Πώς οι εκλογές μπορούν να οδηγήσουν στην ειρήνη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς οι εκλογές μπορούν να οδηγήσουν στην ειρήνη

Κάνοντας τις διευθετήσεις που προκύπτουν από διαπραγμάτευση να διαρκούν
Περίληψη: 

Επειδή οι εξωτερικοί δρώντες είναι τόσο σημαντικοί για την διατήρηση της ειρήνης κατά την διάρκεια και μετά από αυτές τις μεταπολεμικές εκλογές, οποιαδήποτε μείωση της χρηματοδότησης των παρεμβαινόντων οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ και η Αφρικανική Ένωση, θα ήταν ένα πλήγμα για την ειρήνη.

Η AILA M. MATANOCK είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Berkeley, και η συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Electing Peace: From Civil Conflict to Political Participation (Cambridge University Press, 2017).

Σε πολλές εμφύλιες συγκρούσεις [1], το κύριο ζήτημα για τους εξωτερικούς παρατηρητές είναι το κατά πόσο οι αντιμαχόμενες πλευρές μπορούν να επιτύχουν μια διαπραγματεύσιμη ειρηνευτική διευθέτηση. Μια διευθέτηση, ωστόσο, δεν είναι πανάκεια: Στο Τσαντ, για παράδειγμα, η κυβέρνηση και διάφορες ανταρτικές παρατάξεις έχουν διαπραγματευτεί περισσότερες από δώδεκα διευθετήσεις, που εκτείνονται μέχρι την δεκαετία του 1970, αλλά πάνω από τις μισές κατέρρευσαν γρήγορα. Στην πραγματικότητα, όπως δείχνει η έρευνά μου, οι διευθετήσεις μετά από διαπραγμάτευση (negotiated settlements) αποτυγχάνουν σχεδόν όσο συχνά επιτυγχάνουν.

Ωστόσο, δεν δημιουργούνται όλες οι διευθετήσεις μετά από διαπραγμάτευση με τον ίδιο τρόπο: Το πώς έχουν σχεδιαστεί μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την πιθανότητα μιας ανθεκτικής ειρήνης. Συγκεκριμένα, ένα κεντρικό ερώτημα για ακαδημαϊκούς και πολιτικούς τις τελευταίες δεκαετίες ήταν κατά πόσον οι εκλογές μετά από συγκρούσεις βοηθούν ή βλάπτουν τις πιθανότητες επιτυχίας μιας συγκεκριμένης διευθέτησης.

26042018-1.jpg

Αφγανές εγγράφονται για να ψηφίσουν στην Καμπούλ, τον Απρίλιο του 2018. MOHAMMED ISMAIL / REUTERS
--------------------------------------------------------------------

Σε αυτό το ερώτημα κυριαρχεί η απαισιοδοξία. Δείτε τις εκλογές του 2009 στο Αφγανιστάν: Δεν είχαν συμμετοχή από την κύρια ομάδα ανταρτών, τους Ταλιμπάν (με τους οποίους η κυβέρνηση δεν είχε διαπραγματευτεί μια διευθέτηση) και, σύμφωνα με τον πρώην αναπληρωτή απεσταλμένο του ΟΗΕ, Peter Galbraith [2], μαστίζονταν από ασθενείς εξασφαλίσεις σχετικά με τη νοθεία. Προβλέψιμα, οι εκλογές απέτυχαν να ενώσουν την χώρα. Πράγματι, με το να επιχειρήσουν να επιτύχουν έναν ταχύ εκδημοκρατισμό υπό κακώς λειτουργούντες θεσμούς και χωρίς να προσελκύσουν μεγάλες ομάδες ανταρτών, απλώς προκάλεσαν περισσότερη βία. Παρά αυτές τις αποτυχίες, τα Ηνωμένα Έθνη και άλλοι οργανισμοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν -και να διεξάγουν- εκλογές μετά από συγκρούσεις. Είναι λάθος αυτό; Όχι απαραίτητα.

