Ο Τραμπ δεν χρειάζεται μια υψηλή στρατηγική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Τραμπ δεν χρειάζεται μια υψηλή στρατηγική

Γιατί ο σχεδιασμός υπερεκτιμάται
Περίληψη: 

Σε έναν περίπλοκο κόσμο όπου οι γνώσεις των ηγετών είναι πάντοτε ανεπαρκείς, οι νίκες της εξωτερικής πολιτικής κερδίζονται συχνά μέσω του αυτοσχεδιασμού, της σταδιακής προσέγγισης και της προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Ο IONUT POPESCU είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Texas State University. Αυτό το δοκίμιο είναι προσαρμοσμένο από το βιβλίο του με τίτλο Emergent Strategy and Grand Strategy: How American Presidents Succeed in Foreign Policy (Johns Hopkins, 2017).

Από όλες τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν κατά της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, η πιο προβλέψιμη είναι η αποδοκιμασία για την έλλειψη μιας υψηλής στρατηγικής (grand strategy) [1]. Για παράδειγμα, η Rebecca Friedman Lissner και ο Micah Zenko έχουν επικρίνει την «αντι-στρατηγική» εξωτερική πολιτική του Trump και την αδυναμία του να «αναπτύξει και να εκτελέσει μια σκόπιμη πορεία δράσης συν τω χρόνω». Άλλοι παραδέχονται ότι αν και ο Trump έχει όντως μια υψηλή στρατηγική, είναι κακώς σχεδιασμένη και ανεπαρκής. Ο Colin Kahl και ο Hal Brands γράφουν [3] ότι η πλατφόρμα «Πρώτα η Αμερική» του Trump, αν και αναγνωρίσιμη στρατηγική, «μαστίζεται από εσωτερικές εντάσεις και διλήμματα που θα δυσκολέψουν την επίτευξη των δηλωμένων στόχων του προέδρου».

25052018-1.jpg

Ο Trump στον Λευκό Οίκο, τον Μάιο του 2018. JONATHAN ERNST / REUTERS
-----------------------------------------------------------------------

Αυτές οι επικρίσεις μοιράζονται μια κρίσιμη υπόθεση: Ότι μια υψηλή στρατηγική [4] -ένα συνεκτικό, μακροπρόθεσμο σχέδιο για την ταξινόμηση των εθνικών στόχων και την κατάρτιση ρεαλιστικών μεθόδων για την επίτευξή τους- είναι το κλειδί για μια επιτυχημένη εξωτερική πολιτική. Αλλά όπως υποστηρίζω στο νέο μου βιβλίο [5], αυτό το συμπέρασμα είναι αδικαιολόγητο. Σε έναν περίπλοκο κόσμο όπου οι γνώσεις των ηγετών είναι πάντοτε ανεπαρκείς, οι νίκες της εξωτερικής πολιτικής κερδίζονται συχνά μέσω του αυτοσχεδιασμού, της σταδιακής προσέγγισης και της προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες -μια προσέγγιση που ονομάζω «αναδυόμενη στρατηγική» (emergent strategy), δεδομένου ότι τα περιγράμματά της προκύπτουν με την πάροδο του χρόνου, αντί να είναι σχεδιασμένα προκαταβολικά. Παρόλο που η σοφία των συγκεκριμένων αποφάσεων του Trump παραμένει προς συζήτηση, οι επικριτές κάνουν λάθος να υποδηλώνουν ότι η έλλειψη μιας υψηλής στρατηγικής ή η επιδίωξη μιας κακοσχεδιασμένης, είναι αναγκαστικά θανατηφόρα. Στην πραγματικότητα, οι πρόεδροι των ΗΠΑ από τον Harry Truman μέχρι τον Ronald Reagan, χρησιμοποίησαν συχνά μια αναδυόμενη στρατηγική για να αυτοσχεδιάσουν τον δρόμο τους προς την επιτυχία.

ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Θεωρητικά, η υπόθεση για την υψηλή στρατηγική φαίνεται ισχυρή. Στο βιβλίο του What Good Is Grand Strategy?, ο Hal Brands υποστηρίζει ότι η υψηλή στρατηγική αποτελεί ένα «εννοιολογικό πλαίσιο που βοηθά τα έθνη να καθορίσουν πού θέλουν να πάνε και πώς πρέπει να φτάσουν εκεί». Η εναλλακτική λύση συνήθως λέγεται ότι αποτελείται από ad hoc, ασυνάρτητη, και τελικά ανεπιτυχή λήψη αποφάσεων. Σύμφωνα με τον Josef Joffe του Ινστιτούτου Hoover [6], «Οι μεγάλες Δυνάμεις ... δεν διατυπώνουν στρατηγική προχείρως. Πρέπει να έχουν μια στρατηγική εκ των προτέρων, μια στρατηγική με βάση την ισχύ και τον σκοπό, που να λέει στους αμφισβητίες τι να περιμένουν».

