Όταν διπλωμάτες και κατάσκοποι πρέπει να φύγουν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Όταν διπλωμάτες και κατάσκοποι πρέπει να φύγουν

Απελαύνοντας Ρώσους, τότε και τώρα

Η δηλητηρίαση [1] ενός Ρώσου πρώην κατασκόπου και της κόρης του σε βρετανικό έδαφος στις 4 Μαρτίου -μια πράξη που θα μπορούσε να εκτελεστεί μόνο από τη Μόσχα- έχει ξεκινήσει μια αλυσίδα διπλωματικών απελάσεων και αντι-απελάσεων που θυμίζουν τον Ψυχρό Πόλεμο. Στις 26 Μαρτίου, το Ηνωμένο Βασίλειο απέλασε 23 Ρώσους αξιωματούχους, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέλασαν 60 και 19 άλλες χώρες, κυρίως σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, απέλασαν σχεδόν 50 ακόμη. Εντός ολίγων ημερών, οι Ρώσοι απάντησαν, απελαύνοντας 60 Αμερικανούς και 50 Βρετανούς διπλωμάτες, μαζί με άλλους Δυτικούς διπλωμάτες σε αριθμούς ίσους με τον αριθμό των Ρώσων που απελάθηκαν. Ίσως αυτά να μην έχουν τελειώσει.

Η επιθετικότητα της Ρωσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο απαίτησε μια οξεία απάντηση, οπότε οι Βρετανοί πρέπει να επαινεθούν για την επιμονή στην συμμαχική αλληλεγγύη, και η διοίκηση Trump [2] και άλλες Δυτικές κυβερνήσεις πρέπει να επαινεθούν επειδή την επέδειξαν. Ο συντονισμένος γύρος απελάσεων αποτελεί ένα μεγάλο βήμα στην συνεχιζόμενη προσπάθεια να αμφισβητηθεί η Ρωσία για τις προκλήσεις της. Αλλά αυτό θα λειτουργήσει; Είναι αρκετό;

04042018-1.jpg

Ένα αεροπλάνο που μεταφέρει απελαθέντες Ρώσους διπλωμάτες και τις οικογένειές τους απογειώνεται από το αεροδρόμιο Stansted, στο Λονδίνο, τον Μάρτιο του 2018. CHRIS RADBURN / REUTERS
----------------------------------------------------------------------------------------

Η σύντομη απάντηση είναι: Όχι ακόμα. Οι διπλωματικές απελάσεις είναι ένας καθιερωμένος αν και ακραίος τρόπος να δείξεις οργή. Αλλά μιλώντας από πλευράς τακτικής, έχουν μικτά αποτελέσματα. Η εμπειρία δείχνει ότι οι απελάσεις λειτουργούν καλύτερα ως μέρος μιας ευρείας στρατηγικής για να εμποδιστεί, να πιεστεί και τελικά να αλλάξει η συμπεριφορά του αντιπάλου. Χωρίς αυτό το στρατηγικό πλαίσιο, οι ενέργειες της διοίκησης του Trump κινδυνεύουν να ερμηνευτούν σαν μια συμβολική επίπληξη που προορίζεται απλά για να διαχειριστεί έναν κύκλο ειδήσεων.

ΠΕΡΑΣΕ ΕΞΩ

Στην διπλωματική γλώσσα, όταν ένας ανεπιθύμητος αλλοδαπός με διπλωματική ιδιότητα απελαύνεται, δηλώνεται ως persona non grata, ή PNG. Οι απελάσεις συνεπάγονται συνήθως το κυνήγι διπλωματών και αξιωματικών πληροφοριών υπό διπλωματική κάλυψη και επειδή οι απελάσεις συνήθως απαντώνται ισόποσα από την χώρα-στόχο, είναι δύσκολο να πούμε ποια πλευρά κερδίζει. Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, οι αμοιβαίες εκδιώξεις των κατασκόπων μπορεί να λειτουργήσουν προς όφελος της Αμερικής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι Ρώσοι κατάσκοποι στο έδαφος των ΗΠΑ, λειτουργώντας όπως λειτουργούν σε μια πιο ανοιχτή κοινωνία, μπορεί να έχουν περισσότερο περιθώριο να επιχειρούν, παρά τις καλύτερες προσπάθειες του FBI να τους περιορίσουν, ενώ οι Αμερικανοί ομόλογοί τους στην Ρωσία είναι ήδη αρκετά περιορισμένοι. Οι αμοιβαίες εκδιώξεις διπλωματών, από την άλλη πλευρά, μπορεί να λειτουργήσουν προς όφελος της Ρωσίας, επειδή η έλλειψη ελεύθερων μέσων μαζικής ενημέρωσης στην Ρωσία σημαίνει ότι οι διπλωμάτες των ΗΠΑ πρέπει να μιλούν στις ρωσικές επαφές τους για να μάθουν τι συμβαίνει. Αντίθετα, οι Ρώσοι διπλωμάτες έχουν απλώς να πάνε στο διαδίκτυο για να μάθουν την κατάσταση και εφόσον αυτό μπορεί να γίνει από οπουδήποτε, η απέλασή τους βλάπτει τη Μόσχα λιγότερο.

