Κάνοντας κάποιον θόρυβο για τον Θεό | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κάνοντας κάποιον θόρυβο για τον Θεό

Πώς να κατανοήσετε τον πάπα Φραγκίσκο

Το βιβλίο του Douthat είναι καλά δουλεμένο και προσφέρει μια πολύ καλή ανάλυση, αλλά το κύριο επιχείρημά του χάνει τον στόχο. Ο Douthat υπερεκτιμά τον ριζοσπαστισμό του Amoris laetitia (Η χαρά της αγάπης), ενός σημαντικού γραπτού έργου (που τυπικά αποκαλείται «αποστολική προτροπή») που κυκλοφόρησε ο Φραγκίσκος το 2016 και που αντανακλά, μεταξύ άλλων, πάνω στην οικογένεια και το καθεστώς των Καθολικών που έχουν διαζευχθεί ή ξαναπαντρευτεί. Εν τω μεταξύ, ο Douthat υποβαθμίζει την πιο σημαντική πτυχή της εποχής του Φραγκίσκου: Την προσπάθεια του Πάπα να αποκαταστήσει τους φτωχούς σε ένα κεντρικό σημείο στην Καθολική ζωή [5].

ΕΝΑΣ ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΗΣ ΕΝ ΜΕΣΩ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΩΝ

Ο Douthat αρχίζει τοποθετώντας τον Φραγκίσκο σε γεωγραφικό και θεολογικό πλαίσιο, που περιλαμβάνει την εξέταση της εκκλησίας της Λατινικής Αμερικής [6] και του κλάδου της καθολικής σκέψης που εμφανίστηκε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960, και που σήμερα αναφέρεται ως «θεολογία της απελευθέρωσης» (liberation theology). Σύμφωνα με αυτή την σχολή σκέψης, οι Καθολικοί θα πρέπει να εξετάσουν τα μυστήρια της πίστης, αναλύοντας πρώτα την πραγματικότητα και εφαρμόζοντας έπειτα τις πρόνοιες της Χριστιανικής Γραφής, πάντα κοιτάζοντας να δημιουργήσουν αυτό που οι υποστηρικτές ονομάζουν ως μια «προνομιακή επιλογή για τους φτωχούς». (Ο Douthat περιγράφει την θεολογία της απελευθέρωσης ως «μια σύνθεση της πίστης του ευαγγελίου και του πολιτικού ακτιβισμού, με το κήρυγμα του Ιησού πάνω στο Όρος ως πρότυπο για την κοινωνική επανάσταση»). Αυτή η γραμμή σκέψης έλαβε έμπνευση από το Δεύτερο Συμβούλιο του Βατικανό ή αλλιώς Βατικανό ΙΙ, το πολυετές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που ξεκίνησε ο πάπας Ιωάννης XXIII το 1962. Το σημαντικότερο έγγραφο που παρήγαγε το συμβούλιο αυτό ήταν το Gaudium et spes (Χαρά και ελπίδα), στο οποίο η εκκλησία αγκάλιασε μια αποστολή για να ανταποκριθεί «στις χαρές και τις ελπίδες, τις θλίψεις και τις ανησυχίες των ανδρών αυτής της εποχής, ειδικά εκείνων που είναι φτωχοί ή με οποιονδήποτε τρόπο πληγέντες». Η θεολογία της απελευθέρωσης επιδίωξε να τηρήσει την εν λόγω υπόσχεση και η σημερινή έμφαση του πάπα Φραγκίσκου στην φτώχεια αποτελεί μια εκ νέου δέσμευση.

Αλλά, όπως σημειώνει ο Douthat, η σχέση του Φραγκίσκου με την θεολογία της απελευθέρωσης είναι περίπλοκη. Το 1973, ο Bergoglio, τότε μόνο 36 ετών, ονομάστηκε επαρχιακός ανώτερος υπάλληλος της Κοινωνίας του Ιησού στην Αργεντινή -ο ανώτατος αξιωματούχος των Ιησουιτών στην χώρα. Ο προκάτοχός του σε αυτόν τον ρόλο, Ricardo O’Farrell, είχε υποστηρίξει «ιερείς που ήθελαν να ζήσουν ως πολιτικοί διοργανωτές ανάμεσα στους φτωχούς της Αργεντινής», γράφει ο Douthat και είχε διατάξει «μια επανεξέταση του αναλυτικού προγράμματος του Ιησουίτη, στο οποίο η κοινωνιολογία ξεπερνά την θεολογία». Αυτό οδήγησε σε μια μικρή επανάσταση μεταξύ των πιο συντηρητικών Ιησουιτών, και O'Farrell έκανε στην άκρη. Αντικαθιστώντας τον, ο Bergoglio υιοθέτησε μια πιο μετριοπαθή προσέγγιση. Ως αποτέλεσμα, γράφει ο Douthat, οι πιο ριζοσπαστικοί ιερείς πίστευαν ότι «η επανάστασή τους είχε προδοθεί» και οι υποστηρικτές της θεολογίας της απελευθέρωσης «αισθάνονταν ότι ήταν υποτιμημένοι και περιθωριοποιημένοι».