Οι αδυναμίες της υψηλής στρατηγικής, από την άλλη πλευρά, είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου πρακτικές. Το κύριο εμπόδιο για τον σχεδιασμό μιας επιτυχημένης υψηλής στρατηγικής έγκειται στην δυσκολία της ακριβούς εκτίμησης των απειλών και των ευκαιριών που παρουσιάζει το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας και στην πρόβλεψη του τρόπου με τον οποίο αυτές θα αλλάξουν στο μέλλον.

Μια τέτοια εμπιστοσύνη στην στρατηγική προοπτική δεν υποστηρίζεται από την έρευνα των κοινωνικών επιστημών σχετικά με την ακρίβεια των προβλέψεων των ειδικών [7]. Στο βιβλίο του Expert Political Judgment, ο καθηγητής Philip Tetlock του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνιας παρατήρησε ότι «όταν βάζουμε ειδικούς απέναντι σε μινιμαλιστικά κριτήρια απόδοσης –ντιλετάντες, χιμπατζήδες που ρίχνουν βελάκια, και μεικτούς αλγόριθμους παρεκβολής- βρίσκουμε λίγα σημάδια ότι η εξειδίκευση μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ικανότητα είτε για ‘καλά ισορροπημένες’ είτε για ‘οξυδερκείς’ προβλέψεις». Όταν πρόκειται για στρατηγικό σχεδιασμό μεγάλης εμβέλειας, δηλαδή, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συνήθως «οδηγούν στο σκοτάδι» [8].

Από την άλλη πλευρά, η αναδυόμενη στρατηγική προσλαμβάνει τους στόχους καθώς και τα μέσα που πρέπει να αλλάξουν με βάση τις περιστάσεις. Οι επιτυχείς στρατηγικές, δηλαδή, μπορούν να μορφοποιηθούν χωρίς να έχουν διαμορφωθεί πλήρως εκ των προτέρων -και μάλιστα, η πολυπλοκότητα του κόσμου καθιστά συχνά τέτοιες διαμορφώσεις αδύνατες. Το σημαντικό είναι όχι να σχεδιάζεις, αλλά να μαθαίνεις.

Μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας για την αναδυόμενη στρατηγική προέρχεται σήμερα από τον επιχειρηματικό κόσμο, όπου οι στρατηγιστές έχουν αρχίσει να αλλάζουν την εστίασή τους [9] από τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό σε μια πιο βαθμιαία και προσαρμόσιμη μέθοδο λήψης αποφάσεων. Ένας από τους πιο ισχυρούς υποστηρικτές αυτής της μετατόπισης, ο θεωρητικός της διαχείρισης Henry Mintzberg, περιγράφει [10] την διαφορά ανάμεσα στην αναδυόμενη στρατηγική και σε αυτό που ονομάζει «εσκεμμένη στρατηγική» (deliberate strategy) ως εξής: «Η εσκεμμένη σφαιρική επικεντρώνεται στον έλεγχο -διασφαλίζοντας ότι οι διευθυντικές προθέσεις υλοποιούνται σε δράση- ενώ η αναδυόμενη στρατηγική δίνει έμφαση στη μάθηση -έρχεται να κατανοήσει μέσω της ανάληψης δράσεων το τι θα πρέπει να είναι αυτές οι προθέσεις εξ αρχής». Με άλλα λόγια, οι στόχοι κάποιου θα μπορούσαν να αλλάξουν κατά την διάρκεια της διαδικασίας σχεδιασμού στρατηγικής με βάση τα διδάγματα που αντλήθηκαν ενώ επιδιώκονται οι αρχικοί στόχοι.

ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ

Ωστόσο, η αυξανόμενη δημοτικότητα της αναδυόμενης στρατηγικής στον επιχειρηματικό κόσμο δεν έχει διαχυθεί στην κοινότητα εθνικής ασφάλειας. Αυτό παρά το γεγονός ότι μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της στρατηγικής των ΗΠΑ κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου μπορούν να εξηγηθούν πολύ καλύτερα από το αναδυόμενο στρατηγικό μοντέλο παρά από το μοντέλο της υψηλής στρατηγικής.