Οι άγνωστοι ενεργειακοί τιτάνες στην ανατολική Κασπία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι άγνωστοι ενεργειακοί τιτάνες στην ανατολική Κασπία

Ο ρόλος του Καζακστάν και του Τουρκμενιστάν στη μεγάλη σκακιέρα

Ολόκληρη την δεκαετία του 1990, ο Ναζαρμπάγιεφ έβλεπε την χώρα του να βρίσκεται σε μειονεκτικό καθεστώς ενεργειακού «μονοψωνίου» σε σχέση με την Ρωσία: Έτσι, όλη η εξαγώγιμη παραγωγή αερίου, ευρισκόμενη στα δυτικά της χώρας, διοχετευόταν προς την Ρωσία σε λίαν χαμηλές τιμές, την ίδια ακριβώς στιγμή που το ανατολικό τμήμα του Καζακστάν αγόραζε ακριβό αέριο, επίσης από την Ρωσία, αυτή την φορά ως μονοπώλιο. Για να παραπέμψουμε, λοιπόν, στην καθηγήτριά μου Μπρέντα Σάφερ και στον πολιτικό ρεαλισμό των διεθνών σχέσεων: «Μια ασυμμετρία στην σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ δύο χωρών είναι πολύ πιθανό να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης» [4]. Αυτό φαίνεται ότι συνέβαινε επί μακρόν στην ενεργειακή σχέση του Καζακστάν με την Ρωσία. Ομοίως, στο αργό πετρέλαιο, η μόνη αγορά του Καζακστάν τα πρώτα χρόνια μετά το 1991 ήταν η Ρωσία (αγωγός Ατουράου-Σαμάρα), που απορροφούσε περίπου 200.000 βαρέλια ημερησίως και στην συνέχεια τα διοχέτευε στον υπεραγωγό Drushba, με κατεύθυνση την Ευρώπη.

Καταλύτης στην ανατροπή της ανωτέρω κατάστασης μετά το 2000 υπήρξε ίσως η εμπορική εκμετάλλευση του γιγαντιαίου κοιτάσματος Τενγκίζ, ευρισκόμενου στην ξηρά, λίγες δεκάδες χιλιόμετρα από την ανατολική όχθη της Κασπίας. Έχοντας χαρακτηριστεί από τους γεωλόγους ως «το τέλειο κοίτασμα», το reservoir (η δεξαμενή εμπεριέχουσα το αργό) έχει πλάτος 19 χιλ. και μήκος 21 χιλ., η δε κορυφή του είναι σχεδόν 4 χιλ. κάτω από το έδαφος. Με άλλα λόγια, το Τενγκίζ είναι τέσσερις φορές σε έκταση όσο ο Δήμος των Παρισίων! Τα εκτιμώμενα αποθέματά του (μαζί με το γειτονικό πεδίο Κορόλεφ) είναι 25,5 δισ. βαρέλια, εκ των οποίων μια ποσότητα μεταξύ 7 δισ. και 10,7 δισ. βαρελιών θεωρείται απολήψιμη. Ανακαλύφθηκε το 1979, επί ΕΣΣΔ, αλλά άργησε 15 ολόκληρα χρόνια να παράξει πετρέλαιο. Για την ακρίβεια, οι Σοβιετικοί προσπάθησαν αρχικά να το αναπτύξουν μόνοι τους, αλλά τελικά δεν τα κατάφεραν ποτέ, λόγω των γεωλογικών δυσκολιών. Μάλιστα, το 1985 μια τρομακτική έκρηξη στο πηγάδι (γεώτρηση) αρ. 37 του Τενγκίζ, που έκαιγε επί δύο μήνες, προκάλεσε μια από τις μεγαλύτερες, παγκοσμίως, περιβαλλοντικές καταστροφές της εποχής.

