Ευρώπη, πλήρωνε! | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ευρώπη, πλήρωνε!

Τι καταλαβαίνει ορθώς ο Trump για το ΝΑΤΟ
Περίληψη: 

O Trump έχει δίκιο: Για να ενισχυθεί το ΝΑΤΟ και να ενθαρρύνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να συνεχίσουν την δέσμευσή τους στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, τα ευρωπαϊκά μέλη της συμμαχίας θα πρέπει να συμβάλουν περισσότερο.

Ο MICHAEL MANDELBAUM είναι ομότιμος καθηγητής Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής στην έδρα Christian A. Herter στην Σχολή Προηγμένων Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Mission Failure: America and the World in the Post–Cold War Era [1].

Ο Donald Trump, ο 45ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει ένα δίκιο για την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ [2]. Τον Μάιο, σε μια ομιλία στην έδρα της συμμαχίας στις Βρυξέλλες, είπε στους συναδέλφους του ηγέτες ότι «τα μέλη του ΝΑΤΟ πρέπει τελικά να συμβάλουν το δίκαιο μερίδιό τους». Τον Ιούλιο επανέλαβε την προειδοποίηση στην Βαρσοβία. «Η Ευρώπη πρέπει να κάνει περισσότερα», είπε.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες μπορεί να βρίσκουν αυτές τις απαιτήσεις τραχιές, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η δημοφιλία του Trump μεταξύ των ψηφοφόρων τους, αλλά πρέπει να τις λάβουν υπόψη. Τα τελευταία χρόνια, η Ευρώπη έχει γίνει ένα επικίνδυνο μέρος. Σε αναζήτηση εγχώριας στήριξης, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν [3] έχει στραφεί με επιθετικότητα στο εξωτερικό, εισβάλλει στην Ουκρανία και παρεμβαίνει στην Συρία. Δεδομένου ότι οποιαδήποτε στρατιωτική περιπέτεια μπορεί να προσφέρει μόνο προσωρινή ώθηση της δημοτικότητας, ο Πούτιν θα χρειάζεται πάντα νέα θύματα. Αυτό τον καθιστά μια συνεχή απειλή. Ωστόσο, ακριβώς όταν το ΝΑΤΟ έγινε και πάλι απαραίτητο για την ασφάλεια της Ευρώπης, η εκλογή του Trump έθεσε υπό αμφισβήτηση το μέλλον του ρόλου των ΗΠΑ στην συμμαχία.

10062018-1.jpg

Το αρχηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, τον Μάιο του 2017. CHRISTIAN HARTMANN / REUTERS
-----------------------------------------------------------------------------

Για τους λόγους αυτούς, ο Trump έχει δίκιο: Για να ενισχυθεί το ΝΑΤΟ και να ενθαρρύνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να συνεχίσουν την δέσμευσή τους στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, τα ευρωπαϊκά μέλη της συμμαχίας θα πρέπει να συμβάλουν περισσότερο. Εξίσου σημαντικό, όμως, για την ευρωπαϊκή και την Δυτική ασφάλεια είναι να αναλάβουν οι Ηνωμένες Πολιτείες άλλες πολυμερείς πρωτοβουλίες για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα και τις αξίες που έχουν από κοινού η Βόρεια Αμερική και η Ευρώπη. Χωρίς αυτή την ηγεσία, η Ευρώπη -και ο υπόλοιπος κόσμος- θα είναι ένας πιο άγριος τόπος.

ΠΑΛΙΑ ΛΑΘΗ

Για τις δυόμισι δεκαετίες μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η λέξη που ο υποψήφιος Τραμπ έγραφε για να περιγράψει το ΝΑΤΟ -«παρωχημένο»- ήταν σε μεγάλο βαθμό ακριβής [4]. Δεν είναι πλέον. Το 2014, η Ρωσία έθεσε τέρμα στην ευρωπαϊκή ειρήνη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Έχει εισβάλει στην Ουκρανία, υποστηρίζει φιλορώσους πολιτικούς στις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες και έκτοτε έχει αναμειχθεί στις εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Γαλλία. Αυτή η ανανεωμένη επιθετικότητα πηγάζει από την ανάγκη του Πούτιν για δημόσια υποστήριξη ώστε να διατηρήσει την κλεπτοκρατία στην οποία προεδρεύει. Κατά την διάρκεια των δύο πρώτων θητειών του ως προέδρου, από το 2000 έως το 2008, η απογείωση των τιμών του πετρελαίου, του σημαντικότερου εξαγωγικού προϊόντος της Ρωσίας, επέτρεψε στον Πούτιν να αγοράσει δημοτικότητα. Αλλά το 2014, δύο χρόνια μετά την επιστροφή του στην προεδρία, η τιμή του πετρελαίου κατέρρευσε.

Αναγκάστηκε να στραφεί στη μοναδική άλλη αξιόπιστη πηγή υποστήριξης που είχε στην διάθεσή του: Τον επιθετικό εθνικισμό. Εκείνη την χρονιά, απαντώντας σε μια λαϊκή εξέγερση στην Ουκρανία, γνωστή ως επανάσταση του Euromaidan, που ανέτρεψε τον διεφθαρμένο, φιλορώσο πρόεδρο Viktor Yanukovych, ο Πούτιν ξεκίνησε μια εισβολή, αρχικά μεταμφιεσμένη ως αυθόρμητη αντίδραση των τοπικών δυνάμεων. Τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν την χερσόνησο της Κριμαίας και ξεκίνησαν μια εκστρατεία υποστήριξης των φιλορώσων αυτονομιστών στις ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας.

Ο Πούτιν ισχυρίστηκε ότι οι ενέργειες της Ρωσίας ήταν απαραίτητες επειδή η επανάσταση του Euromaidan προέκυψε από μια Δυτική συνωμοσία για να απομονώσει, να ταπεινώσει και τελικά να καταστρέψει την Ρωσία. Το ρωσικό κοινό τον πίστεψε σε μεγάλο βαθμό. Τα ποσοστά έγκρισής του [στις δημοσκοπήσεις] αυξήθηκαν απότομα και έπειτα πήραν μια περαιτέρω ώθηση από την παρέμβασή του στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας στο πλευρό του βάρβαρου δικτάτορα Μπασάρ αλ-Άσαντ.

Αν και ο Πούτιν και το καθεστώς του φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για την επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη, η Δύση, ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες, συνέβαλαν ακούσια στην επίτευξη αυτής της επικίνδυνης κατάστασης. Στην δεκαετία του 1990, το ΝΑΤΟ επεκτάθηκε προς τα ανατολικά, ενάντια στις επιθυμίες των Ρώσων σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, ακόμη και εκείνων που ευνοούσαν την Δύση, και παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις των Δυτικών ηγετών προς τους Σοβιετικούς και αργότερα τους Ρώσους ομολόγους τους ότι δεν θα συμβεί μια τέτοια επέκταση.

Η Δύση ακολούθησε επίσης άλλες πολιτικές στις οποίες η Ρωσία αντιτάχθηκε επί ματαίω, συμπεριλαμβανομένων των πολέμων που διεξήχθησαν από τις ΗΠΑ στην Βοσνία, το Κοσσυφοπέδιο και το Ιράκ, καθώς και την μονομερή απόσυρση των ΗΠΑ το 2002 από την Συνθήκη του 1972 για τους Αντιβαλλιστικούς Πυραύλους (Anti-Ballistic Missile Treaty), μια συμφωνία η οποία είχε μειώσει τον αριθμό των αμυντικών πυραυλικών συστημάτων που μπορούσαν να κατασκευάσουν η Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μαζί, αυτές οι πρωτοβουλίες δημιούργησαν ένα εκλογικό σώμα για τον ισχυρισμό του Πούτιν, τον οποίο χρησιμοποιεί για να δικαιολογήσει την επιθετική εξωτερική του πολιτική [5], ότι η Δύση ακολουθούσε μια αντι-ρωσική εκστρατεία που εκείνος ενεργούσε για να αποτρέψει.