Η ασύμμετρη απειλή της μετανάστευσης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ασύμμετρη απειλή της μετανάστευσης

Η παράνομη διακίνηση λαθρομεταναστών και το οργανωμένο έγκλημα

-Τελείται σε περισσότερα του ενός κράτη.
-Τελείται σε ένα κράτος αλλά σημαντικό τμήμα της προετοιμασίας του σχεδιασμού, της καθοδήγησης ή του ελέγχου του λαμβάνει χώρα σε άλλο κράτος.
-Τελείται σε ένα κράτος αλλά αφορά οργανωμένη εγκληματική ομάδα που συμμετέχει σε εγκληματικές δραστηριότητες σε περισσότερα του ενός κράτη.
-Τελείται σε ένα κράτος αλλά έχει σημαντικές επιπτώσεις σε άλλο κράτος.

Στο πλαίσιο της λειτουργίας της Ε.Ε και σύμφωνα με επίσημο έγγραφο [5] του Συμβουλίου, θα πρέπει να υπάρχουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά για να προσδιορίζεται η έννοια του οργανωμένου εγκλήματος:

1. Συνεργασία περισσότερων ατόμων από δύο.
2. Σε κάθε άτομο έχει ανατεθεί μια συγκεκριμένη εργασία.
3. Παρατεταμένη ή απροσδιόριστη χρονική περίοδος (αυτό το κριτήριο αναφέρεται στη σταθερότητα και [δυνητική] διάρκεια ζωής της ομάδας).
4. Χρήση κάποιας μορφής πειθαρχίας και ελέγχου.
5. Υποψία για διάπραξη σοβαρών εγκληματικών αδικημάτων.
6. Δραστηριότητα σε διεθνές επίπεδο.
7. Χρήση βίας ή άλλων μέσων κατάλληλων για εκφοβισμό.
8. Χρήση δομών λειτουργίας επιχειρηματικής ή εμπορικής δραστηριότητας.
9. Ξέπλυμα χρήματος.
10. Άσκηση επιρροής στην πολιτική, τα μέσα ενημέρωσης, στη δημόσια διοίκηση, δικαστικές Αρχές ή στην οικονομία.
11. Να υπάρχει επιδίωξη του κέρδους και / ή δύναμη.

Τουλάχιστον έξι από τα παραπάνω χαρακτηριστικά πρέπει να υπάρχουν, τέσσερα από τα οποία πρέπει να είναι τα 1, 3,5 και 11 για οποιοδήποτε έγκλημα ή εγκληματική ομάδα ώστε να ορισθεί η δραστηριότητα ως οργανωμένο έγκλημα.

Τέλος, αναφορικά με το υφιστάμενο εθνικό δίκαιο, ο Νόμος 2928/2001 [6] στο άρθρο 1, με το οποίο αντικαθίσταται το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, προσδιορίζει την έννοια της Εγκληματικής Οργάνωσης μέσω της επιβληθείσας ποινής και έτσι προκύπτουν κριτήρια όπως η συγκρότηση ή η ένταξη σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα που αποτελείται από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση), η οποία επιδιώκει την διάπραξη μιας σειράς κακουργημάτων που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα.

