Τα τουρκικά παιχνίδια με το Δίκαιο της Θάλασσας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα τουρκικά παιχνίδια με το Δίκαιο της Θάλασσας

Γεωπολιτική και Νόμος στο Αιγαίο Πέλαγος και τη Μαύρη Θάλασσα*
Περίληψη: 

Οι προσδοκίες της Ελλάδας από την ΕΕ, αλλά και το ΝΑΤΟ, δεν θα πρέπει να ξεπερνούν την πραγματικότητα, καλύπτοντας ανασφάλειες που η Ελλάδα θα πρέπει να καλύψει μόνη της αναλαμβάνοντας αυτόνομα την ευθύνη της εξωτερικής της πολιτικής. Η Ελλάδα θα πρέπει να πιστέψει στον εαυτό της και να διεκδικήσει αυτά που δικαιούται, τα οποία κανένας δεν θα της παραχωρήσει με δική του πρωτοβουλία.

O ΠΕΤΡΟΣ ΣΙΟΥΣΙΟΥΡΑΣ είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και διδάσκει Γεωπολιτική, Θαλάσσιες Μεταφορές και Δίκαιο της Θάλασσας.

Η ΑΟΖ αποτέλεσε διαχρονικό αίτημα των παρακτίων κρατών να διευρύνουν τα όρια ασκήσεως του δικαιώματος αλιείας πέραν των χωρικών υδάτων, καθεστώς που ίσχυε μέχρι την Πρώτη Συνδιάσκεψη του Δικαίου της Θάλασσας (1957) [1]. Λόγω αυτού του γεγονότος προέκυψε η ανάγκη δημιουργίας μιας sui generis ζώνης [2] εντός της οποίας τα παράκτια κράτη θα είχαν την δυνατότητα εκμετάλλευσης των πόρων της, ενώ τα τρίτα κράτη δεν θα αποκλείονταν από την άσκηση των βασικών δικαιωμάτων που απορρέουν από την αρχή της ελευθερίας των θαλασσών [3]. Σύμφωνα με την Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας (1982, εφεξής Σύμβαση ΔΘ) [4], η ΑΟΖ είναι μια θαλάσσια ζώνη η οποία μπορεί να εκταθεί μέχρι το εύρος των 200 ναυτικών μιλίων, εντός της οποίας το παράκτιο κράτος μπορεί να ασκήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα που ασκούσε στην υφαλοκρηπίδα μέχρι τα 200 ν.μ. [5] (έρευνα, εκμετάλλευση), ασκώντας, παράλληλα, σειρά αποκλειστικών δικαιωμάτων όπως είναι αλιεία και η διατήρηση των φυσικών πόρων των υδάτων της ΑΟΖ, η παραγωγή ενέργειας από τα ύδατα, τα ρεύματα και τους ανέμους [6].

Η εφαρμογή της ΑΟΖ παρουσιάζει ενδιαφέρον στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας λόγω του υψηλού γεωπολιτικού/γεωοικονομικού ενδιαφέροντός της, αλλά και στο Αιγαίο Πέλαγος για τους ίδιους λόγους. Επιπρόσθετα το ενδιαφέρον για το Αιγαίο Πέλαγος αυξάνεται λόγω της μη συμμόρφωσης της Τουρκίας στο ισχύον διεθνές δίκαιο και της μη υιοθέτησης από την τελευταία του ισχύοντος διεθνές δικαίου της θάλασσας στο μέτρο που το τελευταίο αποκρυσταλλώνεται στη Σύμβαση ΔΘ. Αυτό το γεγονός δημιουργεί ένα πλαίσιο αστάθειας και αβεβαιότητας στην περιοχή δεδομένων των πολιτικών διαφορών που επικαλείται η Τουρκία, οι οποίες εξ ορισμού κινούνται εκτός του πλαισίου που οριοθετεί το διεθνές δίκαιο.

ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΑΟΖ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Μαύρη Θάλασσα (βλ. χάρτη 1) είναι ημίκλειστη θάλασσα με μοναδική έξοδο νοτιοδυτικά στα Στενά του Βοσπόρου, την Θάλασσα του Μαρμαρά και τα Στενά των Δαρδανελίων, προς το Αιγαίο Πέλαγος και την Μεσόγειο Θάλασσα που είναι επίσης ημίκλειστες θάλασσες [7]. Η σύνδεση Αιγαίου Πελάγους και Μαύρης Θάλασσας έχει γεωοικονομικό ενδιαφέρον, όχι μόνο λόγω των πετρελαίων της Κασπίας Θάλασσας, της εκμετάλλευσης αυτής καθαυτής της θάλασσας στην βάση των συμφωνιών που έχουν υπογράψει οι χώρες που βρέχονται από την Μαύρη Θάλασσα για τις θαλάσσιες ζώνες και την ΑΟΖ αλλά και των ενεργειακών πόρων που διακινούνται από τις χώρες Καυκάσου προς την κατεύθυνση της στερημένης από ενέργεια Ευρώπης [8]. Αυτές οι ζώνες, πέραν του οικονομικού ενδιαφέροντος που εκ πρώτης όψεως παρουσιάζουν (ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα) στην πραγματικότητα υποκρύπτουν το γεωπολιτικό/στρατηγικό ενδιαφέρον της Ρωσίας σε αυτήν την ζωτική για τα συμφέροντά της περιοχή [9].

Το γεωπολιτικό ενδιαφέρον του ζητήματος κορυφώνεται εφόσον η Μαύρη Θάλασσα αποτελεί στην πραγματικότητα την κρίσιμη διέξοδο της Ρωσίας προς τις θερμές θάλασσες, η οποία ολοκληρώνεται μέσω της Μαύρης Θάλασσας, των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων και του Αιγαίου Πελάγους. Το κρίσιμο στοιχείο στο σημείο αυτό είναι ότι η συγκεκριμένη διέξοδος μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να δώσει στην Ρωσία την δυνατότητα απόκτησης παγκόσμιας κυριαρχίας. Σε αυτήν ακριβώς την λογική δύναται να κατανοηθεί το ενδιαφέρον της Δύσης, τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία να ευρίσκονται στους κόλπους του ΝΑΤΟ, εφόσον η γεωπολιτική θέση αυτών των κρατών ελέγχει με απόλυτο τρόπο την κάθοδο της Ρωσίας προς τις θερμές θάλασσες.

Κάνοντας μια μικρή αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν της Ρωσίας, ήταν πρόδηλη, ήδη από το 968, η στρατηγική της να κατέλθει στις θερμές θάλασσες όταν οι Ρως του Κιέβου, επέτυχαν, σε συνεννόηση με το Βυζάντιο, την κατάληψη της Βουλγαρίας. Ακολούθως, το εγχείρημα των Ρως να μεταφέρουν τη πρωτεύουσα τους στη βουλγαρική πόλη Πρεσλάβ (το οποίο όμως δεν στέφθηκε από επιτυχία) βρισκόταν στην ίδια ακριβώς λογική. Αλλά και ο «εκχριστιανισμός» του ρωσικού πριγκιπάτου που ακολούθησε ήταν μια επιλογή που είχε έντονα πολιτικό χαρακτήρα και κατευθυνόταν στην ίδια στρατηγική επιδίωξη: Στην έξοδο των Ρως στις θερμές θάλασσες. Μάλιστα, κατά την εποχή του Μεγάλου Πέτρου (1672-1725) αυτή η επιδίωξη αποτελούσε τον καίριο στρατηγικό άξονα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, επιδίωξη που ευοδώθηκε την περίοδο των πρώτων εξεγέρσεων των υπόδουλων εθνοτήτων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τότε, η Ρωσία εκμεταλλευόμενη τις λαϊκές αντιλήψεις περί «ομοδόξων απελευθερωτών από τη Μοσχοβία», δημιουργούσε ένα επαναστατικό κλίμα για τους ορθόδοξους έλληνες κατά των Οθωμανών. Τα «ορλωφικά» που οργάνωσαν Ρώσοι αξιωματούχοι το 1770 στην Πελοπόννησο, αποτελούν μάλλον την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση. Έκτοτε, η αποσταθεροποίηση και διάσπαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από μέσα αλλά και η ευθεία αντιπαράθεση μέσω πολεμικών συρράξεων εναντίον της, ήταν το βασικό δόγμα της ρωσικής πολιτικής. Το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία αρχικά με την υπογραφή των Συνθηκών του Kιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) και Ιασίου (1792) στην βάση των οποίων η Ρωσία επεξέτεινε την κυριαρχία της από τον Δούναβη έως το Κέρτς και το Ταγκανρόγκ. Τότε απελευθερώθηκε ο πλους των ρώσικων πλοίων στην Μαύρη Θάλασσα, ενώ η Ρωσία αναγορεύτηκε πλέον ως η προστάτιδα δύναμη των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.