Λομβαρδίας και του Τιρόλο στην Ιταλία κλπ. Αυτό, άλλωστε, φάνηκε όταν το 2015 διοργανώθηκε από το κόμμα DEP του Σαδήκ στην Κομοτηνή, το Πανευρωπαϊκό Συνέδριο της FUEN, δηλαδή της Ευρωκοινοβουλευτικής Ομάδας των Μειονοτικών Κομμάτων της Ευρώπης. Επί της ουσίας, είναι σαφές ότι επιδιώκεται από την τουρκική εξωτερική πολιτική σταδιακά και συστηματικά η «συνδιοίκηση στην Θράκη».

Με ξεκάθαρο πλέον μεσοπρόθεσμο στόχο την «συνδιοίκηση της Θράκης», η Τουρκία παρεμβαίνει σε όλα τα πεδία:

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

Στην Υγεία, η Τουρκία προσφέρει πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους Μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες της Θράκης με εξαιρετικά χαμηλό τίμημα κάτω από 50 ευρώ, με πρόσβαση σε όλο το τουρκικό σύστημα υγείας. Παράλληλα, γίνονται κινήσεις για την εξαγορά Νοσοκομείου στην περιοχή και την εγκαθίδρυση συστήματος μετακομιδής ασθενών στη γείτονα.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

Στην Παιδεία δημιουργήθηκε ειδική ΜΚΟ στη μειονότητα, όπου ηγούνται συνήθως επιφανείς πρώην πολιτικοί της, με στόχο την διεκδίκηση δίγλωσσης εκπαίδευσης από το νηπιαγωγείο μέχρι το Λύκειο και την προσέλκυση φοιτητών στα Τουρκικά Πανεπιστήμια. Αιχμή του δόρατος της τουρκικής παρεμβατικότητας είναι οι μετακλητοί δάσκαλοι εκ Τουρκίας, σύμφωνα με τις Εκπαιδευτικές Συμφωνίες της δεκαετίας του ’50 και του ’60, καθώς και το περιεχόμενο ορισμένων τουρκικών εκπαιδευτικών βιβλίων, που βρίθουν στοιχείων εθνικιστικής και θρησκευτικής προπαγάνδας.

Η Τουρκική πολιτική αντιστέκεται στην δημιουργία νέων δημόσιων νηπιαγωγείων και σχολείων στους μειονοτικούς οικισμούς, καθώς και στην πιλοτική διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας στα ελληνικά δημόσια σχολεία (όχι όμως στα μειονοτικά), ώστε να μη τα προτιμούν τα παιδιά της μειονότητας. Αντιδρούν στην χρήση άλλων γλωσσών καταγωγής πλην της τουρκικής, όπως τα πομακικά και τα ρομανύ που ήταν μέχρι τώρα προφορικές γλώσσες. Δεν θέλουν τα παιδιά της μειονότητας και οι οικογένειές τους να επιλέγουν την ελληνική δημόσια εκπαίδευση που οδηγεί στα ελληνικά πανεπιστήμια. Ωστόσο, αυτή είναι μια επιδίωξή τους που δεν επετεύχθη, όπως αποδεικνύουν οι αριθμοί. Πάνω από 8.000 μουσουλμανόπαιδα επέλεξαν τα δημόσια σχολεία αντί των μειονοτικών, και πάνω από 600 σπουδάζουν πλέον σε ελληνικά πανεπιστήμια.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Στην θρησκευτική ελευθερία η τουρκική πολιτική είναι ακόμα πιο επιδέξια, διότι χρησιμοποιεί έξυπνα τα λάθη, τις παραλείψεις ή τις ψευτοπροοδευτικές προσεγγίσεις κάποιων κύκλων της ελληνικής πλευράς.

