Πώς οι ΗΠΑ μπορούν να βοηθήσουν στην επίλυση της κρίσης των Rohingya | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς οι ΗΠΑ μπορούν να βοηθήσουν στην επίλυση της κρίσης των Rohingya

Μια διπλή προσέγγιση για την Ουάσιγκτον και τους συνεργάτες της

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο σημαντικότερος παίκτης εδώ. Κατά την διάρκεια της διοίκησης του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, η Ουάσιγκτον οδήγησε την διεθνή κοινότητα να καλωσορίσει τη Μιανμάρ από μια αυτοεπιβληθείσα εξορία που είχε διαρκέσει από το στρατιωτικό πραξικόπημα το 1962. Το 2012, μετά τις πρώτες ελεύθερες εκλογές της Μιανμάρ εδώ και 20 χρόνια, ο Ομπάμα αποκατέστησε τις διπλωματικές σχέσεις και σφράγισε τη νέα σχέση με μια προσωπική επίσκεψη˙ το 2016, ήρε τις περισσότερες κυρώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Ίσως οι Ηνωμένες Πολιτείες να κινήθηκαν πολύ γρήγορα -αλλά θα πρέπει να εξεταστεί το να γίνει σαφές στην ηγεσία της Μιανμάρ ότι αυτή η κίνηση δεν είναι μη αναστρέψιμη. Η μόχλευση που βοήθησε να πιεστεί ο στρατός της Μιανμάρ να αποδεχθεί τον περιορισμένο εκδημοκρατισμό -ο κεντρικός ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών είτε στην διευκόλυνση είτε στην περιπλοκή της εισόδου της Μιανμάρ στην παγκόσμια οικονομική τάξη- εξακολουθεί να είναι διαθέσιμη προς χρήση. Οι κυρώσεις για το εμπόριο και τις επενδύσεις, τις οποίες ο Ομπάμα εξάλειψε με [προεδρική] εκτελεστική εντολή, θα μπορούσαν να επαναληφθούν: Μερικές [από αυτές] απλώς με προεδρικές ενέργειες, άλλες με την συνεργασία του Κογκρέσου˙ οι κυρώσεις σε άτομα εντός της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας της Μιανμάρ θα μπορούσαν να επεκταθούν σε μεγάλο βαθμό˙ ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι οι ίδιες προμηθευτές στρατιωτικού εξοπλισμού στη Μιανμάρ, θα μπορούσαν να πιέσουν τους συνεργάτες τους επί της ασφάλειας (συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ, της Ινδίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, που όλες έχουν πουλήσει όπλα στη Μιανμάρ την τελευταία δεκαετία) να διακόψουν την συνεργασία. Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Κίνα παραμένει ο μεγαλύτερος συνεργάτης για τις επενδύσεις και την ασφάλεια της Μιανμάρ και ότι το Πεκίνο ευχαρίστως θα λειτουργούσε ως διεθνής χορηγός της Μιανμάρ χωρίς να λάβει υπόψη του τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό είναι αλήθεια -αλλά ήταν επίσης αλήθεια πριν από την Επανάσταση του Saffron του 2007, η οποία έθεσε σε κίνηση τους τροχούς του εκδημοκρατισμού. Οι ηγέτες της Μιανμάρ, και πιο σημαντικό ο πληθυσμός της χώρας, έχουν ήδη αποδείξει ότι δεν θέλουν να παραμείνουν πιόνια της Κίνας.

Οι απαιτήσεις των ΗΠΑ στη Μιανμάρ -που υποστηρίζονται από βασικούς συντελεστές όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα- πρέπει να επικεντρωθούν όχι μόνο στην αποδοχή των Rohingya, αλλά και στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων ασφάλειας και υπηκοότητας που απολαμβάνουν όλες οι άλλες εθνικές μειονότητες. Η εναλλακτική λύση είναι η δημιουργία ενός πληθυσμού ενός εκατομμυρίου ανιθαγενών: Είτε ζουν σε στρατόπεδα προσφύγων στο Μπανγκλαντές είτε στη Μιανμάρ, πιθανότατα θα γίνουν το πεδίο τροφοδότησης του εξτρεμισμού και της αστάθειας.

