Τι είπε πράγματι ο Τραμπ για την Ιερουσαλήμ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τι είπε πράγματι ο Τραμπ για την Ιερουσαλήμ

Και τι προοιωνίζεται για το Παλαιστινιακό ζήτημα
Περίληψη: 

Η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από τις ΗΠΑ και οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν, ανέδειξαν τις προθέσεις και τις προτεραιότητες των υπόλοιπων παικτών, διεθνών και περιφερειακών, που έχουν τον δικό τους ρόλο στην αραβοϊσραηλινή διένεξη. Το παρόν δοκίμιο εξετάζει το ιστορικό υπόβαθρο του καθεστώτος της διαφιλονικούμενης πόλης, αποτιμά το περιεχόμενο του διαγγέλματος Τραμπ της 6ης Δεκεμβρίου 2017 και επιχειρεί να εκθέσει τους νέους συσχετισμούς που τώρα αρχίζουν να διαμορφώνονται.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και διδάσκων του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Έχοντας συμπληρώσει δεκατρείς μήνες στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ κατόρθωσε να εισπράξει τόσες επικρίσεις, όσες δεν συγκέντρωσαν όλοι οι προκάτοχοί του καθ’ όλη της διάρκεια της θητείας τους. Ευθύνεται και ο ίδιος για αυτό. Οι άκομψες δηλώσεις του, η στάση του έναντι των ΜΜΕ που του ασκούν κριτική, ακόμα και η γλώσσα του σώματός του, δίνουν πλείστες αφορμές. Πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσαν οι μαζικές αντιδράσεις στην απόφασή του να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ, ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Έτσι, για ακόμα μία φορά, δόθηκε η εντύπωση, ότι η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών άγεται και φέρεται από τον παρορμητικό χαρακτήρα του προέδρου τους, σαν να επιθυμεί διακαώς την επίσπευση των Ημερών της Κρίσης.

Εάν η εξήγηση είναι τόσο απλή, τότε η παρούσα ανάλυση θα πρέπει να τελειώσει εδώ.

27122017-4.jpg

Παλαιστίνιοι στη Ράφα, στη νότια Λωρίδα της Γάζας, καίνε αφίσα που απεικονίζει τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πραγματοποιεί έκτακτη ειδική σύνοδο για να εγκρίνει ψήφισμα που καλεί τις ΗΠΑ να αποσύρουν την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, στις 21 Δεκεμβρίου 2017. REUTERS/Ibraheem Abu Mustafa
------------------------------------------------------------

Εάν, όμως, δεχθούμε ότι το διάγγελμα του Αμερικανού προέδρου είναι μια κίνηση μελετημένη και προσεκτικά σχεδιασμένη από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τότε, για να γίνει κατανοητή και στην συνέχεια να αξιολογηθεί, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν και στον τρόπο με τον οποίον οι ΗΠΑ διαχειρίστηκαν το ανοικτό ζήτημα του καθεστώτος της Ιερουσαλήμ, στο πλαίσιο επίλυσης της αραβοϊσραηλινής διένεξης.

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Στις 24 Νοεμβρίου 1947, μια ακριβώς εβδομάδα πριν την ψήφιση του Σχεδίου Διαχωρισμού στον ΟΗΕ, το Αμερικανικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας πρότεινε τις κατευθυντήριες γραμμές, που θα έπρεπε να ακολουθήσει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην διαχείριση του Παλαιστινιακού, καταλήγοντας στα εξής :

«Η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Αποτελεί εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ να αποκτήσει την καλή θέληση όλων των λαών της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, των Εβραίων και των Αράβων, προκειμένου να προσανατολισθούν προς την Δύση και όχι προς την Σοβιετική Ένωση. Οι διαφορές μεταξύ του νέου εβραϊκού κράτους και των αραβικών χωρών θα πρέπει να λειανθούν, έως του σημείου ώστε όλες οι κρατικές οντότητες της περιοχής να ενεργούν συντονισμένα και ενάντια στην σοβιετική επεκτατικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να παράσχουν την κατάλληλη καθοδήγηση, με σκοπό την επίλυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων της περιοχής επί αντικειμενικής βάσεως, τόσο ως προς το εβραϊκό κράτος, όσο και προς τις αραβικές χώρες –πάντοτε όμως, ανάλογα με τον βαθμό που επιθυμούν οι δύο αυτοί λαοί να βοηθήσουν τους εαυτούς τους» [1].

