Πώς οι αντι-φιλελεύθεροι ηγέτες επιτέθηκαν στην Κοινωνία των Πολιτών | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς οι αντι-φιλελεύθεροι ηγέτες επιτέθηκαν στην Κοινωνία των Πολιτών

Αυτό που συμβαίνει στην Κεντρική Ευρώπη είναι μέρος μιας ευρύτερης τάσης
Περίληψη: 

Το νέο αντι-φιλελεύθερο κανονικό στην Κεντρική Ευρώπη αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης τάσης. Αυτές είναι χώρες που έχουν προσχωρήσει στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ και μια παρόμοια φλέβα αντι-φιλελευθερισμού γίνεται όλο και πιο χαρακτηριστική στην Δυτική Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο MICHAEL ABRAMOWITZ είναι πρόεδρος του Freedom House.
Ο NATE SCHENKKAN είναι διευθυντής του προγράμματος Έθνη σε Μετάβαση στο Freedom House.

Τον περασμένο μήνα, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν [1], έκανε την μέχρι τώρα πιο θρασεία επίθεσή του στην Κοινωνία των Πολιτών. Σε μια ομιλία του για τα 170 χρόνια από την επανάσταση της Ουγγαρίας το 1848, ο Όρμπαν αμφισβήτησε τα «μέσα μαζικής ενημέρωσης που συντηρούνται από ξένες ανησυχίες και εγχώριους ολιγάρχες, επαγγελματίες μισθωμένους ακτιβιστές, διοργανωτές ταραχωδών διαδηλώσεων και μια αλυσίδα από ΜΚΟ που χρηματοδοτούνται από έναν διεθνή κερδοσκόπο, συνοψισμένα και ενσωματωμένα στο όνομα “George Soros”». Δυστυχώς, η ρητορική αυτή δεν περιορίζεται πλέον στον Όρμπαν, ο οποίος φημίζεται ότι αυτοαποκαλείται ως «αντι-φιλελεύθερος δημοκράτης» (illiberal democrat). Οι επιθέσεις κατά της κοινωνίας των πολιτών και των ανεξάρτητων μέσων μαζικής ενημέρωσης έχουν γίνει συνήθεις σε όλη την Κεντρική Ευρώπη [2], απειλώντας το μέλλον της δημοκρατίας στην περιοχή.

09042018-1.jpg

Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, σε ομιλία του στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Δημόσιας Διοίκησης στην Βουδαπέστη, στην Ουγγαρία, τον Απρίλιο του 2018. BERNADETT SZABO / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------

Μέσα από το πρόγραμμα Έθνη σε Μετάβαση (Nations in Transit) του Freedom House, το οποίο παρακολουθεί τις εξελίξεις στην μετα-κομμουνιστική Ευρώπη και την Ευρασία από το 1995, παρατηρήσαμε μια έκρηξη των αντι-φιλελεύθερων εκστρατειών σπίλωσης τα τελευταία πέντε χρόνια, με κυβερνώντες πολιτικούς ή τον πρόεδρο να επιτίθενται στην κοινωνία των πολιτών ή τα μέσα ενημέρωσης στις 25 από τις 29 χώρες της έρευνάς μας. Οι πολιτικοί συχνά συνδυάζουν τις εκστρατείες αυτές με ξενοφοβική, αντι-γκέι και αντι-σημιτική ρητορική που τοποθετεί ομάδες της κοινωνίας των πολιτών και δημοσιογράφους έξω από το έθνος.

Με αυτόν τον τρόπο, αυτοί οι αντι-φιλελεύθεροι ηγέτες επαναπροσδιορίζουν το τι σημαίνει να είσαι πολίτης και το τι σημαίνει να ζεις σε μια δημοκρατία. Με το να επιτίθενται στην κοινωνία των πολιτών και στα μέσα ενημέρωσης με αυτούς τους όρους, επιτίθενται στην έννοια ότι ο πλουραλισμός των ταυτοτήτων και των απόψεων μέσα σε μια κοινωνία είναι φυσιολογικός και ακόμη και ευεργετικός. Χωρίς τέτοιους θεσμούς, οι δημαγωγικοί ηγέτες ή τα πολιτικά κόμματα μπορούν να περάσουν ιδιοτελείς νόμους και να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη για τον εαυτό τους. Αυτό αποτελεί μέρος μιας τρομακτικής παγκόσμιας τάσης. Αν ο αντι-φιλελευθερισμός γίνει το σύνηθες σε χώρες που έχουν παραδόσεις φιλελεύθερης δημοκρατίας, τότε είναι πιθανό να δούμε τον αντι-φιλελευθερισμό να ευδοκιμεί σε όλο τον κόσμο.

