Πρώτα η Αίγυπτος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πρώτα η Αίγυπτος

Υπό τον Sisi, το Κάιρο παίρνει τον δικό του δρόμο
Περίληψη: 

Η προσπάθεια της Αιγύπτου να επιστρέψει σε προεξάρχουσα περιφερειακή θέση θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του Σίσι να συμμαζέψει την ισχύ εγχωρίως. Για να προβάλει επιρροή εκτός των συνόρων της, η Αίγυπτος θα πρέπει να επιτύχει εγχωρίως σταθερότερη και εξασφαλισμένη βάση οικονομική, πολιτική και ασφάλειας.

Ο MICHAEL WAHID HANNA είναι ανώτερος συνεργάτης στο Ίδρυμα Century και βοηθός ανώτερος συνεργάτης του Κέντρου Δικαίου και Ασφάλειας της Νομικής Σχολής του NYU (New York University).
Ο DANIEL BENAIM είναι ανώτερος συνεργάτης στο Κέντρο Αμερικανικής Προόδου και επισκέπτης καθηγητής στο NYU.

Τον Νοέμβριο του 2017, ο Σαουδάραβας πρίγκιπας-διάδοχος Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν (MbS) ξεκίνησε μια παρορμητική προσπάθεια να απομονώσει το Ιράν, αναγκάζοντας σε παραίτηση τον πρωθυπουργό του Λιβάνου, Σαάντ Χαρίρι [1] κατά την διάρκεια επίσκεψης του τελευταίου στο Ριάντ. Ο πρίγκιπας-διάδοχος βασιζόταν στην υποστήριξη των Σουνιτών Αράβων συμμάχων του, αλλά μια αξιοσημείωτη αραβική χώρα απείχε. Αντί να υποστηρίξει τον βασικό περιφερειακό ευεργέτη της, η Αίγυπτος ευθυγραμμίστηκε αμέσως με τις γαλλικές προσπάθειες για την διαμεσολάβηση μιας διπλωματικής λύσης, φιλοξενώντας τον Χαρίρι στο Κάιρο και υποστηρίζοντας την επιστροφή του στον Λίβανο ως πρωθυπουργός. Η στάση της Αιγύπτου, εστιασμένη [2] «στην σημασία της διατήρησης της σταθερότητας του Λιβάνου και της ανύψωσης των εθνικών συμφερόντων του Λιβάνου», χτύπησε μια νότα διαφωνίας με την πρόσφατη προσπάθεια τύπου «με εμάς ή εναντίον μας» του Ριάντ για την αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής, κατά μήκος μανιχαϊστικών γραμμών μεταξύ του ίδιου και της Τεχεράνης.

10012018-1.jpg

Ο Σίσι μιλά στον Τύπο μετά από μια συνάντηση με τον Πούτιν, τον Δεκέμβριο του 2017. REUTERS
---------------------------------------------------------------------

Ο Χαρίρι δεν ήταν ο μόνος υψηλόβαθμος επισκέπτης στο Κάιρο που ήγειρε ανησυχίες ανάμεσα στους από μακρού χρόνου προστάτες της Αιγύπτου: Στις 11 Δεκεμβρίου, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν επισκέφθηκε την χώρα για να επισημάνει την εμβάθυνση των δεσμών μεταξύ της Αιγύπτου και της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής συμφωνίας που θα επιτρέπει στα ρωσικά αεροπλάνα να χρησιμοποιούν αιγυπτιακές στρατιωτικές βάσεις -παρά την τεσσάρων δεκαετιών, ύψους 50 δισ. δολαρίων αμυντική συνεργασία της Αιγύπτου με την Ουάσινγκτον.

