Μια αμερικανική ανασχετική στρατηγική για την Συρία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια αμερικανική ανασχετική στρατηγική για την Συρία

Για να νικήσεις τους Ρώσους, άσε τους να κερδίσουν
Περίληψη: 

Η πρόκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι να παραδεχθούν ότι η απόσυρση των ΗΠΑ θα μπορούσε πραγματικά να ελευθερώσει τα χέρια της Ουάσιγκτον για να αυξήσει την πίεση στην Δαμασκό, τη Μόσχα και την Τεχεράνη.

O AARON STEIN είναι μόνιμος ανώτερος συνεργάτης στο Κέντρο Rafik Hariri για τη Μέση Ανατολή του Atlantic Council.

Τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Συρία συνίστανται στην επισημοποίηση των κερδών τους στο πεδίο της μάχης με μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων και στην συνέχεια η έξοδος από την χώρα [1]. Για να επιτύχουν αυτόν τον στόχο, θα πρέπει να βρουν σύντομα μια κοινή αιτία [2] με τον μεγαλύτερο γεωπολιτικό αντίπαλό τους, την Ρωσία. Κάτι τέτοιο θα απαιτήσει από την Ουάσινγκτον να αναγνωρίσει μια οδυνηρή αλλά προφανή αλήθεια: Ο πρόεδρος της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, απώθησε σε μεγάλο βαθμό την αντάρτικη αντιπολίτευση, παγίωσε την εξουσία του σε μεγάλο μέρος της δυτικής χώρας και έλαβε επ’ αόριστον εγγυήσεις στήριξης και ασφάλειας από τη Μόσχα και την Τεχεράνη. Ο Assad θα κυβερνά το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας για το άμεσο μέλλον.

19032018-1.jpg

Ένας στρατιώτης των ΗΠΑ κοντά στην Raqqa, τον Νοέμβριο του 2016. RODI SAID / REUTERS
-------------------------------------------------------------------------------

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ώθηση (και η νομική δικαιολογία) της παρουσίας τους στην Συρία ήταν ο πόλεμος κατά του Ισλαμικού Κράτους (ή ISIS), που διεξάγεται για να αρνηθούν ένα ασφαλές καταφύγιο στην οργάνωση και με αυτό τον τρόπο να στηρίξουν την κυβέρνηση του Ιράκ και να διασφαλίσουν ότι οι μαχητές του ISIS δεν θα μπορέσουν να σχεδιάσουν και να εκτελέσουν τρομοκρατικές επιθέσεις στην Δύση. Ωστόσο, η επιτυχία αυτού του πολέμου [3] δημιούργησε άβολα ερωτήματα σχετικά με το τι πρέπει να κάνει η Ουάσινγκτον στην συνέχεια. Οι εντάσεις με τη Μόσχα και την Τεχεράνη βοήθησαν να ενισχυθεί η υποστήριξη από ορισμένους πολιτικούς των ΗΠΑ για μια επ’ αόριστον παρουσία στην βορειοανατολική Συρία, σκοπός της οποίας ήταν να αποφευχθεί η παράδοση των μετά από σκληρές μάχες επιτευχθέντων κερδών των ΗΠΑ στις εχθρικές δυνάμεις.

Η πρόθεση πίσω από μια τέτοια στρατηγική είναι εύκολο να κατανοηθεί, αλλά η λογική είναι ανάποδη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν όντως κίνητρο να αμφισβητήσουν τη Μόσχα όπου μπορούν, αλλά στην Συρία η υπόθεση είναι χαμένη. Το καλύτερο στοίχημα της Ουάσιγκτον είναι να διαπραγματευτεί την απόσυρση των δικών της δυνάμεων, γεγονός που θα άφηνε την Ρωσία να διαχειριστεί το κόστος ενός επταετούς εμφυλίου πολέμου [4]. Η χορήγηση στην Μόσχα αυτής της βραχυπρόθεσμη νίκης, εξάλλου, θα την άφηνε αγκιστρωμένη με τις ανοησίες του απεχθούς καθεστώτος Assad.