Ωστόσο, για να κρίνουμε πραγματικά τον αντίκτυπο ενός γύρου απελάσεων, πρέπει να εξετάσουμε το στρατηγικό πλαίσιο στο οποίο συμβαίνουν. Μερικές φορές, οι απελάσεις είναι απλώς μια διόρθωση -μια οξεία αλλά περιορισμένη απάντηση σε μια μοναδική πράξη και δεν προορίζεται να στείλει ένα ευρύτερο μήνυμα. Τον Μάρτιο του 2001 [3], η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους [του νεότερου] απομάκρυνε 50 Ρώσους λίγο μετά την σύλληψη του Robert Hanssen, ενός παλαίμαχου πράκτορα του FBI, κατηγορούμενου για κατασκοπεία υπέρ της Ρωσίας. Οι Ρώσοι ανταπέδωσαν με την απέλαση του ίδιου αριθμού Αμερικανών. Αλλά η κυβέρνηση Μπους έδωσε στους Ρώσους να καταλάβουν ότι ήταν μια εφάπαξ κίνηση, δικαιολογημένη αλλά όχι προορισμένη να εκτροχιάσει αυτό που ήλπιζε ότι θα γινόταν καλύτερες σχέσεις. Οι Ρώσοι αντιλήφθηκαν και τις δύο πλευρές του μηνύματος, και ο Μπους και ο Πούτιν πραγματοποίησαν την πρώτη συνάντησή τους τον Ιούνιο, η οποία προκάλεσε μια περίοδο καλών σχέσεων που απέδωσε όταν η Ρωσία παρείχε κάποια αντιτρομοκρατική συνεργασία μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.

Πολύ μεγαλύτερος και πιο δυσάρεστος ήταν ο κύκλος των απελάσεων που ήρθε το 1986. (Ήμουν στο γραφείο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Σοβιετική Ένωση τότε). Ξεκίνησε τον Αύγουστο στη Νέα Υόρκη με την σύλληψη του Γκενάντι Ζαχάροφ, ενός Σοβιετικού αξιωματικού πληροφοριών επ’ αυτοφώρω στην παραλαβή διαβαθμισμένων εγγράφων σε μια πλατφόρμα μετρό. Σε αντίποινα, οι Σοβιετικοί συνέλαβαν τον Nicholas Daniloff, έναν Αμερικανό δημοσιογράφο στη Μόσχα (και όχι έναν κατάσκοπο). Τον Σεπτέμβριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες απάντησαν απελαύνοντας 25 Σοβιετικούς από την αποστολή του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη και τον επόμενο μήνα, άλλους 55 από την σοβιετική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον και το προξενείο στο Σαν Φρανσίσκο. Οι Σοβιετικοί, σε αντίποινα, όχι μόνο απέλασαν Αμερικανούς αξιωματούχους αλλά και απέσυραν Σοβιετικούς από την δουλειά τους ως βοηθητικό προσωπικό στην πρεσβεία των ΗΠΑ και στις κατοικίες διπλωματών. Αμερικανοί αξιωματούχοι στη Μόσχα σύντομα ξόδευαν τον ελεύθερο χρόνο τους ξεφορτώνοντας φορτηγά και σφουγγαρίζοντας πατώματα.