Τα παραδείγματα πολλών γενεών στρατοπέδων για αφγανικές, παλαιστινιακές, σομαλικές και άλλες κοινότητες προσφύγων καταδεικνύουν τους κινδύνους μιας τέτοιας προσέγγισης. Η ιστορία δείχνει ότι οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση τέτοιων συγκρούσεων συχνά εκτείνονται σε δεκαετίες. Τα Ηνωμένα Έθνη διαπίστωσαν ότι κατά μέσο όρο περνούν 17 χρόνια πριν οι άνθρωποι που έχουν εκτοπιστεί ως πρόσφυγες επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Οι πρόσφυγες συχνά ξοδεύουν ολόκληρη την ζωή τους στο κενό, ενώ μια διαρκής λύση φαίνεται πάντα ακριβώς πίσω από την γωνία.

Στο Μπαγκλαντές, οι Rohingya θα προσθέσουν 650.000 ανθρώπους σε ένα έθνος 163 εκατομμυρίων που ήδη παλεύει με τις ανάγκες ανάπτυξης, απασχόλησης, υποδομών και δημόσιων υπηρεσιών που ξεπερνούν κατά πολύ τους υπερφορολογημένους πόρους του. Οι πόλεις του είναι υπερπληθυσμένες και οι δημόσιες υπηρεσίες και το περιβάλλον του έχουν ήδη ενταθεί πέρα από το σημείο θραύσης. Το Μπαγκλαντές αναγκάζεται να εξάγει εργαζόμενους στην Σαουδική Αραβία, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και σε οποιοδήποτε άλλο έθνος όπου υπάρχει απασχόληση.

Η μελέτη μας στην RAND [5] σχετικά με παρατεταμένες προσφυγικές καταστάσεις στη Μέση Ανατολή διαπίστωσε ότι οι ανθρωπιστικές αποκρίσεις της διεθνούς κοινότητας βοήθειας για μεγάλους εκτοπισμένους πληθυσμούς είναι ανεπαρκείς σε καταστάσεις μεσοπρόθεσμου ή μακροπρόθεσμου εκτοπισμού. Η πρόβλεψη ότι οι Rohingya θα παραμείνουν στα στρατόπεδα δημιουργεί τόσο κινδύνους για τα ανθρώπινα δικαιώματα όσο και για την ασφάλεια, και θα χρειαστεί υποστήριξη για να βοηθηθεί το Μπαγκλαντές να διαχειριστεί δημόσιες υπηρεσίες (συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης) για το νέο πληθυσμό. Όταν οι πληθυσμοί παραμένουν εκτοπισμένοι για μακρά χρονικά διαστήματα, διαπιστώσαμε ότι η βοήθεια πρέπει να μεταβληθεί ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην χώρα υποδοχής να παρέχει δημόσιες υπηρεσίες και να διευρύνει τις ευκαιρίες απασχόλησης. Η παγκόσμια κοινότητα, ενώ πιέζει τη Μιανμάρ να εξασφαλίσει την ασφαλή επιστροφή των Rohingya στα χωριά τους, θα μπορούσε ταυτόχρονα να βοηθήσει το Μπαγκλαντές να ενσωματώσει χιλιάδες (ίσως εκατοντάδες χιλιάδες) που ενδέχεται να μην μπορούν να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους.

Απαιτείται εδώ μια ρεαλιστική προσέγγιση πολλαπλών παραγόντων, η οποία περιλαμβάνει την διαμεσολάβηση μιας πολιτικής λύσης, την δημιουργία συνθηκών στη Μιανμάρ που μπορούν να βοηθήσουν την επιστροφή των Rohingya στα σπίτια τους και να βοηθήσουν το Μπαγκλαντές να αντιμετωπίσει την παρουσία ενός πιθανώς νέου μακροπρόθεσμου πληθυσμού. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να συμβεί κάτι τέτοιο, θα μπορούσαν να ρίξουν το βάρος τους σε αυτές τις προσεγγίσεις.