Το σημείο καμπής για την σύγχρονη εκστρατεία σπίλωσης στην Κεντρική Ευρώπη και την Ευρασία ήταν η εκστρατεία της Ρωσίας κατά των μη κυβερνητικών οργανώσεων, η οποία επιταχύνθηκε μετά τις μαζικές διαδηλώσεις που ακολούθησαν τις νόθες εκλογές τον Δεκέμβριο του 2011. Η ρωσική εκστρατεία περιελάμβανε μια νέα νομοθεσία που χαρακτήριζε τις ΜΚΟ ως «ξένους πράκτορες» επειδή αποδέχονταν οποιαδήποτε χρηματοδότηση, ανεξαρτήτως του πόσο μικρό ήταν το ποσό, από ξένες πηγές και επειδή εμπλέκονταν σε μια ευρύτατα ορισμένη «πολιτική» δραστηριότητα.

Η Ρωσία δεν ήταν η πρώτη χώρα στην Ευρασία που κατέστελλε τις ΜΚΟ –μια αντίδραση αναπτυσσόταν από την Επανάσταση των Ρόδων στην Γεωργία το 2003, την οποία που πολλοί στην περιοχή απέδωσαν στην εξωτερική υποστήριξη των ομάδων της κοινωνίας των πολιτών, και το Ουζμπεκιστάν και το Τουρκμενιστάν είχαν ήδη εξαλείψει τους δικούς τους πολιτικούς τομείς στην πρώτη δεκαετία του αιώνα- αλλά η σημασία της ίδιας της χώρας [δηλ. της Ρωσίας], και οι προσπάθειές της για την προώθηση της καταστολής της στο εξωτερικό, επιτάχυναν την αλλαγή. Τα κυβερνώντα κόμματα σε μερικά από τα γειτονικά κράτη της Ρωσίας πρότειναν παρόμοιους νόμους και, ακόμη και εκεί όπου τα μέτρα κατανικήθηκαν (όπως στην Κιργιζία), άλλαξαν το πλαίσιο συζήτησης, καθιστώντας την κριτική των ΜΚΟ προς την κυβέρνηση ως ύποπτη, ακόμη και ανατρεπτική.

Το νόημα του χαρακτηρισμού ως «ξένου πράκτορα» δεν είχε ποτέ πραγματικά σχέση με τη νομιμότητα˙ η Ρωσία διέθετε ήδη πολλά νομικά και εξωδικαστικά εργαλεία για τον έλεγχο του δημόσιου τομέα της. Αντίθετα, ο στόχος ήταν να καταστούν οι ΜΚΟ, αρχικά, ως εγγενώς «ξένες» και ως ενεργούσες ενάντια στα εθνικά συμφέροντα και, δεύτερον, ως ότι εργάζονται μέσα από την χώρα για να υπονομεύσουν την ενότητά της, ειδικά μέσω της υπεράσπισης των ευάλωτων μειονοτήτων.

Η Ρωσία ήταν ιδιαίτερα καινοτόμος στο τελευταίο σημείο, φέρνοντας στο κοινοβούλιο τον περίφημο λεγόμενο νόμο περί ομοφυλοφιλικής προπαγάνδας ταυτόχρονα με τον νόμο των ΜΚΟ. Η συγκυρία κατάθεσης αυτού του νόμου, ο οποίος ποινικοποίησε «την προώθηση των μη παραδοσιακών σεξουαλικών σχέσεων μεταξύ ανηλίκων» [3], δημιούργησε έναν σιωπηρό δεσμό μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και της «μη παραδοσιακής σεξουαλικότητας». Η σύζευξη επέτρεψε στην Ρωσία να απομονώσει ΜΚΟ ως υπερασπιστές μιας μη δημοφιλούς μειονότητας, να παρουσιάσει την υπόθεση εναντίον των ΜΚΟ ως προσπάθεια να προστατευθεί η Ρωσία από εχθρούς που επιδιώκουν την φθορά της, και να οικοδομηθούν γέφυρες με την άκρα δεξιά στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι εκστρατείες κατά των ΜΚΟ έχουν μετατραπεί σε κανονικοποιημένο τμήμα της πολιτικής στην Ρωσία και την Κεντρική Ασία και τώρα στην Κεντρική Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Η Ουγγαρία ψήφισε τον δικό της νόμο για τους ξένους πράκτορες το 2017, και οι πολιτικοί εξακολουθούν να προτείνουν παραλλαγές του νόμου σε πολιτικές συζητήσεις, πιο πρόσφατα στην Τσεχική Δημοκρατία, την Ρουμανία, την Σλοβακία και την Ουκρανία.