Με αυτές τις φράσεις συνοψίζεται η πεμπτουσία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ως προς την αραβοϊσραηλινή διένεξη, από το 1947 έως και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Αρκεί να θυμηθούμε την απαίτηση των ΗΠΑ να αποσυρθούν τα βρετανικά, γαλλικά και ισραηλινά στρατεύματα από την Αίγυπτο κατά την Κρίση του Σουέζ το 1956. Ή την επιμονή της Ουάσινγκτον να τηρήσει το εμπάργκο όπλων κατά του Ισραήλ έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Αρκεί, επίσης, να θυμηθούμε τον ρόλο των ΗΠΑ προκειμένου να συναφθεί η συνθήκη ειρήνης στο Καμπ Ντέιβιντ μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου.

Όταν η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε και προτού προλάβει ο πάλαι ποτέ Ψυχρός Πόλεμος να μεταλλαχθεί και να λάβει την σημερινή του μορφή, οι διεθνείς παίκτες αποφάσισαν να υιοθετήσουν κοινή στρατηγική για να επιλυθεί η αραβοϊσραηλινή διαφορά επί τη βάσει της αρχής «Δύο Έθνη - Δύο Κράτη». Η στρατηγική αυτή αποτυπώθηκε το 1993 στις συμφωνίες του Όσλο. Θεσπίσθηκε ο Οδικός Χάρτης για την Ειρήνη, που προέβλεπε μια μακρά διαδικασία απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ισραήλ και της νεοσύστατης Παλαιστινιακής Αρχής, με τελικό σκοπό την ειρηνική γειτνίαση. Την ειρηνευτική διαδικασία καλούνταν να συντονίσουν από κοινού οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η ΕΕ και ο ΟΗΕ –συναποτελώντας το λεγόμενο «Κουαρτέτο για την Ειρήνη».

Ουσιαστικά, το Κουαρτέτο κλήθηκε να κινηθεί στο πλαίσιο των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών που είχε διατυπώσει το Αμερικανικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας ήδη από το 1947. Υπήρχε, όμως, μια σημαντική διαφορά. Ενώ τότε ο κίνδυνος για την Μέση Ανατολή ήταν ο σοβιετικός επεκτατισμός, στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο αναδεικνυόταν ένας νέος κίνδυνος: Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός. Αυτός ο νέος κίνδυνος δεν απειλούσε μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ανησυχητικά σημάδια παρατηρούνταν στην Ρωσία, στην Κίνα, στην Ευρώπη, αλλά πρωτίστως, στον αραβικό κόσμο –και ειδικότερα στην παλαιστινιακή κοινωνία. Το κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Aκολούθησαν οι επιπτώσεις της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης, η εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους και ο συριακός εμφύλιος. Εν μέσω αυτού του κυκεώνα αλλαγών, η διένεξη Ισραηλινών και Παλαιστινίων χρωματιζόταν ολοένα και περισσότερο από την θρησκευτική της πτυχή. Η διένεξη έπρεπε επιτέλους να επιλυθεί οριστικά, επειδή πυροδοτούσε απρόβλεπτες εξελίξεις, όχι μόνο στο Ισραήλ, στην Δυτική Όχθη, στην Γάζα και στην Μέση Ανατολή, αλλά και παγκοσμίως. Συγχρόνως, διαπιστωνόταν ότι ο απόλυτος ορθολογισμός του Οδικού Χάρτη δεν ήταν σε θέση να επιλύσει το ζήτημα. Χρόνια τώρα οι διαπραγματεύσεις δεν σημειώνουν καμία απολύτως πρόοδο, και γι’ αυτό ευθύνονται ανεξαιρέτως όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Με το πάγωμα των διαπραγματεύσεων η ατέρμονη διένεξη οξύνεται και το κυριότερο ζήτημα προς επίλυση αφήνεται κυριολεκτικά στην τύχη του: Το τελικό καθεστώς της Ιερουσαλήμ.

Η ΔΥΤΙΚΗ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