Ο γρίφος της διαδοχής του Πούτιν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο γρίφος της διαδοχής του Πούτιν

Πώς διαχειρίζονται το πρόβλημα οι αυταρχικοί
Περίληψη: 

Ο Πούτιν και οι ηγέτες που βρίσκονται σε αντίστοιχη θέση έχουν τρεις βασικές επιλογές διαδοχής. Αν, ωστόσο, ο ρωσικός λαός ή ο στενός κύκλος του Πούτιν νιώσει κουρασμένος από την βασιλεία του, η μοίρα του καθεστώτος του θα είναι πολύ θλιβερή.

Η ANDREA KENDALL-TAYLOR είναι αναπληρώτρια Υπεύθυνη Εθνικών Πληροφοριών για την Ρωσία και την Ευρασία στο National Intelligence Council, και επίκουρη καθηγήτρια στην Σχολή Εξωτερικής Υπηρεσίας του Πανεπιστημίου Georgetown.
Η ERICA FRANTZ είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Michigan State University.

Την Κυριακή, ο Βλαντιμίρ Πούτιν [1] εξελέγη για την δεύτερη συνεχόμενη θητεία του ως πρόεδρος της Ρωσίας. Σύμφωνα με τον ισχύοντα συνταγματικό νόμο, έχει έξι χρόνια είτε να βρει έναν διάδοχο και να ενορχηστρώσει μια μετάβαση ηγεσίας είτε να αλλάξει τους κανόνες ώστε να του επιτραπεί να παραμείνει στην εξουσία μετά το 2024. Το άγχος στο ρωσικό κοινό και ειδικά στην ελίτ, αναμφισβήτητα θα αυξηθεί καθώς θα πλησιάζει η προθεσμία.

Ο γρίφος του Πούτιν είναι συνηθισμένος [2] στα αυταρχικά καθεστώτα [3], ειδικά εκείνα όπου η εξουσία είναι πολύ συγκεντρωμένη στα χέρια ενός ατόμου. Αυτά τα πολιτικά συστήματα στερούνται θεσμοποιημένων μηχανισμών για μια μετάβαση στην ηγεσία και συχνά καταρρέουν όταν αποχωρεί ο ηγέτης. Η έρευνα στον αυταρχισμό δείχνει ότι ο Πούτιν και οι ηγέτες που βρίσκονται σε αντίστοιχη θέση έχουν τρεις βασικές επιλογές διαδοχής. Με άλλα λόγια, πριν από το 2024 είναι πιθανό να εξελιχθεί ένα από τα ακόλουθα σενάρια.

23032018-1.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, σε συνάντησή του με υποψήφιους που συμμετείχαν στις τελευταίες προεδρικές εκλογές, στο Κρεμλίνο, τον Μάρτιο του 2018. YURI KADOBNOV / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------------

Ο πιο απλός δρόμος θα ήταν ο Πούτιν να διαλέξει έναν διάδοχο, να ενορχηστρώσει εκλογές για να νομιμοποιήσει τον επιλεγμένο προστατευόμενό του, και να διευθετήσει μια παράδοση της εξουσίας. Αυτή η επιλογή μπορεί να μοιάζει με την στρατηγική του Πούτιν το 2008 [4], όταν τήρησε τα όρια της [προεδρικής] θητείας και πέρασε την προεδρία στον Ντμίτρι Μεντβέντεφ για τέσσερα χρόνια, ενώ διατήρησε παράλληλα την πραγματική εξουσία ως πρωθυπουργός. Ή, σε ένα λιγότερο πιθανό σενάριο, μπορεί να σημαίνει ότι ο Πούτιν πράγματι θα παραδώσει de facto τον έλεγχο. Σε σχέση με άλλους αυταρχικούς, ο Πούτιν έχει αξιοσημείωτο περιθώριο να επιλέξει τον προτιμητέο κληρονόμο του. Η έρευνα του ειδικού στον αυταρχισμό, Jason Brownlee, δείχνει [5] ότι όταν οι δικτάτορες προϋπάρχουν ή δημιουργούν το πολιτικό τους κόμμα, έχουν περισσότερο έλεγχο σχετικά με το ποιος θα τους αντικαταστήσει παρά όταν διαπραγματεύονται με ένα κόμμα που προϋπήρχε της θητείας τους. (Το κόμμα Ενωμένη Ρωσία σχηματίστηκε το 1999 για να υποστηρίξει την υποψηφιότητα του Πούτιν). Η εμπειρία του εκδιωχθέντα Αιγύπτιου προέδρου, Χόσνι Μουμπάρακ, απεικονίζει αυτό το συμπέρασμα. Στην περίπτωση του Mubarak, τα σημάδια ότι είχε προγραμματίσει να εγκαταστήσει τον γιο του Gamal ως αντικαταστάτη του, πυροδότησαν αντίσταση, εν μέρει επειδή το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα -που ιδρύθηκε υπό τον προκάτοχό του [6], Anwar Sadat, το 1976- το εξέλαβε ως παραβίαση της διαδικασίας επιλογής ηγεσίας.