Αλλά χρόνια αργότερα, μετά το διορισμό του από τον πάπα Ιωάννη Παύλο ΙΙ το 2001, ο Bergoglio έγινε μια σταθερή παρουσία στις βίλες, όπως είναι γνωστές οι εξαιρετικά φτωχές γειτονιές στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες. Η ένταση της δέσμευσής του σε αυτόν τον πληθυσμό μπέρδεψε πολλούς παρατηρητές. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Bergoglio είχε αναπτύξει μια φήμη για μετριοπάθεια (centrism) επί θεολογικών και πολιτικών θεμάτων. Ήταν πολύ προσεκτικός κατά την διάρκεια του «βρώμικου πολέμου» που διεξήχθη στην Αργεντινή στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, που είδε την βίαιη στρατιωτική δικτατορία της χώρας και τους δεξιούς συμμάχους της να δολοφονούν ή να «εξαφανίζουν» δεκάδες χιλιάδες ύποπτους ως σοσιαλιστές και αντιφρονούντες. Μερικοί Ιησουίτες ιερείς υπό την επίβλεψή του οι οποίοι αντιτάχθηκαν στην χούντα φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και μάλιστα απειλήθηκαν με εκτέλεση. Ο Bergoglio παρενέβη στις στρατιωτικές Αρχές προκειμένου να εξασφαλίσει την απελευθέρωση των ιερέων και να κανονίσει να εγκαταλείψουν την χώρα. Βοήθησε επίσης έναν αριθμό αριστερών ακτιβιστών να ξεφύγουν από την Αργεντινή, κρύβοντάς τους σε ιδιοκτησίες της εκκλησίας, παρέχοντάς τους ψεύτικα έγγραφα και οδηγώντας τους στο αεροδρόμιο. Αλλά ποτέ δεν επέκρινε δημοσίως την στρατιωτική δικτατορία. Εν μέρει ως αποτέλεσμα αυτού, γράφει ο Douthat, «ολόκληρη η αργεντινή Εκκλησία ήταν μια συμβιβασμένη δύναμη κατά την διάρκεια της κυριαρχίας της χούντας». Αργότερα, τα χρόνια λίγο πριν γίνει Πάπας, ο Μπεργκόλιο συγκρούστηκε με την αριστερή πρόεδρο της Αργεντινής, Cristina Fernández de Kirchner, κατηγορώντας την για διαφθορά και παρεοκρατία. Και όμως, ταυτόχρονα, δεν ευθυγραμμίστηκε με τους συντηρητικούς, Καθολικούς, μέλη της ανώτερης τάξης, εχθρούς της Κίρχνερ.

05072018-2.jpg

Μοναχές χαιρετούν τον πάπα Φραγκίσκο στο Haemi, στη Νότια Κορέα, τον Αύγουστο του 2014. KIM HONG-JI / REUTERS
-------------------------------------------------------------------

Η έλλειψη ιδεολογικού ζήλου του Bergoglio τον ξεχώρισε από τους άλλους κληρικούς που υπηρετούσαν στις βίλες -τους λεγόμενους ιερείς των φτωχογειτονιών, οι οποίοι ήταν πιο στενά συνδεδεμένοι με την θεολογία της απελευθέρωσης και οι οποίοι κατηγορήθηκαν συχνά, μερικές φορές από εχθρούς μέσα στο Βατικανό, ότι ήταν μαρξιστές. Αλλά ο χρόνος του Bergoglio στις βίλες άφησε σαφώς ένα βαθύ στίγμα σε αυτόν. Ως Πάπας, έχει πει ότι λαχταρά ιερείς και επισκόπους που έχουν «τη μυρωδιά των προβάτων», ότι η εγγύτητα με τους φτωχούς είναι κεντρική για την ζωή σύμφωνα με το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού και ότι θέλει να ηγηθεί «μιας φτωχής εκκλησίας για τους φτωχούς».