Μια τέτοια ανεξαρτησία μπορεί να απογοητεύει [3] τους ξένους ευεργέτες του Καΐρου, αλλά δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Η θέληση της Αιγύπτου να ακολουθήσει την δική της πορεία υπήρξε ένα σταθερό χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2013, όταν ένα λαοφιλές στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Υπό τη νέα προεδρία του Abdel Fattah el-Sisi, το Κάιρο έχει διαμορφώσει σταδιακά ένα νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής βασισμένο σε ιδεολογικές δεσμεύσεις στον αντι-ισλαμισμό [4], τον σεβασμό στις παραδοσιακές και συχνά παλαιές έννοιες της κυριαρχίας και της μη παρέμβασης, και μια προκλητικά εθνικιστική επαναβεβαίωση της ελευθερίας ελιγμών της Αιγύπτου στην περιοχή. Από κοινού, οδηγούν την Αίγυπτο μακριά από τους παραδοσιακούς συμμάχους της και προς ένα πιο ανεξάρτητο -και αβέβαιο- μέλλον.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ

Οι ρίζες της νέας εξωτερικής πολιτικής της Αιγύπτου βρίσκονται στην εξέγερση του 2011 που οδήγησε στην απομάκρυνση του προέδρου Hosni Mubarak [5]. Υπό την ηγεσία του προέδρου Gamel Abdel Nasser, η Αίγυπτος ήταν ο πολιτικός και πολιτιστικός ηγέτης του αραβικού κόσμου και μια εξέχουσα δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Ωστόσο, κατά την διάρκεια των σχεδόν 20 ετών της εξουσίας του, ο Mubarak μετέτρεψε την χώρα σε έναν αξιόπιστο και σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμο πελάτη των ΗΠΑ και στενό σύμμαχο αμερικανικών εταίρων όπως η Σαουδική Αραβία, αν και εμφάνιζε έλλειψη δυναμισμού και περιφερειακής επιρροής.

Ωστόσο, η αναχώρηση του Μουμπάρακ έθεσε υπό αμφισβήτηση αυτή την στάση. Αν και οι ανησυχίες για την εξωτερική πολιτική ήταν δευτερεύουσες σε σχέση με τα εγχώρια ζητήματα που προκάλεσαν την εξέγερση, τα αιτήματα των διαδηλωτών περιελάμβαναν μια μη δομημένη ιδέα για αποκατάσταση της εθνικής αξιοπρέπειας που επεκτεινόταν στην σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής και επέζησε σε όλη την ταραχώδη μετάβαση της Αιγύπτου.

Κατά την διάρκεια της πρώιμης περιόδου μετά τον Μουμπάρακ, αιγυπτιακές ελίτ και μέλη του κοινού συζήτησαν πώς να αποκαταστήσουν την ανεξαρτησία της χώρας τους και να διαφοροποιήσουν τις σχέσεις τους στο εξωτερικό. Η διετής προεδρία του Morsi, για παράδειγμα, περιέλαβε επισκέψεις στο Πεκίνο και τη Μόσχα. Αυτός ο μετα-πραξικοπηματικός προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής ήταν εν μέρει ένα αποτέλεσμα [6] των επειγόντων εγχώριων οικονομικών και πολιτικών αναγκών και των αναγκών ασφαλείας, κυρίως δε της πάλης της χώρας εναντίον των Ισλαμιστών και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της. Όμως, τα τελευταία χρόνια, καθώς η οικονομική και πολιτική ζωή της Αιγύπτου έχει εν μέρει σταθεροποιηθεί υπό τον Sisi, αυτές οι αρχικά διάσπαρτες τάσεις έχουν όλο και περισσότερο εξελιχθεί σε μια συνεκτική κοσμοθεωρία.

Το πρώτο και σημαντικότερο στοιχείο αυτής της κοσμοθεωρίας είναι ο αντι-ισλαμισμός. Η φανατική, άκαμπτη αντίθεση στη Μουσουλμανική Αδελφότητα [7] και στα παρακλάδια της ήταν η εντέλουσα αρχή του καθεστώτος του Σίσι, και είναι πλέον το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της αιγυπτιακής πολιτικής ζωής. Αν και το καθεστώς Sisi έχει στοχεύσει όλες τις μορφές πολιτικής έκφρασης και διαφωνίας, έχει επικεντρωθεί ιδιαίτερα στην Αδελφότητα. Η κυβέρνηση, στις προσπάθειές της για την εξάλειψη της οργάνωσης, κατέφυγε σε ευρεία καταστολή, βγάζοντας εκτός νόμου την Αδελφότητα, φυλακίζοντας δεκάδες χιλιάδες μέλη και συμπαθούντες της, και εμπλεκόμενη σε άμεση βία για να καταστρέψει την δυνατότητα μελλοντικής κινητοποίησης.