Μια τέτοια διευθέτηση θα επέτρεπε στις Ηνωμένες Πολιτείες να στρέψουν την εστίασή τους προς τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό, όπου η θέση τους είναι πιο ευνοϊκή. Η Ουάσιγκτον, αντί να συρθεί σε ακόμη περισσότερες μάχες στην Συρία, θα πρέπει να αντιτίθεται στην Ρωσία ακολουθώντας μια πολιτική διπλής ανάσχεσης προς τους δύο συμμάχους της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή, την Δαμασκό και την Τεχεράνη. Αυτή η πολιτική θα μπορούσε να περιλαμβάνει οικονομικές κυρώσεις στη Μόσχα για την δέσμευσή της με τον Assad, αυξάνοντας περαιτέρω το κόστος των προσπαθειών ανασυγκρότησης της χώρας [5], ενώ θα έκανε την Ρωσία να πληρώνει για την υποστήριξή της προς ένα δολοφονικό, άτιμο καθεστώς. Μια τέτοια στάση στη Μέση Ανατολή θα συμπληρώσει τις συνεχιζόμενες προσπάθειες του ΝΑΤΟ για την αποτροπή της ρωσικής επιθετικότητας στην ανατολική Ευρώπη με το να ενισχύσει την συμμαχική στρατιωτική παρουσία στις χώρες της Βαλτικής. Αυτές οι δύο προσπάθειες θα συνεργαστούν συνδυαστικά για την ανάσχεση της Δαμασκού, ενώ ταυτόχρονα θα απωθούν την Ρωσία σε πολλαπλά μέτωπα.

ΟΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Το πρώτο βήμα για την αμφισβήτηση της Ρωσίας είναι, ειρωνικά, η διευθέτηση της συριακής διαμάχης με όρους που μπορεί να δεχθεί η Μόσχα. Για να διαπραγματευθούν τον τερματισμό του πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να προσφέρουν στην Ρωσία κάτι που θέλει -και να σκεφτούν τι θέλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες ως αντάλλαγμα. Το κύριο συμφέρον της Ρωσίας είναι η διατήρηση του συριακού καθεστώτος στην εξουσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε αντιδιαστολή, επικεντρώνονται στην άρνηση ενός ασφαλούς καταφυγίου για το ISIS. Ο τοπικός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), εξαρτάται από το κουρδικής πλειοψηφίας Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας, το συριακό σκέλος του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ) [6]. Οι SDF έχουν αναλάβει το βάρος του πολέμου ξηράς κατά του ISIS και πιέζουν για αυτόνομη διακυβέρνηση σε περιοχές υπό τον έλεγχό τους, μια πολιτική που είναι απαράδεκτη για το καθεστώς Assad.

Ούτε η Ρωσία ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να δουν μια ενδοσυριακή σύγκρουση μεταξύ των SDF και του συριακού καθεστώτος. Κατά την άποψη της Ουάσιγκτον, μια τέτοια σύγκρουση θα αποσπάσει την προσοχή από τις προσπάθειες κατά του ISIS και ίσως θα επέτρεπε στην οργάνωση να επανακαταλάβει εδάφη. Για τη Μόσχα θα παρατείνει περαιτέρω τον πόλεμο και θα μπορούσε να ωθήσει τις ρωσικές δυνάμεις σε σύγκρουση με τους Κούρδους –οι οποίοι δεν αποτελούν απειλή για την Ρωσία και τους οποίους οι Ρώσοι δεν επιθυμούν να πολεμήσουν. Η πρόκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι να βρουν το πώς να απαλείψουν τις εντάσεις μεταξύ Assad και Κούρδων χωρίς να αποξενώσουν την Τουρκία, τον σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ και τον εταίρο της Ρωσίας στην διαδικασία της Αστάνα και του Σότσι, η τελευταία από τις οποίες είναι μια «παγωμένη» προσπάθεια να γραφτεί ένα σύνταγμα και να διαπραγματευτεί τον τερματισμό του πολέμου. Η Τουρκία είναι εχθρική προς τις SDF και πρόσφατα εισέβαλε στην Afrin [7], έναν απομονωμένο κουρδικό θύλακα στο βορειοδυτικό τμήμα της Συρίας, όπου μάχεται με την κεντρική πολιτοφυλακή των SDF, τις Μονάδες Προστασίας του Κουρδικού Λαού (YPG).