Γιατί ο Trump μπορεί με ασφάλεια να αγνοεί την Ευρώπη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί ο Trump μπορεί με ασφάλεια να αγνοεί την Ευρώπη

Οι ηγέτες της καταδικάζουν εύκολα αλλά δεν ενεργούν ποτέ
Περίληψη: 

Οι Ευρωπαίοι, εάν συνεργάζονταν, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την δική τους ασφάλεια από εξωτερικές απειλές. Το πρόβλημα είναι ότι θέλουν επίσης πολιτική προστασία ο ένας έναντι του άλλου. Και μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να το προσφέρουν αυτό.

Ο JEREMY SHAPIRO είναι ερευνητικός διευθυντής στο European Council on Foreign Relations.

Η Ευρώπη αντέδρασε γρήγορα και με μεγάλη οργή στην απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, την περασμένη εβδομάδα να αποσυρθεί από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Το πρόβλημα δεν είναι απλά ότι η διοίκηση του Trump υπονόμευσε ένα από τα χαρακτηριστικά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, αλλά ότι η εγγενής αστάθειά του, η μη προβλεψιμότητά του και πάνω από όλα η έλλειψη δέσμευσής του στην διατλαντική συμμαχία, σημαίνουν ότι οποιαδήποτε πράξη αμερικανικής διαταραχής είναι τώρα δυνατή. Η δίκαιη αγανάκτηση είναι η ρητορική της περιόδου αυτής, και οι προβλέψεις περί θανάτου της διατλαντικής συμμαχίας αφθονούν.

16052018-1.jpg

Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στην συνάντηση του G20 στο Αμβούργο, στην Γερμανία, στις 7 Ιουλίου 2017. JOHN MACDOUGALL / REUTERS
----------------------------------------------------------------------

Αλλά οι θρήνοι και η αγανάκτηση δεν φτάνουν να γίνουν στρατηγική. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι Ευρωπαίοι είναι θυμωμένοι, αλλά αν θα κάνουν τίποτα ως απάντηση στις ενέργειες του Trump. Η απάντηση είναι πιθανότατα όχι.

ΚΛΗΣΗ ΣΤΑ ΟΠΛΑ –ΞΑΝΑ

Η απόσυρση των ΗΠΑ από την ιρανική συμφωνία σίγουρα δίνει την αίσθηση μιας κρίσιμης στιγμής στις διατλαντικές σχέσεις. Για τους Ευρωπαίους, το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) [1], όπως είναι επίσημα γνωστή η συμφωνία, σηματοδότησε μια σπάνια περίπτωση στην οποία μια συντονισμένη προσπάθεια των Ευρωπαίων επηρέασε αποφασιστικά την απόφαση της Ουάσινγκτον για ένα κρίσιμο ζήτημα διεθνούς ασφάλειας. Επομένως, η απόσυρση του Trump από την συμφωνία δεν αποτελεί απλώς απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα και την μη διάδοση [των πυρηνικών όπλων], αλλά και την απόρριψη της ιδέας ότι η Ευρώπη μπορεί να επηρεάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε δύσκολα ζητήματα ασφαλείας.

Η Ευρώπη έχει ενοποιηθεί γύρω από την καταδίκη της απόφασης του Trump. Η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσαν κοινή δήλωση [2] εκφράζοντας την «λύπη και ανησυχία τους» και επιβεβαίωσαν την πρόθεσή τους να συνεχίσουν να τιμούν την συμφωνία. Η ίδια η ΕΕ γρήγορα ακολούθησε [3] εκφράζοντας την απογοήτευσή της, και μέχρι στιγμής καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν δήλωσε ότι υποστηρίζει την απόφαση των ΗΠΑ.