Οι επιφανειακοί παραλληλισμοί με τον τρέχοντα κύκλο [απελάσεων] είναι προφανείς: Ζοφερές ανακοινώσεις απελάσεων, δυσοίωνες προγνώσεις περί εξάπλωσης σε άλλους τομείς σχέσεων, αβεβαιότητα για το πόσο πολύ τα πράγματα επιδεινώνονται πριν οι σχέσεις πιάσουν πάτο. Αλλά οι υποκείμενες διαφορές είναι διδακτικές: Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ ήξερε τι ήθελε από τη Μόσχα και κατάλαβε τι θα απαιτούσε αυτό, και ο Ρώσος ηγέτης ήταν πρόθυμος να εξετάσει μια νέα και καλύτερη προσέγγιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Δύση.

Εκείνη την χρονιά, το 1986, ήταν ο πρώτος πλήρης χρόνος της θητείας του Σοβιετικού ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ [4]. Οι μεταρρυθμίσεις του -η περεστρόικα («αναδιάρθρωση») και η glasnost («διαφάνεια»)- μόλις ξεκινούσαν. Μέσα στην διοίκηση του Reagan, διάφορα στρατόπεδα συζητούσαν την σημασία αυτών των μεταρρυθμίσεων και τι, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να κάνει η Ουάσινγκτον για να τις ενθαρρύνει. Κάποιοι, αποκαλέστε τους Ψυχροπολεμικούς (Cold Warriors), πίστευαν ότι η κομμουνιστική Ρωσία ήταν αναπόφευκτα εχθρική και μη μεταρρυθμίσιμη. Είτε με glasnost είτε χωρίς glasnost, υποστήριζαν, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να συνεχίσουν να φυλάγονται και να ηγούνται με δύναμη. Άλλοι -οι Στρατηγιστές (Strategists)- πίστευαν ότι ο Γκορμπατσόφ προσέφερε ανοίγματα που οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να εξετάσουν. Μια τρίτη ομάδα, οι Ανόητοι (Suckers), πίστευαν ότι ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν μια παρεξήγηση, με τα λάθη να κατανέμονται εξίσου στις δύο πλευρές. (Ευτυχώς, είχαν ελάχιστη επιρροή εκείνα τα χρόνια).

Ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρήγκαν σίγουρα πίστευε ότι στις διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να ξεκινήσουν με δύναμη. Αλλά εκτός από την πεποίθηση ότι ο κομμουνισμός ήταν κακός, κατάλαβε ότι [ο κομμουνισμός] αποτύγχανε. Ήταν, συνεπώς, πρόθυμος να αποδεχθεί ότι ένας Σοβιετικός ηγέτης θα μπορούσε να έχει καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα και, ως εκ τούτου, μπορεί να ενδιαφέρεται για πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις και για μια καλύτερη σχέση με την Δύση για να τις στηρίξει. Από αυτή την άποψη, ο Reagan ήταν μπροστά από πολλούς στην διοίκησή του και ήταν με αυτή την λογική που συναντήθηκε με τον Γκορμπατσόφ στο Ρέικιαβικ στις 11 και 12 Οκτωβρίου -λίγες μέρες πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώσουν ως PNG τους 55 Ρώσους διπλωμάτες- για να διερευνήσει μια πιθανή επαναστατική συμφωνία για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων.

Το 1986, η πολιτική των ΗΠΑ προς την Σοβιετική Ένωση κινείτο σε δύο τροχιές. Στην πρώτη, η Ουάσινγκτον αντιδρούσε στην ρωσική επιθετικότητα στο Αφγανιστάν ενισχύοντας εκεί την αντι-σοβιετική αντίσταση, υποστηρίζοντας το κίνημα της Αλληλεγγύης στην Πολωνία, και τους δεσμούς με άλλους δημοκρατικούς αντιφρονούντες στο σοβιετικό μπλοκ. Από την άλλη, προσέγγιζε τον Γκορμπατσόφ, επιδιώκοντας την πρόοδο στον έλεγχο των όπλων, την οικονομική συνεργασία και περιοχές κοινού ενδιαφέροντος σε ορισμένα καυτά σημεία όπως η Μέση Ανατολή. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ρήγκαν, George Shultz, ενσωμάτωσε αυτά τα διαφορετικά στοιχεία σε μια συνεκτική σοβιετική στρατηγική που έφερε κοντά τους Ψυχροπολεμικούς και τους Στρατηγιστές, και επίσης μείωσε τις ευρωπαϊκές ανησυχίες ότι ο Reagan ήταν ένας αναξιόπιστος καουμπόι.

