Μια διέξοδος προς τα εμπρός για τα Βαλκάνια; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια διέξοδος προς τα εμπρός για τα Βαλκάνια;

Το νέο σχέδιο της Ευρώπης είναι πολλά υποσχόμενο αλλά όχι αρκετά σκληρό

Ο ανανεωμένος ανταγωνισμός μεταξύ της Ρωσίας και της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών έχει επίσης περιπλακεί με τον αυξανόμενο αυταρχισμό στα Βαλκάνια. Η Ρωσία έχει διαδραματίσει το ρόλο του «καταστροφέα» (spoiler), ξεκινώντας εκστρατείες παραπληροφόρησης κατά της ΕΕ και υποστηρίζοντας πολιτικούς συμμάχους και κακοποιές εθνικιστικές ομάδες, καθώς και συμμετέχοντας σε περιορισμένες οικονομικές συμπράξεις στην περιοχή. Ωστόσο, η Ρωσία δεν ήταν η αιτία των πρόσφατων κρίσεων. Έχει απλώς ευκαιριακά χρησιμοποιήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών προς όφελός της.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ζωτικής σημασίας για την Ουάσινγκτον και τις Βρυξέλλες να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την επαναδέσμευση της περιοχής. Στο παρελθόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν καθοριστικής σημασίας για να διατηρήσουν την πίεση στα Βαλκάνια και ήταν λιγότερο διπλωματικές από την ΕΕ. Από τότε που τιμωρήθηκε με κυρώσεις από τις ΗΠΑ (ως επί το πλείστον συμβολικές) τον Ιανουάριο του 2017, ο Μίλοραντ Ντόντικ, πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρπσκα, μιας από τις δύο οντότητες της Βοσνίας, έχει εμφανώς μειώσει τις εκκλήσεις του για ένα δημοψήφισμα ανεξαρτησίας. Πέρυσι, δύο πολιτικές κρίσεις, μια στην Αλβανία και μια στην πΓΔΜ, επιλύθηκαν σε μεγάλο βαθμό χάρη στην διπλωματία των ΗΠΑ. Στην πΓΔΜ, ο αναπληρωτής βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τις Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις, Brian Hoyt Yee, μεσολάβησε για μια μεταβίβαση της εξουσίας στην αντιπολίτευση μετά την επίθεση στο κοινοβούλιο, ενώ στην Αλβανία διαπραγματεύθηκε μια συμφωνία που επιτρέπει στην αντιπολίτευση να συμμετάσχει σε κοινοβουλευτικές εκλογές. Εάν η ΕΕ δεν καταφέρει να δώσει ισχύ στην στρατηγική της, θα εναπόκειται στις Ηνωμένες Πολιτείες να αυξήσουν την πίεση -και δεν είναι ακόμη σαφές εάν η διοίκηση του Trump είναι διατεθειμένη να συνεχίσει να διαδραματίζει αυτόν τον ρόλο.

Το πιο ακανθώδες ζήτημα για την διεύρυνση της ΕΕ είναι αυτό που περιγράφεται ως «διμερείς διαφορές», όπως σχετικά με τα σύνορα, τα δικαιώματα των εθνοτικών μειονοτήτων, την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου, τις διαμετρικά αντίθετες απόψεις για το τι συνέβη κατά τους πολέμους της δεκαετίας του '90 και μυριάδες άλλα ανεπίλυτα ζητήματα. Η ΕΕ αγνοούσε αυτά τα προβλήματα εδώ και χρόνια, αλλά η νέα βαλκανική στρατηγική της θέτει ετούτες τις περιφερειακές εντάσεις στο επίκεντρό της. Ωστόσο, η λύση -μια δέσμευση της ΕΕ στο να επιτρέψει στις χώρες να ενταχθούν μόλις είναι έτοιμες και όχι να εισαγάγει ταυτόχρονα και τις έξι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων- θα δημιουργήσει προβλήματα. Η προσέγγιση φαίνεται λογική, δεδομένου ότι ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό και θα μπορούσε έτσι να ωθήσει τα κράτη να επιτύχουν μεταρρυθμίσεις ταχύτερα, αλλά ο κίνδυνος είναι ότι οι πιο δύσκολες περιπτώσεις, όπως η Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο, θα μείνουν πίσω. Μόλις προσχωρήσει η Σερβία στην ΕΕ, τότε θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει τα δικαιώματα βέτο για να πάρει περαιτέρω παραχωρήσεις και από τις δύο χώρες. Η Σερβία δεν θα είναι η πρώτη χώρα που χρησιμοποιεί την ασύμμετρη ισχύ της ως μέλος και δεν υπάρχει λόγος να μην αναμένει κανείς από αυτήν ότι θα το κάνει. Αυτό θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε νέο γύρο περιφερειακών εντάσεων και διμερών συγκρούσεων. Το πώς να αποφευχθεί η περαιτέρω εξέλιξη αυτών των διαφορών παραμένει μη εμφανές στην στρατηγική [της ΕΕ].