Αναφορικά με το ρόλο των συνόρων στην εγκληματική δραστηριότητα, καθώς και στην δημιουργία και εξέλιξη των όρων cross-border και transnational crime, επισημαίνεται ότι τα σύνορα έχουν έναν ποικίλο, συμβολικό και πρακτικό ρόλο καθορίζοντας κυρίως την γεωπολιτική κυριαρχία ενός κράτους. Στην διεθνή βιβλιογραφία ο όρος που εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα είναι το διεθνικό έγκλημα που καλύπτει και την διασυνοριακή εγκληματική δραστηριότητα. Διάφοροι συγγραφείς ( Πασσάς, Dannecker, Bruggeman) θεωρούν ότι δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες [7]. Έτσι ουσιαστικά η διασυνοριακή δραστηριότητα με βάση τις βιβλιογραφικές αναφορές αφορά κυρίως στην διεθνική, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω για την έννοια του όρου αυτού, ταυτίζοντας εννοιολογικά τους δύο όρους. Η έννοια διεθνικές δραστηριότητες, έχει τις ρίζες της στον κλάδο των διεθνών σχέσεων. Παραδοσιακά αφορούσε τις διαπολιτειακές – διακρατικές (interstate) σχέσεις κυρίως σε θέματα συνεργασίας και συγκρούσεων των κρατών, αγνοώντας τους μη πολιτειακούς παράγοντες και δραστηριότητες που ξεπερνούσαν τα εθνικά σύνορα και δεν ελέγχονταν από τα κράτη. Η αντίδραση σε αυτόν τον κρατικοκεντρισμό άρχισε να παρουσιάζεται στις αρχές τις δεκαετίας του 1970 με την εργασία των Robert Keohane, Joseph Nye και Samuel Huntington. Συγκεκριμένα οι δύο πρώτοι σκιαγράφησαν την διεθνική δραστηριότητα ως την διακίνηση πληροφοριών, χρημάτων, φυσικών αντικειμένων, ατόμων ή άλλων -υλικών ή μη- ειδών διαμέσου των εθνικών συνόρων, όταν τουλάχιστον ένας από τους παράγοντες που συμμετέχουν σε αυτή την διακίνηση είναι μη κυβερνητικός [8]. Ο λόγος για τον οποίο το διεθνικό έγκλημα έρχεται στο προσκήνιο είναι η ένταση του φαινομένου αυτού. Εκείνο το οποίο είναι καινούριο δεν είναι το έγκλημα αυτό καθ’ αυτό αλλά η ποικιλία και η κλιμάκωσή του.

Η ΣΧΕΣΗ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

Εξ’ ορισμού, η λαθρομετανάστευση εξαρτάται από το θεσμικό πλαίσιο που ρυθμίζει το ποιος μπορεί και το ποιος δεν μπορεί να διασχίσει τα διεθνή σύνορα. Ο συνδυασμός των αυστηρότερων συνοριακών ελέγχων και οι περιορισμοί που τίθενται στα συστήματα μετανάστευσης αποτελούν τις νομικές συνθήκες / νομικούς όρους, που σε τελική ανάλυση έχουν δημιουργήσει μια παράνομη αγορά καθώς και τις οικονομικές ευκαιρίες για τις εγκληματικές οργανώσεις. Μια σημαντική οικονομική ή πολιτική διαφοροποίηση μεταξύ χωρών, παρέχει στις οργανώσεις που εμπλέκονται στην διακίνηση των λαθρομεταναστών έναν πληθυσμό «πελατών» που ζητά να μεταναστεύσει σε άλλη χώρα. Για παράδειγμα, όπου υπάρχει διαφορά στα εισοδηματικά επίπεδα μεταξύ δύο οικονομιών ή σημαντικά επίπεδα ανεργίας σε μια χώρα αλλά όχι στην άλλη, η «οικονομική μετανάστευση» θα συμβεί παρά την ύπαρξη σχετικής μεταναστευτικής νομοθεσίας που την ποινικοποιεί.

Η διακίνηση λαθρομεταναστών έχει αναχθεί σε μια αναπτυσσόμενη δραστηριότητα και μια προσοδοφόρο πηγή για τις εγκληματικές οργανώσεις για τρεις κυρίους λόγους:

• Την αυξανόμενη ζήτηση για διεθνή μετανάστευση, ως επί το πλείστον σε χώρες προέλευσης αλλά και σε κάποια έκταση επίσης σε χώρες υποδοχής.
• Οι περιορισμοί που επιβάλλονται στη νόμιμη μετανάστευση από τις βιομηχανικές χώρες, έχουν δημιουργήσει την ζήτηση για εναλλακτικές, παράνομες λεωφόρους μετανάστευσης.
• Οι σχετικά χαμηλοί κίνδυνοι εντοπισμού, δίωξης και σύλληψης που σχετίζονται με την διακίνηση λαθρομεταναστών συγκρινόμενοι με άλλες δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος.