Γιατί κέρδισε ο Όρμπαν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί κέρδισε ο Όρμπαν

Εξηγώντας την κυριαρχία του Fidesz στην Ουγγαρία
Περίληψη: 

Η νίκη του Όρμπαν είναι προϊόν πολλών παραγόντων, αλλά τρεις ξεχωρίζουν: Η συστηματική εξασθένιση του δημοκρατικού συστήματος της Ουγγαρίας, η επιτυχία της αντι-μεταναστευτικής πλατφόρμας του Όρμπαν και ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης.

Ο ANDRAS BIRO-NAGY είναι πολιτικός επιστήμονας και συν-διευθυντής του Policy Solutions, ενός ουγγρικού think tank.

Την Κυριακή, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, επανεκλέχθηκε για τρίτη συνεχόμενη θητεία, αφού το δεξιό κόμμα του, το Fidesz, κέρδισε το 48% των ψήφων, [ποσοστό] αρκετό για μια υπερ-πλειοψηφία των δύο τρίτων στο κοινοβούλιο. Ήταν μια αποφασιστική νίκη για τον Orban, ο οποίος τα τελευταία χρόνια συγκρούστηκε δημοσίως με την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθιστάμενος για πολλούς ένα σύμβολο του αντι-φιλελεύθερου εθνικισμού [1] που τώρα αναδύεται σε ολόκληρη την Δύση.

Η νίκη του Όρμπαν είναι προϊόν πολλών παραγόντων, αλλά τρεις ξεχωρίζουν: Η συστηματική εξασθένιση του δημοκρατικού συστήματος της Ουγγαρίας, η επιτυχία της αντι-μεταναστευτικής πλατφόρμας του Όρμπαν και ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης.

ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΩΝΤΑΣ

Το πρώτο συστατικό στην εκλογική κυριαρχία του Fidesz είναι το ξαναγράψιμο των κανόνων της ουγγρικής δημοκρατίας [2]. Το κόμμα ξεκίνησε την τρέχουσα σειρά νικών του το 2010, όταν η απογοήτευση των Ούγγρων με την σοσιαλιστική κυβέρνηση -και γενικότερα με τις συνέπειες της μετακομμουνιστικής μετάβασης και της οικονομικής κρίσης της περιόδου 2008-9- επέτρεψε στο Fidesz να κατακτήσει μια συνταγματική υπερ-πλειοψηφία, την οποία χρησιμοποίησε για να υιοθετήσει ένα νέο σύνταγμα, να αλλάξει τους εκλογικούς νόμους της χώρας και να ασκήσει κυβερνητικό έλεγχο στα ανεξάρτητα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καθώς και να προβεί σε άλλες, λιγότερο εμφανείς αλλαγές.

11042018-1.jpg

Ο Βίκτορ Όρμπαν απευθύνεται σε υποστηρικτές του, στην Βουδαπέστη, τον Απρίλιο του 2018. LEONHARD FOEGER / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------

Στην Ουγγαρία, οι οικονομικές ανησυχίες των ψηφοφόρων και η γενική δυσαρέσκεια με το πολιτικό σύστημα, τόσο πριν όσο και μετά τις εκλογές του 2010, επέτρεψαν στο Fidesz να εφαρμόσει αυτές τις ριζικές αλλαγές χωρίς να προκαλέσει αποτελεσματική δημόσια αντίθεση. Η Ουγγαρία θα πρέπει να χρησιμεύσει ως σημαντικό μάθημα για άλλες ευρωπαϊκές χώρες: Η αυξανόμενη ανισότητα και η κοινωνική ένταση ενδέχεται να υπονομεύσουν τα θεμέλια της δημοκρατίας και να προκαλέσουν μια εξέγερση ενάντια στην ελίτ, επιτρέποντας την άνοδο των δυνάμεων κατά του κατεστημένου (και, στην περίπτωση της Ουγγαρίας, των αντιδημοκρατικών δυνάμεων), που υπόσχονται να καταργήσουν το status quo.

Επιπλέον, από τη νίκη του κόμματός του το 2014, ο Orban έχει γίνει ακόμα πιο ριζοσπαστικός. Εκείνο το έτος, δήλωσε ανοιχτά [3] την επιθυμία του να οικοδομήσει ένα «αντι-φιλελεύθερο κράτος» και να γίνει πιο αυταρχικός όσον αφορά τόσο την πολιτική όσο και την ρητορική. Το 2017, κλιμάκωσε τον πόλεμό του στις μη κυβερνητικές οργανώσεις [4] με ένα νομοσχέδιο που στόχευε τις ΜΚΟ που απολάμβαναν ξένη χρηματοδότηση και υιοθέτησε έναν άλλο αμφιλεγόμενο νόμο που έκανε δύσκολο στο Πανεπιστήμιο της Κεντρικής Ευρώπης [5], να λειτουργεί στην χώρα. Και σε μια σημαντική ομιλία του κατά την διάρκεια της εκστρατείας του 2018, υποσχέθηκε να καταστήσει τους αντιπάλους του «ηθικά, πολιτικά και νομικά υπόλογους» μετά τις εκλογές -μια απειλή που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία των τελευταίων ετών.

Αυτές οι πολιτικές και οι ρητορικές άρχισαν να υπονομεύουν την δημοκρατία της Ουγγαρίας. Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη κατέληξε [6] στο συμπέρασμα ότι οι εκλογές της χώρας ήταν ελεύθερες αλλά όχι δίκαιες -οι ψηφοφόροι μπορούσαν να ψηφίσουν όποιον επέλεγαν, αλλά το πεδίο ανταγωνισμού είχε κλίνει υπέρ της κυβέρνησης. Η ίδια εκτίμηση ισχύει [7] για τις εκλογές της Κυριακής. Στους ψηφοφόρους προσφέρθηκε ποικιλία επιλογών μεταξύ κομμάτων και υποψηφίων, αλλά αρκετοί παράγοντες έδωσαν στο κυβερνών κόμμα αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα. Όπως και το 2014, οι πρόσφατες εκλογές χαρακτηρίζονταν από τους κανονισμούς για την προεκλογική εκστρατεία που ευνόησαν σαφώς το Fidesz, από τη μεροληπτική κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης, και από το θόλωμα του ορίου μεταξύ του κυβερνώντος πολιτικού κόμματος και του κράτους. Υπό αυτές τις συνθήκες, μια νίκη-έκπληξη της αντιπολίτευσης θα σήμαινε ότι εξακολουθεί να είναι δυνατόν να ξεπεραστούν τα εμπόδια που έχει δημιουργήσει το Fidesz. Προς το παρόν, φαίνεται ότι δεν είναι.

Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ

Ένα άλλο σαφές μάθημα από τις εκλογές της Ουγγαρίας είναι ότι η μετανάστευση ήταν ένα νικηφόρο θέμα για τον Orban. Πράγματι, ο Orban ήταν τόσο πεπεισμένος ότι η σκληρή στάση του θα ήταν αρκετή για να κερδίσει που το Fidesz έκανε την [προεκλογική] εκστρατεία του αποκλειστικά πάνω στην αντίθεσή του στη μετανάστευση -το κόμμα δεν συνέταξε μια εκλογική πλατφόρμα, δεν έκανε οικονομικές ή κοινωνικές υποσχέσεις, και δεν συμμετείχε σε καμία συζήτηση.

Από τότε που ξεκίνησε η ευρωπαϊκή μεταναστευτική κρίση στα τέλη του 2015, η μετανάστευση υπερκάλυψε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα στην Ουγγαρία -από την άποψη αυτή, η απόφαση του Orban το 2015 να κλείσει τα σύνορα της χώρας του και η συνεχιζόμενη αμφισβήτηση των αιτημάτων της ΕΕ να αποδεχθεί πρόσφυγες, είναι αμφότερες πολιτικά δημοφιλείς [κινήσεις]. Η μετανάστευση έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο για την κινητοποίηση των λιγότερο μορφωμένων ψηφοφόρων, κυρίως σε αγροτικές περιοχές και σε άλλες πόλεις εκτός της Βουδαπέστης. Ο Όρμπαν έχει πείσει με επιτυχία την βάση του ότι μόνον αυτός και η κυβέρνησή του μπορούν να προστατεύσουν την χώρα από την «μουσουλμανική εισβολή» και την ολέθρια επιρροή των ξένων, συμπεριλαμβανομένων των Βρυξελλών, του γεννημένου στην Ουγγαρία Αμερικανού δισεκατομμυριούχου George Soros, των Δυτικών φιλελεύθερων και, πιο πρόσφατα, των Ηνωμένων Εθνών.