Η αντίδραση στα μέσα ενημέρωσης ήταν ακόμη πιο δραματική. Το τελευταίο τεύχος του γερμανικού ειδησεογραφικού περιοδικού Der Spiegel παρουσίασε μια γελοιογραφημένη εικόνα ενός αριστερού χεριού σε άσεμνη χειρονομία με την όψη του Trump ζωγραφισμένη στο μεσαίο δάχτυλο. Ένα σχετικό άρθρο στο τεύχος σημείωσε ότι «η σχέση [της Ευρώπης] με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί σήμερα να ονομάζεται φιλία» και υποστήριξε την ένταξη στην «αντίσταση ενάντια στην Αμερική».

Αυτός ο θυμός και η απογοήτευση είναι [αισθήματα] πραγματικά, αλλά δεν είναι καινούρια. Ξεκινώντας από την εισβολή στο Σουέζ το 1956, η σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης μετατρέπεται σε «κρίση» μια ή δύο φορές κάθε δεκαετία. Πράγματι, το 2015, κατά την διάρκεια των αλκυονίδων ημερών της διοίκησης Ομπάμα, το Der Spiegel χρησιμοποίησε παρόμοια γλώσσα, αφότου αποκαλύφθηκε ότι η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (National Security Agency, NSA) [4] είχε παγιδεύσει το τηλέφωνο της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ. «Η γερμανο-αμερικανική φιλία δεν υπάρχει πια», έγραψε. «Η καγκελάριος πρέπει να δείξει στην Ουάσιγκτον ένα σαφές σημάδι αντίστασης. Η Γερμανία πρέπει να απελευθερωθεί από αυτό το σύμφωνο». Γερμανοί αξιωματούχοι έστειλαν το μήνυμα σε παρασκηνιακές συναντήσεις ότι η συμμαχία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι η ίδια. Λίγους μήνες αργότερα ήταν η ίδια.

Οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ έχουν ακούσει αυτό το τροπάριο τόσες πολλές φορές που έχουν αναπτύξει μια στάση μάλλον απέχθειας απέναντι στην ευρωπαϊκή «αντίσταση». Η άποψή τους φαίνεται να είναι ότι οι Ευρωπαίοι λένε όλων των ειδών τα πράγματα αλλά ποτέ δεν κάνουν τίποτα σε απάντηση, οπότε δεν είναι απαραίτητο η Ουάσινγκτον να δίνει μεγάλη προσοχή. Ακόμη και κατά την διάρκεια της κρίσης του 2003 σχετικά με το Ιράκ [5], μια υποτιθέμενη λαμπερή στιγμή της ευρωπαϊκής αντίστασης, 14 μέλη της ΕΕ υποστήριζαν ενεργά τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Φυσικά, οι απογοητεύσεις αυξάνονται και τελικά θα έχουν σημασία. Αλλά προτού επιβεβαιώσουμε με σιγουριά ότι «αυτή η φορά είναι διαφορετική», αξίζει να θυμόμαστε γιατί η συμμαχία έχει διατηρήσει αυτή την απογοητευτικά άνιση συμφωνία για τόσο πολύ καιρό.

ΤΗΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ

Η απλή απάντηση είναι ότι οι Ευρωπαίοι χρειάζονται την συμμαχία περισσότερο από τους Αμερικανούς. Για την Ευρώπη, η διατλαντική συμμαχία είναι ο βράχος για την σταθερότητά της σε έναν κατά τα άλλα συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο, και το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδόμησε την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση [6]. Οι κοινές αξίες και τα συμφέροντα, πολύ περισσότερο από όσο οι εξουσιαστικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα, κινητροδοτούν επίσης την σχέση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες όντως εκτιμούν την διατλαντική συμμαχία. Θέλουν βοήθεια σε διεθνή ζητήματα ασφάλειας όπως το Αφγανιστάν ή η Συρία, και οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ απολαμβάνουν σίγουρα να διακηρύσσουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ηγούνται του κόσμου. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονται την ευρωπαϊκή συμμαχία για τη δική τους ασφάλεια. Όπως υπαινίχθηκε ο Trump πολλές φορές, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν απλά να απομακρυνθούν από την σχέση.