Πώς μπορεί να διασπαστεί η ευρωζώνη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς μπορεί να διασπαστεί η ευρωζώνη

Θα μπορούσε η Γερμανία να γίνει ένας απρόθυμος ηγεμόνας;

Από κοινού, αυτό θα οδηγούσε τις χώρες του πραγματικού ευρώ, ειδικά την Γερμανία, να γίνουν μια ευρωπαϊκή εκδοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, αν και χωρίς το περίφημο «υπερ- προνόμιό» τους (exorbitant privilege), δια του οποίου οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτυπώνουν το αποθεματικό νόμισμα, τα δολάρια, τα οποία όλοι οι άλλοι πρέπει να κερδίσουν για να διεξάγουν συναλλαγές με το εξωτερικό. Για τις χώρες του πραγματικού ευρώ, αν και το νόμισμά τους θα αποτελούσε αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο για επενδυτές του νέου ευρώ, δεν θα τους απέδιδε το «δωρεάν γεύμα» που οι Ηνωμένες Πολιτείες παίρνουν από την εκτύπωση του δολαρίου. Αντίθετα, απλώς θα τις εκθέσει σε μεγαλύτερο ρίσκο για τα πλεονάζοντα ξένα κεφάλαιά τους.

Το δεύτερο επιχείρημά μας είναι ότι βραχυπρόθεσμα και μέχρι μεσοπρόθεσμα, ακόμη και αν η ευρωζώνη δημιουργήσει αρκετή ανάπτυξη για να αποφευχθεί μια τέτοια διάσπαση, ο λαϊκισμός στην Ευρώπη θα παραμένει ζωντανός και δυνατός. Επομένως, μια λαϊκιστική εκλογική νίκη που θα έχει ως αποτέλεσμα ένα δημοψήφισμα τύπου Brexit για το ευρώ κάπου στην ευρωζώνη δεν μπορεί να αποκλειστεί εξ ολοκλήρου. Εάν επρόκειτο να περάσει ένα τέτοιο δημοψήφισμα, θα οδηγούσε στην ίδια φυγή κεφαλαίων και την ανατίμηση της REER που αναλύθηκε παραπάνω, αν και με μια ελαφρώς διαφορετική πορεία. Εν ολίγοις, για λόγους μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας και βραχυπρόθεσμης πολιτικής, το ευρώ δεν έχει ακόμη ξεπεράσει τον κίνδυνο.

ΑΣΙΑΤΙΚΗ ΣΥΝΤΗΞΗ

Η αφήγηση που προέρχεται από τις Βρυξέλλες από τις αρχές του 2017 είναι ότι με μια όλο και πιο ισχυρή οικονομική ανάκαμψη, όλα επιστρέφουν στο φυσιολογικό [6]. Οι προβλέψεις μάλιστα φαίνονται πιο φωτεινές από ό, τι ήταν επί μια δεκαετία και, από πολιτική άποψη, οι γαλλικές και ολλανδικές γενικές εκλογές είδαν αμφότερες τους λαϊκιστές να ηττώνται, υποδεικνύοντας ότι το [πολιτικό] κέντρο θα κρατήσει [7]. Αυτή η αφήγηση είναι καθησυχαστική. Ωστόσο, δεδομένων των πρόσφατων λαϊκιστικών εκλογικών επιτυχιών στην Αυστρία, την Γερμανία και την Τσεχική Δημοκρατία, αλλά και στις ιταλικές εκλογές με τα πολλά αντι-ευρώ κόμματα στο μείγμα, θα μπορούσε να είναι πλασματική. Ως εκ τούτου, και παρά την στροφή προς την ανάπτυξη, το μέλλον του ευρώ δεν είναι καθόλου ασφαλές. Μια σύγκριση της χρηματοπιστωτικής κρίσης της Ευρώπης και των συνεπειών της με εκείνο που συνέβη στην Ασία πριν από μια δεκαετία δείχνει το γιατί αυτή είναι η περίπτωση.

30042018-2.jpg

Η έδρα της ΕΚΤ στην Φρανκφούρτη, τον Ιανουάριο του 2018. RALPH ORLOWSKI / REUTERS
----------------------------------------------------------------------------------------

Στην δεκαετία του 1990, ορισμένες ασιατικές χώρες [8] έλαβαν μεγάλες εισροές κεφαλαίων από τον ανεπτυγμένο κόσμο ως μέρος της μανίας της δεκαετίας για τις αναδυόμενες αγορές. Η Ινδονησία, η Μαλαισία, η Ταϊλάνδη και η Νότια Κορέα, όπως και οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης κατά την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, ήταν περιοχές όπου οι αναπτυγμένοι παγκόσμιοι επενδυτές μπόρεσαν να επιδιώξουν υψηλότερα ποσοστά απόδοσης από αυτά που ήταν διαθέσιμα στις χώρες τους. Ως αποτέλεσμα, εκείνα τα ασιατικά κράτη συσσώρευσαν υποχρεώσεις σε ξένα νομίσματα, κυρίως δολάρια, τα οποία έλαβαν τη μορφή αγορών κρατικών ομολόγων και εξωτερικών γραμμών πίστωσης εκφρασμένης σε δολάρια. Όταν η ρευστότητα εξατμίστηκε το 1997, δεν μπόρεσαν να εκτυπώσουν τα [απαιτούμενα] χρήματα για να πληρώσουν τα χρέη τους. Για να αποφευχθεί η επανάληψη αυτού του φιάσκου, όλες οι χώρες που επλήγησαν από την κρίση ξεκίνησαν, κατά το 1999, να έχουν διαρθρωτικά εξαγωγικά πλεονάσματα και να συσσωρεύσουν μαζικά αποθέματα συναλλάγματος ως ασφάλεια έναντι μελλοντικών κλυδωνισμών.

Σε απάντηση της δικής της κρίσης το 2011, η Ευρώπη ανέσυρε το ίδιο μακροοικονομικό κόλπο. Μεταξύ του 2001 και του 2016, σύμφωνα με τα στοιχεία της Haver Analytics, η ευρωζώνη μετατοπίστηκε από ένα εμπορικό πλεόνασμα κάτω του 1% του ΑΕΠ σε ένα σχεδόν 3,5%. Αν και το σύνολο του εξαγωγικού πλεονάσματος της ευρωζώνης κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017 ήταν 90,9 δισ. ευρώ, τα 65,9 δισ. αυτού του πλεονάσματος έναντι του υπόλοιπου κόσμου προέρχονταν μόνο από την Γερμανία. Η Γερμανία μπορεί να είναι θρυλικά αποτελεσματική, αλλά πώς γίνεται το λιγότερο από το 30% της ευρωζώνης να παράγει πάνω από το 70% του πλεονάσματος; Η απάντηση δείχνει μια διαρθρωτική ένταση που θα μπορούσε να αποδειχθεί η πραγματική καταστροφή του ευρώ.