Τότε, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αποφάσισε να ζητήσει… αμερικανική βοήθεια για την πλήρη ανάπτυξη και ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τη Chevron (πρώην SoCal). Δεν είχαν ολοκληρωθεί ακόμη στο τέλος του 1991 που κατέρρευσε η ΕΣΣΔ και, τελικά, η διεθνής κοινοπραξία Tengizchevroil (TCO) συστάθηκε τον Απρίλιο του 1993. Σε αυτήν, η Chevron κατέχει ποσοστό 50%, η κρατική KazMunaiGas 20%, η αμερικανική Exxon Mobil 25% και η ρωσική Lukoil 5%. Σε μια επική συνάντηση του Ναζαρμπάγιεφ με τον τότε Ρώσο πρόεδρο Μπόρις Γιέλτσιν στη Μόσχα, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο τελευταίος του είπε ανοιχτά: «Δώσε μου πίσω το Τενγκίζ!» Και ο Ναζαρμπάγιεφ απήντησε έξυπνα: «Μόνο αν μου δώσεις ολόκληρη την επαρχία Όρενμπουργκ, όπου ήταν και η παλιά μας πρωτεύουσα!» Μόνο το 2015, τα καθαρά έσοδα του Καζακστάν από το Τενγκίζ ξεπέρασαν τα 8 δισ. δολάρια, και δη παρά την κάθετη πτώση των διεθνών τιμών του αργού, ενώ τα συνολικά του έσοδα την εικοσαετία 1995-2005 ήταν 113 δισ. Τo 2016, το Τενγκίζ παρήγαγε 29 εκατ. τόνους αργού ή περίπου 625.000 βαρέλια την ημέρα, ενώ επίσης παρήγαγε 8 δισ. κυβικά μέτρα φυσικό αέριο. Μετά, δε, την ολοκλήρωση ενός γιγαντιαίου επενδυτικού προγράμματος ύψους 37 δισ. δολαρίων (!), που δρομολογήθηκε τον Ιούλιο του 2016 (FGP - Future Growth Project), από το τέλος του 2021 η παραγωγή του Τενγκίζ θα ξεπεράσει τις 850.000 βαρέλια την ημέρα. Ένα δεύτερο μεγάλο κοίτασμα της χώρας είναι το Καρασαγκάνακ, αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο βόρεια του Τενγκίζ, που ανακαλύφθηκε επίσης το 1979 και από το 2003 μέχρι και σήμερα παράγει περίπου 220.000 βαρέλια υγρό συμπύκνωμα (condensate) την ημέρα, καθώς και αέριο.

Ο κύριος εξαγωγικός αγωγός αργού της χώρας, τροφοδοτούμενος από το Τενγκίζ και το Καρασαγκάνακ, είναι ο μήκους 1.510 χιλιομέτρων Caspian Pipeline Consortium ή CPC, εκτεινόμενος από το Τενγκίζ έως το Νοβοροσίσκ της Μαύρης Θάλασσας (Ρωσία). Είναι επίσης γνωστός ως αγωγός Τενγκίζ-Νοβοροσίσκ. Η συνολική δαπάνη κατασκευής (CAPEX) ανήλθε σε 2,6 δισ. δολ. από τον Μάιο του 1999, που ξεκίνησαν οι πρώτες εργασίες, έως και το 2001. Το πρώτο τάνκερ απέπλευσε από εκεί τον Οκτώβριο του 2001 και έκτοτε έχουν ακολουθήσει πάνω από 3.500 πλοία. Για την υλοποίησή του, η ενεργειακή διπλωματία των ΗΠΑ επί της δεύτερης προεδρίας Κλίντον διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο, ειδικά, δε, μετά την απομείωση του ρόλου που είχε μέχρι τότε το σουλτανάτο του Ομάν, αρχικός συμμέτοχος του έργου (ήδη από το 1992).

Ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Αλ Γκορ, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να πείσει τους Ρώσους ότι ένας αγωγός ο οποίος αφενός μεν δεν θα ελέγχεται από την Transneft (είναι μέχρι και σήμερα ο μοναδικός ανεξάρτητος αγωγός σε ολόκληρη την Ρωσία), αφετέρου, δε, θα έχει σημαντική ρωσική συμμετοχή -24% το κράτος και σχεδόν 20% εταιρείες- και, τέλος, που θα καταλήγει στο ρωσικό ενεργειακό «hub» της Μ. Θάλασσας, Νοβοροσίσκ, αποτελεί μια περίπτωση «win-win». Επιπλέον, η Lukoil έλαβε τότε το 5% επί της κοινοπραξίας εκμετάλλευσης του Τενγκίζ, εκπληρώνοντας, έστω και σε μικρό ποσοστό, τον ευσεβή πόθο του Γιέλτσιν. Το 2016, ο αγωγός αυτός μετέφερε 44,5 εκατ. τόνους καζακικού και, δευτερευόντως, ρωσικού αργού (από τον Νοέμβριο του 2004, ξεκίνησε να μεταφέρει και ρωσικό πετρέλαιο). Ενώ η αρχική χωρητικότητα του CPC, το 2001, περιοριζόταν στις 560.000 βαρέλια ημερησίως, μετά την ολοκλήρωση -το 2017- ενός προγράμματος αναβάθμισης κόστους 5,5 δισ. δολαρίων, θα μπορεί πλέον να μεταφέρει έως 67 εκατ. τόνους ετησίως ή 1.350.000 βαρέλια ημερησίως, ξεπερνώντας ακόμη και τον ανταγωνιστικό BTC (Μπακού-Τιφλίδα-Τσεϊχάν).