Ο πρώτιστος στόχος της Τουρκίας είναι η δημιουργία ενός αιρετού πολιτικοθρησκευτικού ηγέτη στην Θράκη, ενός εκλεγμένου μουφτή, που θα έχει ευθεία αναφορά στο Υπουργείο των Εξωτερικών της, θα είναι αιρετός και θα μπορεί να χρησιμοποιεί την θρησκευτική συνείδηση ως εργαλείο τουρκοποίησης των δύο άλλων εθνοτικών ομάδων της θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητας, δηλ. των Πομάκων και των Ρομά, χρησιμοποιώντας το δίκτυο των ιμάμηδων, του οποίου θα προΐσταται. Ο στόχος αυτός διευκολύνεται από την αντίληψη που έντεχνα προωθείται ως δήθεν προοδευτική και από μέρος της ελληνικής πλευράς, για την κατάργηση των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων του νόμιμου μουφτή, δηλ. της επονομαζόμενης «σαρία».

Ο ΜΟΥΦΤΗΣ ΩΣ ΙΕΡΟΔΙΚΗΣ

Το καθεστώς σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας στην Θράκη εδράζεται στην Συνθήκη της Λοζάνης του 1923, στη μακροβιότερη δηλαδή Διεθνή Συνθήκη , την οποία σεβάστηκε απόλυτα τόσο ο Ελευθέριος Βενιζέλος όσο και ο Κεμάλ Αττατούρκ, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

Η έξυπνη ιδιαιτερότητα αυτής της Συνθήκης έγκειται στο γεγονός ότι υιοθετεί ένα ιδιότυπο μοντέλο της «σαρία», που δεν έχει όμως καμία σχέση με το ακραίο πρότυπο άλλων ισλαμικών χωρών. Επί της ουσίας, αποδέχεται στην Θράκη τον ρόλο του μουφτή, όχι μόνο ως θρησκευτικού αρχηγού αλλά και ως καδή, δηλαδή δικαστή οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, άρα και ως δημόσια Αρχή που σύμφωνα με το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο διορίζεται από το κράτος.

Οι αποφάσεις ωστόσο του μουφτή ως ιεροδίκη δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση με το ελληνικό σύνταγμα και τους νόμους, ούτε με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Αυτός ο συνδυασμός μέχρι σήμερα, παρά τις κάποιες περιορισμένες εξαιρέσεις, συνέβαλε, πρώτον, στο να εμπεδώνεται το αίσθημα θρησκευτικής ελευθερίας των Μουσουλμάνων εντός μιας Δυτικής χώρας που έμπρακτα σέβεται την θρησκευτική τους παράδοση.

Δεύτερον, λειτούργησε παιδευτικά προς τους ίδιους, προσαρμόζοντάς τους στα σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα, μια που καμία απόφαση του μουφτή δε μπορεί να πάει κόντρα σε αυτά (πρόσφατη απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, τον Μάιο του 2017 για διαθήκη Μουσουλμάνας από τον Ίασμο, βάση του νόμου 1920/1991 και των άρθρων 42 και 45 της Συνθήκης της Λοζάνης).

Έτσι, οι φιλήσυχοι Μουσουλμάνοι της Θράκης μετεξελίχθηκαν σε σύγχρονοι Ευρωπαίοι πολίτες που για κανένα ακραίο ισλαμισμό ή θρησκευτικό φανατισμό δε θα ήθελαν να διαταράξουν την ποιότητα της ζωής τους εντασσόμενοι σε εξτρεμιστικά κινήματα τύπου ISIS, παρότι ίσως αποτέλεσε στόχο η στρατολόγησή τους σε αυτά.

Την ίδια στιγμή, το σύστημα αυτό έδωσε στους Έλληνες Μουσουλμάνους πολίτες της μειονότητας την ελευθερία μόνοι τους να επιλέγουν αν θα ακολουθήσουν στην ζωή τους το αστικό Δυτικό πρότυπο οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου ή την προσαρμοσμένη στα ευρωπαϊκά δεδομένα ισλαμική θρησκευτική τους παράδοση.