Αν και αυτή η επιλογή φαίνεται απλή, δεν είναι χωρίς κινδύνους. Οι έρευνες δείχνουν [7] ότι όταν οι νυν αυταρχικοί δεν κατεβαίνουν στις εκλογές αλλά αντί γι αυτό ρίχνουν το βάρος τους πίσω από έναν επιλεγμένο διάδοχο, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ο υποψήφιός τους να χάσει τις εκλογές. Με τους νυν εκτός της ψηφοφορίας, η αντίληψη της αντιπολίτευσης περί μιας πιθανής νίκης αυξάνεται, όπως και η αβεβαιότητα των ελίτ για τη μελλοντική μακροβιότητα του καθεστώτος. Αμφότερα υπονομεύουν τις πιθανότητες του καθεστώτος να καταλήξει στην ηγεσία. Παρόλο που ο Μεντβέντεφ κέρδισε το 2008, η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα όπου η μετάβαση δεν πήγε τόσο ομαλά. Ο επιλεγείς ως διάδοχος του προέδρου της Κένυας, Daniel arap Moi, ο οποίος είχε κυβερνήσει την χώρα αυτή για 23 χρόνια, έχασε τις εκλογές το 2002. Το ίδιο ισχύει και για τον υποψήφιο που εγκρίθηκε από τον πρόεδρο της Γκάνα, Jerry Rawlings, ο οποίος έχασε τις εκλογές το 2000. Οι επιλεγέντες διάδοχοι είναι πιθανόν να χάσουν εκλογές όταν η οικονομία παλεύει. Αυτό κάνει ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα να έχει ισχυρές πιθανότητες στην Ρωσία, δεδομένης της απροθυμίας του Πούτιν να κάνει τις απαραίτητες οικονομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και της εντατικοποίησης των Δυτικών κυρώσεων.

Ο δεύτερος δρόμος που θα μπορούσε να ακολουθήσει ο Πούτιν, θα ήταν να αλλάξει το σύνταγμα για να ενισχύσει την βουλή ή ένα άλλο κυβερνητικό σώμα, και στην συνέχεια να αλλάξει τον τίτλο της θέσης του. Ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, βάδισε σε αυτόν τον δρόμο για να διατηρήσει τον έλεγχο. Χρησιμοποίησε ένα εθνικό δημοψήφισμα για να δημιουργήσει ένα ισχυρό προεδρικό σύστημα, παραιτήθηκε από πρωθυπουργός και εξελέγη πρόεδρος το 2014. Ο Serzh Sargsyan της Αρμενίας φαίνεται να στοιχηματίζει στην ίδια προσέγγιση. Επωφελήθηκε επίσης από ένα συνταγματικό δημοψήφισμα για να αλλάξει την ισορροπία της εξουσίας (στην δική του περίπτωση ενισχύοντας την βουλή) και τώρα είναι έτοιμος να αναλάβει την πρωθυπουργία όταν λήξει η προεδρική θητεία του τον Απρίλιο. Αυτός ο δρόμος είναι ορθάνοικτος για τον Πούτιν, ο οποίος έχει την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των δύο τρίτων για να αλλάξει το σύνταγμα.