Στο πρόσφατο βιβλίο μου, Electing Peace: From Civil Conflict to Political Participation (Εκλέγοντας την ειρήνη: Από την πολιτική σύγκρουση μέχρι την πολιτική συμμετοχή) [3], καταδεικνύω ότι υπό ορισμένες συνθήκες οι μεταπολεμικές εκλογές μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την αντοχή των ειρηνευτικών συμφωνιών. Συγκεκριμένα, οι συμφωνίες που επιτρέπουν τόσο στα ανταρτικά όσο και στα κυβερνητικά κόμματα να συμμετάσχουν στις εκλογές, και που εμπλέκουν εξωτερικούς δρώντες ως παρατηρητές και επιθεωρητές [4] αυξάνουν σημαντικά την σταθερότητα και βελτιώνουν τις πιθανότητες μιας διαρκούς ειρήνης. Εξίσου σημαντικό, από την πλευρά των εξωτερικών παραγόντων, η εμπλοκή σε αυτές τις εκλογές αντιπροσωπεύει μια πολύ λιγότερο δαπανηρή μορφή διατήρησης της ειρήνης από όσο είναι η αποστολή στρατευμάτων για να διατηρηθεί μια διευθέτηση δια της ισχύος.

ΣΤΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Ο τερματισμός των εμφύλιων συγκρούσεων είναι μια μπερδεμένη δουλειά. Κατά την διαπραγμάτευση μιας διευθέτησης, ειδικά σε μια σύγκρουση χωρίς ξεκάθαρο νικητή, οι πρώην μαχητές πρέπει να αναμορφώσουν το κράτος έτσι ώστε να μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά. Ωστόσο, οι διατάξεις που προβλέπουν οι διευθετήσεις που έχουν προέλθει μετά από διαπραγμάτευση -οι οποίες συχνά περιλαμβάνουν αφοπλισμό δυνάμεων, την ενσωμάτωση των εναπομενόντων στρατιωτών και, κατά καιρούς, το μοίρασμα ή την διανομή με άλλο τρόπο της πολιτικής εξουσίας μεταξύ των φατριών- είναι δύσκολο να διατηρηθούν. Οι μαχητές συχνά δυσκολεύονται να εμπιστευτούν ότι ο αντίπαλός τους θα τηρήσει την συμφωνία μετά την λήξη της σύγκρουσης.

Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των μαχητών δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των συγκρούσεων -αν και η βία μπορεί να είναι πολύ παρατεταμένη, όπως στον πόλεμο πολλών δεκαετιών της κυβέρνησης της Κολομβίας κατά των ανταρτών του FARC [5]- αλλά επίσης, πρωτίστως, των κινήτρων. Εάν η κυβέρνηση ή μια ομάδα ανταρτών έχει υπογράψει μια διευθέτηση, αλλά γίνεται δυσανάλογα ισχυρή κατά την διάρκεια της εφαρμογής της, αυτή η ομάδα έχει στην συνέχεια κάθε λόγο να την παραβεί. Όταν η κάθε πλευρά έχει την ευκαιρία να μετακινήσει την πολιτική ή τους πόρους προς την θέση που προτιμά, δύσκολα μπορεί να αναμένεται ότι θα παραιτηθεί από αυτά τα οφέλη.

Για να ξεπεραστεί αυτό το έλλειμμα εμπιστοσύνης, οι μαχητές σε μια εμφύλια σύγκρουση συχνά στρέφονται σε εξωτερικούς παράγοντες -είτε πρόκειται για ξένα κράτη είτε για θεσμούς όπως τα Ηνωμένα Έθνη- που μπορούν να παρακολουθούν και να επιβάλλουν τους όρους μιας διευθέτησης. Σε περιπτώσεις όπου οι εξωτερικοί δρώντες μπορούν και να ανιχνεύσουν και να τιμωρούν τις όποιες παραβιάσεις, μπορεί να το κάνουν δαπανηρό και για τις δύο πλευρές το να παραβιάζουν τους όρους μιας συμφωνίας. Ο στόχος είναι να αλλάζουν τα κίνητρα ώστε οι μαχητές να χάνουν περισσότερα από την μη τήρηση των δεσμεύσεών τους απ’ ό, τι θα μπορούσαν ενδεχομένως να κερδίσουν.