Ο Ρήγκαν και ο Σουλτς ταίριαξαν στο στρατηγικό τους πλαίσιο τον γύρο των απελάσεων του 1986: Οι Ηνωμένες Πολιτείες καθιστούσαν σαφές ότι θα έδειχναν ισχύ και θα έπαιρναν σκληρά μέτρα όταν χρειαζόταν, συμπεριλαμβανομένων των απελάσεων, αλλά ταυτόχρονα θα διερευνούσαν όλα τα εύλογα ανοίγματα με τη Μόσχα. Όπως δήλωσε η υπουργός Εξωτερικών, Κοντολίζα Ράις, αφότου η Ρωσία εισέβαλε στην Γεωργία το 2008, αναφέροντας πικρόχολα μια από τις τακτικές αρχές του Λένιν, η Ουάσιγκτον έπρεπε μερικές φορές να οξύνει τις αντιφάσεις για τους Ρώσους: Θα μπορούσαν να έχουν τα ανοίγματά τους με την Δύση ή να επιδοθούν στις επιθετικές τους προτιμήσεις˙ όχι και τα δύο. Η προσέγγιση του Ρήγκαν λειτούργησε: Αντιμέτωπος τόσο με μια επίδειξη αμερικανικής δύναμης (συμπεριλαμβανομένων των απελάσεων) όσο και το αποδεδειγμένο ενδιαφέρον της Αμερικής για συνεργασία, ο Γκορμπατσόφ επέλεξε την συνεργασία.

ΕΚΕΙΝΟ ΗΤΑΝ ΤΟΤΕ, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ

Ο Πούτιν δεν είναι Γκορμπατσόφ. Ο σημερινός ηγέτης στο Κρεμλίνο δεν αναζητά καλύτερες σχέσεις με την Δύση για να ενεργοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις του στο εσωτερικό, αλλά, αντίθετα [5], επιδιώκει να αποδυναμώσει την Δύση και να κυριαρχήσει στους γείτονες της Ρωσίας σε μια προσπάθεια να προστατεύσει το αυταρχικό του σύστημα. Αυτό περιλαμβάνει την διεξαγωγή πολέμου εναντίον των γειτόνων του (μέχρι στιγμής, της Γεωργίας και της Ουκρανίας) εάν προσπαθήσουν να έρθουν πολύ κοντά στην Δύση˙ στρατιωτικό εκφοβισμό της Βαλτικής και της Πολωνίας, οι οποίες είναι τώρα μέρος της Δύσης˙ χρήση κυβερνο-επιθετικότητας κατά των υποδομών στην Ουκρανία και την Εσθονία˙ διάδοση παραπληροφόρησης και διεξαγωγή άλλων μορφών εμπλοκής στις δημοκρατικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Γαλλία και αλλού˙ και, όπως φαίνεται, δολοφονίες πολιτικών εχθρών στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Η προπαγάνδα του Πούτιν στους Ρώσους είναι ότι μόνο εκείνος μπορεί να τους προστατεύσει από μια εκδικητική Δύση και ότι, μέσω της θέλησης και της πονηριάς, μπορεί να διχάσει ή να γοητεύσει τους ηγέτες της και να αποτρέψει αντίμετρα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αναπτύξουν και να αρθρώσουν μια στρατηγική για την Ρωσία που να είναι ανάλογη με αυτή την πρόκληση, και οι τακτικές της -διπλωματικές απελάσεις, οικονομικές κυρώσεις, μέτρα για να σταματήσουν οι εισροές ρωσικών χρημάτων από διαφθορά, στρατιωτικές αναπτύξεις σε ευάλωτες χώρες του ΝΑΤΟ και άμυνα κατά των εκστρατειών παραπληροφόρησης και των κυβερνο-απειλών- πρέπει να επεκταθούν και να ενσωματωθούν σε αυτήν. Ο Πούτιν έχει την αφήγησή του και τον κατάλογο της δράσης του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται τα δικά τους.

Το καλύτερο πράγμα για τον πρόσφατο γύρο απελάσεων ήταν η αλληλεγγύη που επεδείχθη από τους Δυτικούς συμμάχους –η οποία δεν είναι μια προτεραιότητα που συνήθως συνδέεται με την διοίκηση του Trump. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εντάχθηκαν με την υπόλοιπη Δύση σε μια συνεκτική δράση που έβγαλε ψεύτικη την αφήγηση του Πούτιν ότι ήταν σε θέση να νικήσει την Δύση.

