Μια νέα ταυτότητα για τα Σκόπια | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια νέα ταυτότητα για τα Σκόπια

Το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ με όρους ισχύος
Περίληψη: 

Τα ζητήματα εθνικής ταυτότητας δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ήσσονος σημασίας ως προς την ισχύ ενός κράτους, καθώς αποτελούν μέρος της ίδιας της υπόστασής του, και την βάση πάνω στην οποία θα αναπτυχθούν και θα εδραιωθούν όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές ισχύος του.

Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΙΟΛΙΟΣ είναι υποψήφιος διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Το ζήτημα της επίλυσης της διαφοράς μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ ταλανίζει εδώ και δεκαετίες πλέον τις διμερείς σχέσεις των δύο κρατών, και χαρακτηρίζεται από περιόδους κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης που συνοδεύονται από διαπραγματευτικές και διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες, με αρνητικά μέχρι στιγμής αποτελέσματα.

Η επαναφορά του στο προσκήνιο της διμερούς ατζέντας ήταν αποτέλεσμα της πρόσφατης κυβερνητικής αλλαγής στην γείτονα χώρα και η αντικατάσταση του σκληροπυρηνικού εθνικιστή πρωθυπουργού Νίκολα Γκρούεφκσι από μια κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ του Κόμματος των Σοσιαλδημοκρατών και μικρών κομμάτων της αλβανικής μειονότητας, η οποία έχει θέσει ως προτεραιότητα την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος, καθώς αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ (διαδικασίες που μπλοκάρονται συστηματικά από την ελληνική πλευρά από το 2008). Αυτό το παράθυρο ευκαιρίας επέλεξε να εκμεταλλευτεί και η ελληνική κυβέρνηση, γνωρίζοντας ότι μια ενδεχόμενη επιστροφή του Γκρούεφκσι στην εξουσία θα σημάνει την εκ νέου σκλήρυνση της στάσης της ΠΓΔΜ και συνεπώς την απώλεια της δυνατότητας υιοθέτησης μίας συμβιβαστικής λύσης.

26012018-1.jpg

Διαδηλωτές διαμαρτύρονται εναντίον μιας συμφωνίας που θα εξασφάλιζε την ευρύτερη επίσημη χρήση της αλβανικής γλώσσας στα Σκόπια, στις 9 Μαρτίου 2017. REUTERS / Ognen Teofilovski
-----------------------------------------------------------------------------------------

Το ερώτημα βέβαια που ανακύπτει είναι αν η παραπάνω αλλαγή φρουράς που συνέβη στην διακυβέρνηση της ΠΓΔΜ σημαίνει ουσιαστική αλλαγή στην χάραξη της εθνικής στρατηγικής στο ζήτημα της ονομασίας ή πρόκειται για μια κατ’ όνομα διαλλακτικότερη προσέγγιση του ζητήματος. Όπως προκύπτει από τις πρόσφατες (17/01/2018) δηλώσεις του διαπραγματευτή της ΠΓΔΜ κ. Ναουμόφσκι, επιβεβαιώνεται η άποψη ότι δεν έχει επέλθει καμία ουσιαστική αλλαγή στις θέσεις της γείτονος χώρας. Αυτή η εξέλιξη δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη, καθώς το ζήτημα της ονομασίας, το οποίο συνδέεται άμεσα με την ταυτότητα μιας χώρας και την θέση της στην διεθνοπολιτική διάρθρωση του αντίστοιχου περιφερειακού αλλά και του διεθνούς συστήματος, βρίσκεται στον πυρήνα της εθνοκρατικής υπόστασης της ΠΓΔΜ, και συνεπώς δεν μπορεί να μεταβάλλεται με συνοπτικές διαδικασίες που θα εκκινούνται από αλλαγές στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

Στο σημείο ετούτο εδράζεται και η λανθασμένη ελληνική προσέγγιση στο φλέγον αυτό ζήτημα που ακολουθείται από την ανάκυψη του ζητήματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας και την ανάδυση της νέας αυτής κρατικής οντότητας μέχρι και σήμερα που επανέρχεται το ζήτημα και πάλι στην επικαιρότητα. Βέβαια, όπως ήταν και είναι φυσικό, η προσπάθεια δημιουργίας μιας «μακεδονικής» εθνικής ταυτότητας αποσυνδεδεμένης από το ελληνικό πολιτιστικό, και κατ’ επέκταση εθνικό, στερέωμα πυροδότησε και πυροδοτεί πλήθος αντιδράσεων όχι μόνο στο επίπεδο της ελληνικής κοινής γνώμης αλλά και μεταξύ των ακαδημαϊκών της ιστορικής επιστήμης. Από την άλλη, όμως, το μέγεθος αυτών των κινητοποιήσεων έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την διαμόρφωση της στρατηγικής των ελληνικών κυβερνήσεων, μην αφήνοντας περιθώρια σε μια ρεαλιστική (με όρους Διεθνών Σχέσεων) ανάλυση του ζητήματος και κατά συνέπεια σε μια αποτελεσματικότερη περιφερειακή στρατηγική.

Μια ρεαλιστική ανάλυση, λοιπόν, θα εκκινούσε από το γεγονός ότι, λόγω της αναρχίας (δηλαδή, λόγω της μη ύπαρξης μιας ανώτατης αρχής) που επικρατεί σε επίπεδο διεθνούς συστήματος, η διεθνής πολιτική και η διάρθρωση των διμερών σχέσεων διαμορφώνεται στην βάση του εθνικού συμφέροντος και της ισχύος, και όχι του δικαίου ή της ιστορικής αλήθειας. Συνεπώς, ούτε μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει την μη οικειοποίηση του ονόματος της Μακεδονίας από την γείτονα χώρα (όπως άλλωστε απέδειξε η εμπειρία της τελευταίας εικοσαετίας) ούτε μια σειρά εμπεριστατωμένων ιστορικών μελετών από την ελληνική πλευρά περί της ελληνικότητας της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας θα μπορούσε να μεταπείσει τους γείτονες της Ελλάδας για το ποια ιστοριογραφική προσέγγιση θα πρέπει να ασπαστούν κατά την αναζήτηση των ιστορικών θεμελίων της εθνοκρατικής τους υπόστασης. Και όλα αυτά, δεδομένης της περιορισμένης ισχύος της Ελλάδας, τόσο κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990 (οπότε και τέθηκαν οι βάσεις πάνω στις οποίες θα εξελισσόταν το ζήτημα της ονομασίας) όσο και σήμερα, αλλά και της ανάγκης των Μεγάλων Δυνάμεων, και ιδίως των ΗΠΑ, για την όσο το δυνατόν πιο άμεση σταθεροποίηση των κρατών που προέκυψαν από την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας και την αποκατάσταση μιας σχετικής ισορροπίας στην περιφέρεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και των Δυτικών Βαλκανίων ειδικότερα. Συνεπώς, η Ελλάδα δεν είχε την δύναμη (αν και το εμπορικό εμπάργκο που επιβλήθηκε αρχικά αποτέλεσε μια κίνηση άσκησης πίεσης), και οι σύμμαχοί της το συμφέρον, να επιβάλλουν μια λύση διαφορετική από αυτή που πρόκρινε το εθνικό συμφέρον της ΠΓΔΜ.