Μια πιο άμεση υπόθεση θα είναι η μακρόχρονη διαμάχη μεταξύ της πΓΔΜ και της Ελλάδας. Από τότε που η πΓΔΜ κήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991, η Αθήνα αντιτάχθηκε στο όνομα της νέας χώρας υποστηρίζοντας ότι συνεπάγεται αξιώσεις για την ομώνυμη ελληνική επαρχία και ότι μονοπωλεί την μακεδονική ταυτότητα. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα έχει συνδέσει από μακρού χρόνου την είσοδο της πΓΔΜ με την ΕΕ με μια τροποποίηση του ονόματός της. Τώρα, μετά από χρόνια αδιεξόδου, η νέα κυβέρνηση της πΓΔΜ, η οποία ανέλαβε καθήκοντα λίγο μετά την προαναφερθείσα επέμβαση στο Κοινοβούλιο, προσέγγισε την Ελλάδα για να επιλύσει την διαμάχη. Παρόλο που οι αμφότερες έχουν σημειώσει πρόοδο τους τελευταίους μήνες, η αντίδραση σε συμβιβασμούς και στις δύο χώρες, αλλά κυρίως στην Ελλάδα, ήταν ισχυρή. Στην Αθήνα, την περασμένη εβδομάδα, χιλιάδες Έλληνες ακολούθησαν μια έκκληση εθνικιστικών και ακροδεξιών ομάδων και κομμάτων, καθώς και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και κατέβηκαν στους δρόμους, ζητώντας να μην γίνουν παραχωρήσεις. Εάν οι συνομιλίες αποτύχουν, αυτό θα αποτελέσει σημαντική οπισθοχώρηση για τη νέα μεταρρυθμιστική κυβέρνηση της πΓΔΜ. Το πιο σημαντικό είναι ότι θα καθυστερήσει περαιτέρω την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, η οποία ήταν υπεσχημένη πριν από μια δεκαετία, και την έναρξη των συνομιλιών για ένταξη στην ΕΕ. Μια τέτοια καθυστέρηση θα έκανε τη νέα στρατηγική της ΕΕ να ακούγεται κούφια: Θα δείξει πόσο εύκολα μπορούν να νικηθούν οι αφοσιωμένοι μεταρρυθμιστές. Μέχρι στιγμής, η ΕΕ δεν έχει συμμετάσχει στις συνομιλίες, καθώς η διαφορά αφορά ένα κράτος-μέλος. Ωστόσο, βασικά μέλη όπως η Γαλλία και η Γερμανία, πρέπει να ρίξουν το βάρος τους πίσω από την λύση που έχουν προχωρήσει και οι δύο κυβερνήσεις. Αυτή περιλαμβάνει ένα νέο όνομα που προσφέρει ορισμένους ειδικούς όρους, όπως «Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας» ή «Άνω Μακεδονία». Ακόμη και αν οι δύο μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν μπορούν να τερματίσουν την διαμάχη, θα μπορούσαν να διευκολύνουν μια πιο «βήμα προς βήμα» προσέγγιση στην ένταξη στην ΕΕ, επιτρέποντας στην πΓΔΜ να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις ένταξης και στην συνέχεια να προχωρήσει προς την τελική διευθέτηση στην διαδρομή.