Η διοίκηση [Τραμπ] έχει αναφέρει αυτό και άλλα βήματα ως απόδειξη της αντίστασής της στην επιθετικότητα του Πούτιν [6]. Αλλά μια ή και περισσότερες καλές ενέργειες δεν αρκούν. Δίνουν μια αίσθηση σαν εφάπαξ, πράξεις που κατά κάποιο τρόπο έχουν προσπεράσει έναν πρόεδρο ο οποίος δεν τις υποστηρίζει αρκετά. Στο κάτω-κάτω, ο Τραμπ έχει επαινέσει επανειλημμένα τον Πούτιν και απέφυγε να επικρίνει την δράση της Ρωσίας εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, μια περίεργη και μέχρι σήμερα ανεξήγητη απροθυμία˙ και προφανώς κάλεσε τον Πούτιν στην Ουάσινγκτον, μια ακόμη χειρότερη χειρονομία υπό αυτές τις συνθήκες. Όποια και αν είναι η αιτία, τα μικτά δημόσια μηνύματα -ειδικά από τον πρόεδρο- δημιουργούν αμφιβολία και δίνουν το οξυγόνο στην αφήγηση του Πούτιν.

Μια σωστή στρατηγική για την Ρωσία, όπως και εκείνη των Reagan και Shultz, θα ενσωμάτωνε την λογική (αν και υπερβολικά αισιόδοξη) επιθυμία του Trump να συνεργαστεί με την Ρωσία σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος με την πραγματικότητα της επιθετικότητας της Ρωσίας. Θα περιέγραφε την πρόθεση της Ουάσινγκτον να αντισταθεί στην πολεμική διάθεση της Μόσχας και να σταθεί με εκείνους που απειλούνται περισσότερο από αυτήν, ακόμα και όταν η Ουάσιγκτον θα ενεργούσε για την σταθεροποίηση της σχέσης. Θα καθιστούσε σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν καλύτερες σχέσεις με τον ρωσικό λαό και πιστεύουν στην πιθανότητα μιας καλύτερης Ρωσίας.

Μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να ενώσει την σημερινή γενιά των Ψυχροπολεμικών (όπως ο John Bolton, ο εισερχόμενος Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας) και τους Στρατηγιστές (όπως ο James Mattis, ο υπουργός Άμυνας) και να απομονώσει τους Ανόητους, τώρα πιο ισχυρούς στην Ευρώπη τόσο στην δεξιά όσο και στην αριστερά και, δυστυχώς, πιο διαδεδομένους στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όσο καλή κι αν ήταν η κίνηση των συντονισμένων απελάσεων, χρειάζονται περισσότερες. Η διοίκηση του Trump πρέπει να καταστήσει συνηθισμένη μια τέτοια αλληλεγγύη και συνεπώς πρέπει να συνεργαστεί με τους συμμάχους των ΗΠΑ ώστε να λάβουν μέτρα για να επιβάλουν ένα κόστος στον Πούτιν και, ακόμα πιο κρίσιμο, σε εκείνους του κύκλου του, δείχνοντας ότι ο Πούτιν δεν μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντά τους. Το να ακολουθεί κανείς τα χρήματα είναι συχνά ένας καλός τρόπος για να ξεκινήσει. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα πρέπει να ενισχύσει τους κανονισμούς που επιτρέπουν σήμερα στα χρήματα να εισρέουν στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω συγκεκαλυμμένων εταιρειών-κελύφη [7] ή πολύπλοκων συμφωνιών για ακίνητα που αποκρύπτουν τους πραγματικούς ιδιοκτήτες. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να συνεργαστούν με μια καλύτερη Ρωσία στο μέλλον, πρέπει να κατατροπώσουν την Ρωσία που αντιμετωπίζουν τώρα, έτσι ώστε οι Ρώσοι να αρχίσουν να επαναξιολογούν την τρέχουσα πορεία τους.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/russia-fsu/2018-04-03/when-diplo...

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.nytimes.com/2018/03/13/world/europe/uk-russia-spy-poisoning....
[2] https://www.foreignaffairs.com/topics/trump-administration
[3] https://www.washingtonpost.com/archive/politics/2001/03/23/bush-backs-ex...
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/russia-fsu/1987-02-01/gorbachev-...
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/russian-federation/2018-03-16/pu...
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-12-05/how-stand-kremlin
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-09-20/united-...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition