Η στρατηγική της Ρωσίας για το Αφγανιστάν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η στρατηγική της Ρωσίας για το Αφγανιστάν

Πώς προετοιμάζεται η Μόσχα ώστε να προχωρήσει μόνη της
Περίληψη: 

Καθώς περνούσε ο καιρός, η Ρωσία άρχισε να χάνει την εμπιστοσύνη της στην δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών -και την ικανότητά τους να επιτύχουν- στην αποστολή τους στο Αφγανιστάν. Η Μόσχα ξεκίνησε να αναπτύσσει την δική της στρατηγική για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και για να αντιμετωπίσει μια πιθανή κατάρρευση της κυβέρνησης στην Καμπούλ.

Η JULIA GURGANUS είναι επισκέπτρια ακαδημαϊκός στο Carnegie Endowment for International Peace, σε μια περίοδο που χρηματοδοτείται από την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (Central Intelligence Agency). Από το 2014 έως το 2017 υπηρέτησε ως Εθνικός Υπεύθυνος Πληροφοριών για την Ρωσία και την Ευρασία στο Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών των ΗΠΑ (U.S. National Intelligence Council). Οι απόψεις που εκφράζονται είναι δικές της.

Κατά την τελευταία δεκαετία, η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν σε μεγάλο βαθμό παρόμοιους στόχους στο Αφγανιστάν [1]: Να αποτρέψουν το χάος και την επανεμφάνιση ενός ασφαλούς καταφυγίου για τρομοκράτες. Η σύγκλιση αυτή επέτρεψε στις δύο χώρες να συνεργαστούν [2]. Αλλά κάτω από την επιφάνεια, υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Παρόλο που αμφότερες επιθυμούν την σταθερότητα, την ορίζουν με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Η προσέγγιση των ΗΠΑ βασίζεται στην δημιουργία μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης στην Καμπούλ και μιας καλά εξοπλισμένης και καλά εκπαιδευμένης εθνικής δύναμης ασφαλείας˙ η Ρωσία, εν τω μεταξύ, συνεργάζεται με ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, μερικοί από τους οποίους ανταγωνίζονται άμεσα την κυβέρνηση στην Καμπούλ. Η Μόσχα προσέγγισε ακόμη και τους Ταλιμπάν [3], νομιμοποιώντας μια ομάδα που εξακολουθεί να απειλεί την ασφάλεια τόσο της αφγανικής κυβέρνησης όσο και των δυνάμεων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.

03012018-1.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, χαιρετά τον Αφγανό πρόεδρο, Ασράφ Γκάνι, κατά την διάρκεια της συνόδου κορυφής της Οργάνωσης Συνεργασίας της Σαγκάης στην Ουφά, στην Ρωσία, τον Ιούλιο του 2015. REUTERS / PHOTOHOST / RIA NOVOSTI
----------------------------------------------------------------------------------

Τα τελευταία δύο χρόνια, το χάσμα μεταξύ των στρατηγικών της Ρωσίας και των ΗΠΑ έχει αυξηθεί. Η Ρωσία πιστεύει όλο και περισσότερο ότι η προσέγγιση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν λειτουργεί και ότι η πολιτική βούληση στην Ουάσιγκτον για συνεχή δέσμευση θα λήξει σύντομα. Είναι πεπεισμένη ότι πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει μόνη της ένα ασταθές Αφγανιστάν. Για την Ρωσία, αυτό αποτελεί μια σοβαρή πρόκληση. Αλλά προσφέρει επίσης μια ευκαιρία να υπονομεύσει τις Ηνωμένες Πολιτείες -παίζοντας αυτόν που φτιάχνει βασιλιάδες ενώ η Ουάσινγκτον παραδέρνει.

ΔΙΕΥΡΥΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΧΑΣΜΑ

Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στο Αφγανιστάν το 2001, τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της Ρωσίας ευθυγραμμίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Και οι δύο χώρες ήθελαν να κατατροπώσουν την Αλ Κάιντα και τις συνδεδεμένες με αυτήν τρομοκρατικές ομάδες και να εμποδίσουν το Αφγανιστάν από το να γίνει πάλι καταφύγιο τρομοκρατών. Από τότε που οι σοβιετικές δυνάμεις αποσύρθηκαν στο τέλος του σοβιετο-αφγανικού πολέμου το 1989, η Μόσχα φοβόταν ότι θα προέκυπτε ένα πολιτικό κενό που θα επέτρεπε να ακμάζει ο εξτρεμισμός και να κακοφορμίζουν οι τρομοκρατικές απειλές. Η Μόσχα ήταν επιφυλακτική για την προοπτική μακροπρόθεσμης στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ αλλά ανέχθηκε τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, με την ελπίδα ότι θα συνέβαλαν στην σταθερότητα στη Νότια και Κεντρική Ασία. Η συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών στο Αφγανιστάν έφθασε στην κορύφωσή της κατά την διάρκεια της κυβέρνησης Ομπάμα, όταν η Μόσχα επέτρεψε στις δυνάμεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ να μεταφέρουν εξοπλισμό και προμήθειες μέσω της ρωσικής επικράτειας, πούλησε ρωσικά ελικόπτερα Mi-17 σε αφγανικές δυνάμεις που υποστήριζαν οι ΗΠΑ και εργάστηκε με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να περιορίσουν την παραγωγή οπίου και να εμποδίσουν το ευρύτερο εμπόριο ναρκωτικών.

Όμως, καθώς περνούσε ο καιρός, η Ρωσία άρχισε να χάνει την εμπιστοσύνη της στην δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών -και την ικανότητά τους να επιτύχουν- στην αποστολή τους στο Αφγανιστάν. Η Μόσχα ξεκίνησε να αναπτύσσει την δική της στρατηγική για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και για να αντιμετωπίσει μια πιθανή κατάρρευση της κυβέρνησης στην Καμπούλ. Η επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας μετά την παράνομη προσάρτηση εδάφους της Ουκρανίας από την Ρωσία το 2014 εξασθένισε περαιτέρω την προθυμία της Ρωσίας να στηρίξει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η Μόσχα κατέστησε σαφές στην Ουάσινγκτον ότι δεν επιθυμεί μια απότομη απόσυρση των ΗΠΑ. Τον Ιανουάριο του 2017, ο Ειδικός Εκπρόσωπος το Ρώσου Προέδρου για το Αφγανιστάν, Zamir Kabulov, δήλωσε [4] ότι εάν ο Trump «αποφασίσει να αποσύρει τον στρατό, τότε όλα θα καταρρεύσουν».

Παρά την στήριξή της για την συνέχιση της παρουσίας των ΗΠΑ, η Μόσχα απογοητεύθηκε από τη νέα στρατηγική των ΗΠΑ για το Αφγανιστάν, την οποία ανακοίνωσε η διοίκηση Trump τον περασμένο Αύγουστο. Στα μάτια της Μόσχας, η στρατηγική [5], η οποία περιλαμβάνει μια μετριοπαθή αύξηση του αριθμού των στρατιωτών, μια νέα εστίαση στην αντιτρομοκρατία και ένα ανοικτό χρονοδιάγραμμα, ήταν απλώς μια από τα ίδια. Ο Σεργκέι Λαβρόφ, ο Υπουργός Εξωτερικών, χαρακτήρισε την εστίαση [6] στην χρήση βίας ως «αδιέξοδη» και ο εκπρόσωπός του υπονόησε [7] ότι η στρατηγική ήταν σύμφωνη με την προσέγγιση της κυβέρνησης Ομπάμα, η οποία «απέτυχε να βελτιώσει την κατάσταση της ασφάλειας». Οι Ρώσοι αξιωματούχοι επέκριναν επίσης την απόφαση του Πενταγώνου να σταματήσει την αγορά ελικόπτερων Mi-17 για τον στρατό του Αφγανιστάν και να τα αντικαταστήσει με αμερικανικά Black Hawks, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση ήταν πιο πολύ πολιτική παρά πρακτική, ένα αποτέλεσμα των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΕΜΛΙΝΟΥ